Η σχέση μετανάστευσης και εργασίας για το σύνολο του εργατικού δυναμικού

kapsalis4

Την Τετάρτη 23 Μαΐου παρουσιάστηκε από τις εκδόσεις Τόπος το βιβλίο του εργατολόγου και μεταδιδακτορικού ερευνητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Απόστολου Καψάλη, με τίτλο «Μετανάστες εργάτες στην Ελλάδα, Eργασιακές σχέσεις και μεταναστευτική πολιτική στην εποχή των μνημονίων». Το βιβλίο καταπιάνεται με το ρόλο που διαδραματίζει η πολιτική για τη μετανάστευση και την εργασία των μεταναστών στην εξέλιξη της εργατικής νομοθεσίας στη χώρα μας, μέσω της καταγραφής διαφόρων εκδοχών εγκλωβισμού και ανελευθερίας των μεταναστών, σε ένα περιβάλλον κατάτμησης του εργατικού δικαίου και εκτεταμένης παραβατικότητας. Η μελέτη αυτή που πραγματοποιήθηκε παράλληλα με τις δραματικές αλλαγές στον κοινωνικό και πολιτικό χάρτη της Ελλάδας —από την επίθεση στην Κωνσταντίνα Κούνεβα και την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 ως την οικονομική κρίση και την πρόσφατη κρίση των προσφύγων— προσπαθεί να συνενώσει δύο επιστημονικά αντικείμενα και πεδία δημόσιας παρέμβασης, τη μετανάστευση και την εργασία, τα οποία τόσο στην πολιτική όσο και στην ακαδημαϊκή κοινότητα θεωρούνται διακριτά. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ο συγγραφέας, όπως επεσήμανε και στη μικρή τοποθέτησή του κατά την παρουσίαση της έρευνάς του, αποδεικνύεται ότι τελικά είναι οι όψεις του ίδιου νομίσματος που σκοπό έχουν να κρατούν υποτελείς του πιο ευάλωτους αρχικά και στη συνέχεια μέσω των μνημονίων το σύνολο του εργατικού δυναμικού.
Το βιβλίο παρουσιάστηκε από τους Γιάννη Κουζή, καθηγητής και κοσμήτορας της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου, τον Αριστείδη Καζάκο, ομότιμο καθηγητή εργατικού δικαίου στη Νομική του ΑΠΘ και τη Δέσποινα Παπαδοπούλου, αναπληρώτρια καθηγήτρια και πρόεδρο του τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου Παρέμβαση πραγματοποίησε η ευρωβουλεύτρια Κωνσταντίνα Κούνεβα, ενώ την εκδήλωση συντόνισε η δημοσιογράφος Ντίνα Δασκαλοπούλου. Στο σημερινό φύλλο της «Εποχής» παρουσιάζουμε τις τοποθετήσεις των τριών πανεπιστημιακών που επεξηγούν πώς η αντιμετώπιση των μεταναστών από την ελληνική πολιτεία σε ότι αφορά τις εργασιακές συνθήκες και την κοινωνική τους έντάξη επηρεάζουν τις εργασιακές σχέσεις του εργατικού δυναμικού στο σύνολό τους.

 

 

