Η «συμφωνία» ΕΕ – Τουρκίας και το τέχνασμα της Τουρκίας ως ασφαλούς χώρας

prosfygiko3

Του Βασίλη Παπαδόπουλου*

Ενας χρόνος πλησιάζει από την έναρξη εφαρμογής της «συμφωνίας ΕΕ – Τουρκίας» για τη μείωση των μεταναστευτικών ροών από την Τουρκία προς την Ευρώπη και εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να επικρατεί μια ασάφεια για το τι είναι επιτέλους αυτή η «συμφωνία», στην τήρηση της οποίας ομνύει τόσο η ελληνική κυβέρνηση όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση, και η οποία έχει οδηγήσει στον εγκλωβισμό χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών στα ελληνικά νησιά, όπως και για το μέλλον αυτής, το μέλλον των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη, αλλά και το μέλλον του συστήματος προστασίας προσφύγων στην Ευρώπη.
Ήδη μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 28-2-2017, επιβεβαιώθηκε αυτό που από την αρχή είχε επισημανθεί, ότι δηλαδή δεν αποτελεί συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Τουρκίας, αλλά μια ιδιότυπη διακήρυξη μεταξύ των αρχηγών των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Τουρκίας, γι’ αυτό και η αναφορά της έκτοτε ως δήλωση και όχι συμφωνία. Λίγα, όμως, αλλάζουν παρ’ όλα αυτά, καθώς αυτή εφαρμόσθηκε πραγματικά και η συμφωνία της με το διεθνές δίκαιο κρίνεται ενώπιον Δικαστηρίων, μέσω των μεθόδων με τις οποίες υλοποιήθηκαν οι διακηρύξεις της. Ήδη η βασικότερη έννοια που χρησιμοποιήθηκε για την εφαρμογή της, αυτή της Τουρκίας ως ασφαλούς χώρας, κρίνεται στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, μαζί και με το ζήτημα της συγκρότησης των δευτεροβάθμιων επιτροπών ασύλου.

Η επιστροφή όλων των παράτυπα εισερχομένων

Σύμφωνα με τη δήλωση «όλοι οι νέοι παράτυποι μετανάστες που φθάνουν στα ελληνικά νησιά μέσω Τουρκίας από τις 20 Μαρτίου 2016 και έπειτα θα επιστρέφονται σε αυτήν». Πώς, όμως, θα γινόταν αυτό, όταν όλοι υποβάλλουν αίτηση ασύλου, που σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο πρέπει να εξεταστεί για τον καθένα ξεχωριστά; Εδώ προτάθηκε το τέχνασμα να χαρακτηρίσει η Ελλάδα την Τουρκία ως ασφαλή χώρα, για να δικαιολογήσει την επανεισδοχή όλων των προσφύγων και μεταναστών στην Τουρκία.
Για να μπορούσε, όμως, μια χώρα να χαρακτηρισθεί ως ασφαλής, θα έπρεπε είτε να είχε χορηγήσει προηγουμένως επαρκή προστασία στον συγκεκριμένο αιτούντα, είτε να μπορούσε να του χορηγήσει προστασία σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης για τους πρόσφυγες, και στη δεύτερη αυτή περίπτωση να στοιχειοθετείτο επαρκής σύνδεσμος με τη χώρα αυτή. Σε κάθε δε περίπτωση, η χώρα αυτή θα έπρεπε να τον προφυλάσσει από απειλές κατά της ζωής και της ελευθερίας του, όπως και κατά κινδύνου να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, όπως επίσης και κατά κινδύνου επαναπροώθησης στη χώρα καταγωγής του.
Την εφαρμογή του τεχνάσματος, που εισηγήθηκαν εμπειρογνώμονες του EASO που ήρθαν για να υποβοηθήσουν την Υπηρεσία Ασύλου, αρνήθηκαν κατά τη συντριπτική τους πλειοψηφία (σε 390 από τις 393 αποφάσεις) να εφαρμόσουν οι Επιτροπές Ασύλου, λόγω κυρίως: α) της πληθώρας αποφάσεων Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων, καθώς και εκθέσεων των πλέον επώνυμων διεθνών οργανώσεων (Διεθνής Αμνηστία, Human Rights Watch), που αναφέρουν παραβιάσεις από τη μεριά της Τουρκίας ως προς την τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης, β) των σοβαρών ελλείψεων ως προς το σύστημα προστασίας που παρέχει στους πρόσφυγες, αλλά και του ίδιου του γεγονότος ότι η Τουρκία δεν δεσμεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης για τους πρόσφυγες, καθώς και γ) του γεγονότος ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπήρχε επαρκής σύνδεσμος του αιτούντα με την Τουρκία, δηλαδή σοβαροί οικογενειακοί ή άλλοι δεσμοί (π.χ. καθεστώς προηγούμενης διαμονής) που να δικαιολογούν την επιστροφή στη χώρα αυτή, παρά τις αντίθετες, επιεικώς έωλες, εισηγήσεις περί χαρακτηρισμού της απλής διέλευσης ως επαρκούς συνδέσμου.

Επικίνδυνο τέχνασμα

Ας σημειωθεί δε ότι παραδόξως, ο χαρακτηρισμός ως ασφαλούς χώρας της Τουρκίας επιχειρήθηκε να εφαρμοσθεί μόνο στους σύριους πολίτες, σε αυτούς, δηλαδή, που κατεξοχήν χρήζουν προστασίας, καθώς, ως προς τις λοιπές εθνικότητες, δεν μπορούσε ούτε στοιχειωδώς να σταθεί τέτοιο επιχείρημα.
Ενόψει αυτής της στάσης των Επιτροπών, τον Ιούνιο του 2016 προωθήθηκε τροπολογία για την αλλαγή της σύνθεσης των Επιτροπών, με τη συμμετοχή πλέον κατά πλειοψηφία δικαστικών λειτουργών, τροποποίηση αμφίβολης συνταγματικότητας, καθώς, μετά τη Συνταγματική Αναθεώρηση του 2001, δεν επιτρέπεται καταρχήν η συμμετοχή δικαστικών σε επιτροπές που ασκούν διοικητικά καθήκοντα, σύμφωνα και με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Και τα δύο ζητήματα (της έννοιας της Τουρκίας ως ασφαλούς χώρας και της συγκρότησης των επιτροπών ασύλου) ήρθαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, και ήδη παραπέμφθηκαν προς εκδίκαση στην Ολομέλειά του, που συνεδρίασε στις 10-3-2017. Εν τω μεταξύ οι νέες Επιτροπές έχουν κατ’ ουσίαν αναστείλει την έκδοση αποφάσεων επί του ζητήματος του χαρακτηρισμού της Τουρκίας ως ασφαλούς χώρας, περιμένοντας την απόφαση του ΣτΕ.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι το άνω τέχνασμα είναι πλέον μικρής πρακτικής, αλλά μεγάλης συμβολικής σημασίας, καθώς αν επικυρωθεί η νομιμότητά του από το ΣτΕ, θα ανοίξει το δρόμο για διεύρυνση της εφαρμογής του.
Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία της Υπηρεσίας Ασύλου, έως τις 31-12-2016, το τέχνασμα αυτό, μετά την ανατροπή του σε 390 περιπτώσεις, αφορά σε έως 790 εκκρεμείς περιπτώσεις, από το σύνολο των 14.394 ανθρώπων που βρίσκονται στα νησιά στις 8-3-2017, σύμφωνα με το άτυπο πάντα συντονιστικό όργανο διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης.