Ευελιξία για όλους, με αφετηρία τους μετανάστες

kapsalis2

Ο Γιάννης Κουζής επιχειρώντας μια ιστορική αναδρομή των εργασιακών σχέσεων των μεταναστών, αλλά και των μεταβολών του εργατικού δικαίου στην Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, περιέγραψε τη μεταναστευτική πολιτική κυρίως ως πολιτική δημόσιας τάξης, αποτέλεσμα του κύματος ξενοφοβία που κατέκλυσε την ελληνική κοινωνία όταν η Ελλάδα μετατράπηκε από χώρα εκροής μεταναστών σε χώρα εισόδου. Ταυτόχρονα, επεσήμανε τον ιδιαίτερο εργασιοκεντρισμό της μεταναστευτικής πολιτικής: επίσημα η ελληνική πολιτεία υποτιμά τον μετανάστη ως εργατικό δυναμικό, στην πράξη, όμως, εμμέσως καλλιεργεί την εκμετάλλευσή του με μια εκτεταμένη παράνομη ευελιξία, δημιουργώντας ένα εργατικό δυναμικό τρίτης και τέταρτης κατηγορίας που αξιοποιήθηκε για την επίτευξη των αποτελεσμάτων της οικονομικής μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία.
Η ελληνική πραγματικότητα της δεκαετίας του 1990 χαρακτηρίζεται ήδη από χαμηλούς μισθούς, αλλά και μια ευρεία παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας πολύ πριν την έλευση των μεταναστών. Χαρακτηριστικά, ο καθηγητής αναφέρει ότι η ανασφάλιστη και αδήλωτη εργασία αφορούσε σε ποσοστό μόνο 30% τους μετανάστες, με το υπόλοιπο 70% να αφορά έλληνες εργαζόμενους. Σε αυτή την ελληνική πραγματικότητα ήρθε να προστεθεί και η ευρωπαϊκή πολιτική που υπαγόρευσε τη μείωση του εργασιακού κόστους και την ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις με σκοπό την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η ελληνική οικονομία είχε λοιπόν ήδη αυξημένη παρουσία ενός ευάλωτου εργατικού δυναμικού, το οποίο η παρουσία των μεταναστών απλώς ενίσχυσε, βοηθώντας έμμεσα στη συμπίεση του εργατικού δυναμικού λόγων των πολλαπλών ταχυτήτων και κατατμήσεων που συμβάλουν στη συνολικότερη συμπίεση της εργασίας. Δημιουργείται, έτσι, αυτό που, εύστοχα κατά τον καθηγητή, περιγράφει στο βιβλίο του ο Απόστολος Καψάλης, ως παραεργατικό δίκαιο, ένα δίκαιο άλλης ταχύτητας που αφορά το αλλοδαπό εργατικό δυναμικό μέσα σε ένα πλαίσιο γενικότερων αλλαγών που σχηματίζουν ένα δίκαιο της ευελιξίας.
Η ευελιξία αυτή είχε σημαντικό αντίκτυπο στο «αναπτυξιακό θαύμα» της οικονομικής μεγέθυνσης της Ελλάδας κατά τη δεκαετία 1996-97 ως 2006-07, το οποίο βασίστηκε, κυρίως σε ότι αφορά τα μεγάλα έργα, στο αλλοδαπό εργατικό δυναμικό. Η ελληνική οικονομία εκείνη την περίοδο παρουσιάζει διπλάσιους δείκτες αύξησης του ΑΕΠ σε σχέση με τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο και τη διπλάσια αύξηση της παραγωγικότητας. Η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνει κατά 20%, με τους μισθούς να αυξάνονται κατά 12%, η κερδοφορία των επιχειρήσεων κατά 40% και οι τιμές κατά 30%.
Η μεγέθυνση της «χρυσής» αυτής δεκαετίας δεν είχε κανένα κοινωνικό πρόσημο, ούτε δημιούργησε τις κοινωνικές εκείνες υποδομές που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως ανάχωμα στους πρώτους κραδασμούς της κρίσης, από το 2007 και μετά. Από το 2010 και μετά στην ελληνική οικονομία χάνονται πάνω από 1.000.000 θέσεις εργασίας, με το γηγενές εξειδικευμένο, παραγωγικό εργατικό δυναμικό να μεταναστεύει εκτός Ελλάδας. Τα παραπάνω πραγματοποιούνται σε συνάρτηση με το νέο εργασιακό τοπίο που διαμορφώνεται από τα μνημόνια από το 2011 και μετά. Οι αλλαγές που επέρχονται στο εργασιακό δίκαιο δεν έχουν διαφορετική κατεύθυνση από αυτή της δημιουργίας μιας ποικιλίας ευελιξιών στην αγορά εργασίας, διαφέρουν όμως στην ταχύτερη εφαρμογή τους, καθώς τα μνημόνια εντατικοποιούν τις αλλαγές αυτές.
Σύμφωνα με τον κ. Κουζή δημιουργείται στην Ελλάδα μια ειδική οικονομική ζώνη με πολύ φτηνό, εργατικό δυναμικό και με πολύ διαφορετικά εργασιακά δικαιώματα στο πλαίσιο της ΟΝΕ. Οι στόχοι τους 2ου μνημονίου σε ό,τι αφορά το ύψος του μισθού είναι η σύγκλισή του με αυτούς των γειτονικών ανταγωνιστριών βαλκανικών χωρών. Για τον κ. Κουζή η σύγκλιση αυτή συντελείται έστω και με αργούς ρυθμούς: η άμεση μείωση του κατώτατου μισθού κατά 22% κατά την εφαρμογή των μνημονίων δημιουργείται ένας νέος κατώτατος και υποκατώτατος μισθός, ενώ η κατάρρευση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της επίλυσης των συλλογικών διαφορών συμπιέζουν το σύνολο των μισθών προς τα κατώτατα όρια. Η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που για έξι συνεχόμενα χρόνια δεν έχει αυξήσει τον κατώτατο μισθό, διατηρώντας στάσιμους και όλους τους υπόλοιπους. Χαρακτηριστικό είναι το στοιχείο που ανέφερε ο καθηγητής: πριν από 6 χρόνια με τον κατώτατο μισθό στα 751 ευρώ, αμειβόταν με αυτόν ένα 17-18% του συνόλου της μισθωτής εργασίας. Σήμερα το ποσοστό της μισθωτής εργασίας που αμείβεται με ανώτερο όριο τον κατώτατο μισθό προ κρίσης είναι περίπου το 49%. Στις ανταγωνίστριες χώρες της βαλκανικής χερσονήσου, ο μισθός αυξήθηκε στη μεν Βουλγαρία κατά 10%, φτάνοντας στα 300 ευρώ, ενώ στη γειτονική Ρουμανία είναι λίγο πάνω από τα 400 ευρώ. Σύμφωνα με τον κ. Κουζή η βαλκανοποίηση της ελληνικής αγοράς εργασίας και η συνολική απορρύθμισή της ακόμα και σε χώρες πρώτης ταχύτητας, υπαγορεύει μια πορεία σύγκλισης των μισθών αυτών, ενώ αν υπάρξει κάποια αύξησή του στην Ελλάδα θα γίνει σε μικρά ποσοστά και δεν θα παρακολουθήσει την αύξηση των γειτονικών χωρών.

 

Ζητούμενο ακόμα η κοινωνική ένταξη των μεταναστών

kapsalis3

Η κ. Δέσποινα Παπαδοπούλου, αναπληρώτρια καθηγήτρια του Παντείου πανεπιστημίου, χαρακτήρισε δύσκολο το εγχείρημα του Απόστολου Καψάλη, γιατί προσπαθεί να συνδυάσει τα δύο σημαντικότερα κατά την ίδια προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας: την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και τη ρύθμιση της συμμετοχής των μεταναστών στην εργασία και στην κοινωνία. Για την ίδια οι ελληνικοί νόμοι έχουν αφήσει ένα τεράστιο κενό σε ότι αφορά τη συμπερίληψη των μεταναστών στους εργασιακούς νόμους. Παράλληλα η ελληνική κοινωνία αρνείται να δει τους μετανάστες που ζουν εδώ, αρνείται να τους δεχτεί ως ισότιμα ενταγμένους σ’ αυτή. Οι 6 νομοθετικές παρεμβάσεις και τα 2 προεδρικά διατάγματα που έχουν παρουσιαστεί από το 1991 και μετά αντιμετωπίζουν το ζήτημα αποσπασματικά σε όλα τα επίπεδα: σε ότι αφορά το δίκαιο εισόδου και διαμονής, τη συμπερίληψη των μεταναστών στους εργασιακούς νόμους, την κοινωνική ένταξη και ενσωμάτωση στην ελληνική κοινωνία. Σε όλες τις μέχρι τώρα παρεμβάσεις φαίνεται η δειλία και ο φόβος της διοίκησης και η άρνηση να γίνει αντιληπτό ότι η χώρα πλέον δεν είναι χώρα αποστολής μεταναστών, αλλά χώρα υποδοχής. Το μεγαλύτερο έλλειμμα, δε, για την κ. Παπαδοπούλου είναι αυτό ενός διαρκούς μηχανισμού νομιμοποίησης μεταναστών που είναι δεδομένος σε πολλές κοινωνίες της Δύσης, παράλειψη που είναι εγκληματική και με πολλές συνέπειες σε όλα τα επίπεδα, με δεδομένο ότι από τη δεκαετία του 1980 με τους εποχιακούς πολωνούς εργάτες και τα κύματα της παλιννόστησης υπήρχαν ήδη αντίστοιχες ανάγκες.
Ένα άλλο σοβαρό ζήτημα είναι η εργασιοκεντρική αντιμετώπισης των μεταναστών, ακόμα και στην καθυστερημένη αυτή νομοθεσία, σύμφωνα με την καθηγήτρια του Παντείου. Οι μετανάστες οφείλουν να έχουν άδεια εργασίας για να πάρουν άδεια διαμονής, συνδέοντας τη διαμονή με την εύρεση εργασίας με τρόπο άμεσο. Οι δύο τελευταίες νομοθετικές παρεμβάσεις (2014, 2015) έχουν κάνει προσπάθειες ακριβώς εξαιτίας της απεμπλοκής της άδειας διαμονής από την άδεια εργασίας που διευκολύνει κάπως τους μετανάστες. Παράλληλα, θετική είναι και η αναγνώριση της οικογενειακής επανένωσης από το 2005 που ανοίγει ακόμα περισσότερο την ελληνική κοινωνία στους μετανάστες.
Απέναντι στα θετικά αυτά βήματα βρίσκεται όμως η άκρατη γραφειοκρατεία που ουσιαστικά απαγορεύει την εφαρμογή του νόμου για την οικογενειακή επανένωση και η απροετοίμαστη και ανεκπαίδευτη διοίκηση που λειτουργεί με προσωπικά κριτήρια. Εξάλλου, η συνολική μετατόπιση της μεταναστευτικής πολιτικής από τη δυσμενή εργασιοκεντρική αντίληψη σε μια ακόμα χειρότερη ασφαλειοκεντρική που δημιουργεί ένα τείχος απέναντι σε νέες μεταναστευτικές ροές. Η ελληνική πολιτεία δεν θέλει πλέον εισροή μεταναστών, την ώρα που πολλοί μετανάστες με δεκαετή άδεια διαμονής επιστρέφουν στο καθεστώς της παρανομίας, λόγω καθυστέρησης στην ανανέωση των αδειών παραμονής.
Στα τελευταία νομοθετήματα δεν υπάρχει καμιά πρόβλεψη και κανένας συντονισμός για ρυθμίσεις κοινωνικής ένταξης, που θα συνεπάγονταν το άνοιγμα όλων των υπουργείων και των δημοσίων και ημιδημόσιων οργανισμών ώστε να συμμετέχουν οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί στην κοινωνική πραγματικότητα. Αντίθετα, η κοινωνική ένταξη εξακολουθεί να περνάει από την οδό της εύρεσης εργασίας και επειδή η ελληνική αγορά εργασίας κλείνει συνεχώς τόσο μικρότερη γίνεται και η πιθανότητα κοινωνικής ένταξης.
Τέλος, η κ. Παπαδοπούλου τονίζει το πολύ σημαντικό βήμα στο νόμο του 2015 της αλλαγής του κώδικα ιθαγένειας που έδωσε τη δυνατότητα απόκτησης της ιθαγένειας μέσω του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Η προσπάθεια αυτή, όμως, δεν συνοδεύεται από κανένα άλλο μηχανισμό υποβοήθησης της κοινωνικής ένταξης σε κανένα άλλο επίπεδο των ελληνικών θεσμών, με αποτέλεσμα τα παιδιά δεύτερης γενιάς να κοινωνικοποιούνται σε ένα αρνητικά αποστειρωμένο περιβάλλον, χωρίς δηλαδή συμμετοχή στην ελληνική κοινωνία. Αυτό φέρνει την ελληνική κοινωνία και πολιτεία αντιμέτωπες με ντε φάκτο αποκλεισμένες ομάδες που όχι μόνο δεν θα επικοινωνούν με την υπόλοιπη κοινωνία, αλλά δεν θα έχουν και κανένα κίνητρό να ξεπεράσουν τον αποκλεισμό τους Η εξέλιξη αυτή αφορά και ελληνικούς πληθυσμούς που ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης και είναι εξαιρετικά επικίνδυνη σε επίπεδο εγκληματικότητας. Στόχος της ελληνικής πολιτείας θα πρέπει να είναι η εκπόνηση μιας πολιτικής ένταξης για τους μετανάστες, αλλά και τους πρόσφυγες που θα τους επιστρέψει να ζουν εκτός κέντρων κράτησης και να παίρνουν μέρος στην ελληνική κοινωνία και σε όλους τους ελληνικούς θεσμούς.

 

Οι δικαστικοί αγώνες, τμήμα των κοινωνικών

kapsalis1

Σύμφωνα με τον κ. Καζάκο, είναι γεγονός ότι στη μαρξιστική θεωρία το δίκαιο βρίσκεται σε μια γκρίζα ζώνη ως στοιχείο του εποικοδομήματος, ως απλή αντανάκλαση της οικονομικής βάσης, ενώ χαρακτηρίζεται φετιχισμός του δικαίου η πεποίθηση ότι μπορούν να κερδηθούν κοινωνικοί αγώνες, αλλάζοντας απλά το δίκαιο. Ωστόσο, σύμφωνα με τον καθηγητή ένας νόμος μπορεί να είναι καλός ή κακός, δίκαιος ή άδικος ή και φονικός όπως αποδείχθηκε από την εφαρμογή των μνημονίων, την ίδια ώρα που ένας νομός με τη συναίνεση της κοινωνίας εμπεριέχει λιγότερη βία. Παράλληλα, εκπορεύονται από αυτόν διοικητικές πρακτικές που μπορεί να είναι ρατσιστικές, απάνθρωπες, στο περιθώριο ή και κόντρα σ’ αυτόν. Για τον Αριστείδη Καζάκο η λειτουργία του νόμου είναι σε κάθε περίπτωση σημαντική, όπως αποδεικνύει και ο νόμος του 1990 που παρά τις αδυναμίες του, ρύθμισε τις συλλογικές συμβάσεις και τη διαιτησία παρέχοντας σχετικά ισορροπημένες σχέσεις εργασίας. Γι’ αυτό και υιοθετεί την πρόταση που καταθέτει και ο Απόστολος Καψάλης στο βιβλίο του περί ενός διαρκούς μηχανισμού νομιμοποίησης για τους μετανάστες, με σκοπό να πάψει η εργαλειοποίηση της εργασίας τους εναντίον της εργασίας των Ελλήνων ή των ελληνοποιημένων, γεγονός που θα μπορούσε να λειτουργήσει χειραφετητικά και για τους έλληνες εργαζόμενους.
Ο κ. Καζάκος αναφέρθηκε επίσης και στη σημασία της νομολογίας, επισημαίνοντας το ρόλο των δικαστών και τη σημασία των δικαστικών αγώνων ως κοινωνικών αγώνων. Οι δικαστές κομίζουν μια προαντίληψη που είναι μακριά από την κοινή αντίληψη για τις κοινωνικές ανάγκες και την αντιμετώπισή τους και συνήθως πριμοδοτούν τους εργοδότες, εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη των εργαζομένων για εργασία και την επισφάλεια που έχει η παρουσία τους εδώ όσο δεν μπορούν να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία. Παρέθεσε, εξάλλου, το παράδειγμα της απόφασης του ΣτΕ από το 2014 που θεμελίωσε το δικαίωμα της μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία σε συνταγματικό επίπεδο προστατεύοντας το έτσι από τους δανειστές, την τρόικα και τους εγχώριους συμμάχους τους, ως παράδειγμα της αξίας που έχουν και οι δικαστικοί αγώνες ως τμήμα των κοινωνικών.
Η απώλεια βασικών στοιχείων κυριαρχίας είναι ζωτικής σημασίας για τον κ. Καζάκο, καθώς χάνονται βαθμοί ελευθερίας. Ακόμα κι αν η κοινωνική πολιτική είναι εθνική προτεραιότητα η υπαγωγή της στους δημοσιονομικούς κανόνες αφαιρεί τη δυνατότητα χάραξής της, αλλά και εφαρμογής της. Η απώλεια της δημοσιονομικής και νομισματικής κυριαρχίας δημιουργεί προβλήματα, καθώς δεν επιτρέπουν τη χάραξη μιας μεροληπτικής πολιτικής, που θα επιτρέψει να ενισχυθεί η χειραφέτηση των εργαζομένων.  Το αίτημα της προάσπισης των μεταναστών είναι ένα αίτημα κοινωνικής δικαιοσύνης για τον κ. Καζάκο. Και υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να υιοθετηθεί και με έναν ορθολογικό στη λειτουργία του καπιταλισμό. Στην Ελλάδα το 70% του ΑΕΠ παράγεται από την εσωτερική ζήτηση, ενώ ακόμα και σε μεγάλες εξαγωγικές χώρες το 50% του ΑΕΠ παράγεται από την εσωτερική κατανάλωση. Το αίτημα λοιπόν για την προάσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων των μεταναστών είναι ένα αίτημα που θα βοηθούσε οικονομικά και την αγορά καθώς οι επιχειρήσεις καταρρέουν.

Επιμέλεια δισέλιδου: Πέτρος Κοντές