Ο εγκλωβισμός στα νησιά

prosfygiko

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που έχουν τεθεί σε σχέση με τη δήλωση, είναι αν αυτή επιβάλλει την παραμονή των νεοεισερχόμενων στα ελληνικά νησιά. Η απάντηση είναι πως όχι, αλλά εδώ πραγματικά θα πρέπει να εξεταστεί πως έχει κυλήσει η πραγματική εφαρμογή της, σε συνδυασμό με τη στάση της Τουρκίας. Μετά τη ματαίωση της πιθανότητας σταδιακής απελευθέρωσης της διαδικασίας χορήγησης θεώρησης εισόδου (βίζας) στους τούρκους πολίτες, σημείο της δήλωσης, που μαζί με μια σεβαστή χρηματοδοτική ενίσχυση, αποτελούσαν τα ανταλλάγματα προς την Τουρκία για να αποδεχθεί τους όρους για έλεγχο της παράνομης διακίνησης μεταναστών και για αποδοχή της επανεισδοχής πολιτών τρίτων χώρων εκεί, η Τουρκία υπαναχώρησε σιωπηρά από την πολιτική της δέσμευση για εφαρμογή της συμφωνίας επανεισδοχής με την ΕΕ πριν την πραγματική έναρξη εφαρμογής της, που αναμένεται τον Οκτώβριο του 2017. Έτσι πράγματι δέχεται προς επανεισδοχή με βάση την κοινή δήλωση ΕΕ – Τουρκίας, μόνο ανθρώπους που βρίσκονται στα ελληνικά νησιά και όχι από άλλο σημείο της Ελλάδας.
Πριν πούμε, όμως, ότι έχει έτσι δίκιο ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής και ο εκπρόσωπος της ΕΕ για την εφαρμογή της δήλωσης, πρέπει να δούμε τα νούμερα των επιστροφών, για να καταλάβουμε ποιες είναι οι ενδόμυχες επιδιώξεις τόσο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όσο και των Ελληνικών Αρχών.
Με βάση το ισχύον από το 2003 πρωτόκολλο επανεισδοχής Ελλάδας – Τουρκίας, από 1-1-2016 έως 2-3-2017 έχουν επιστραφεί στην Τουρκία 1.196 άτομα, ενώ με βάση τη δήλωση ΕΕ – Τουρκίας επιστράφηκαν 916 άτομα το ίδιο διάστημα.
Μοιάζει έτσι ότι οι επιστροφές προς Τουρκία, παρά το τεράστιο βάρος, σημασία και χρηματοδότηση που τους δίνεται, να μην αποδίδουν και να αποτελούν μικρό μέρος των αναγκαστικών ή εθελούσιων επιστροφών (8.056 αναγκαστικές επιστροφές σε χώρες εκτός της Αλβανίας και 6.153 εθελούσιες επιστροφές για το 2016, με βάση στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας και του ΔΟΜ), από το σύνολο, βέβαια, της χώρας.
Αν συνδυασθεί αυτός ο μικρός αριθμός επιστροφών με το μικρό αριθμό σύριων πολιτών που αναμένουν την έκβαση των υποθέσεών τους, γιατί αυτή η επιμονή στην παραμονή (εγκλωβισμό) χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών στα ελληνικά νησιά; Και πώς μπορεί αυτό να δικαιολογήσει τον τεράστιο αριθμό προσώπων που έχουν αναπτυχθεί στα ελληνικά νησιά από τον Frontex και το EASO (256 EASΟ, 808 Frontex, 1 NATO, σύνολο 1.065 άτομα στις 13-2-2017).
Η μόνη εξήγηση είναι ότι στην Ελλάδα έχει διαμορφωθεί μια άτυπη ζώνη εγκλωβισμού προσφύγων, η οποία προσομοιάζει προς τη λειτουργία των νησιών Ναούρου, σε σχέση με τη μετανάστευση προς την Αυστραλία. Όσο περισσότερα εμπόδια στο ταξίδι, τόσο μικρότερη η ροή. Μόνο που αυτά τα bottlenecks, μποτιλιαρίσματα, όπως θα το μεταφράζαμε στα ελληνικά, δημιουργούν συνθήκες ασφυξίας εκεί που εφαρμόζονται. Οι πρόσφατοι αλλεπάλληλοι θάνατοι και οι απόπειρες αυτοκτονίας στα κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης της Λέσβου και της Σάμου αυτό μαρτυρούν, ενώ επίσης ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η αύξηση φαινομένων ρατσιστικής βίας, όπως και επεισοδίων μεταξύ μεταναστών και ντόπιου πληθυσμού στα ελληνικά νησιά, κυρίως του Βορείου Αιγαίου.
Εκείνο, όμως, που είναι ακόμη περισσότερο ανησυχητικό, είναι η πρόθεση ο εγκλωβισμός να συνεχιστεί και να επεκταθεί και στις περιπτώσεις που εξαιρέθηκαν πέρσι της εφαρμογής της συμφωνίας. Δηλαδή στις ευάλωτες περιπτώσεις, κυρίως μονογονεϊκές οικογένειες με ανήλικα τέκνα, αλλά και στις περιπτώσεις που υπάρχει δυνατότητα οικογενειακής επανένωσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως μαρτυρεί το, από 8-12-2016, σχέδιο δράσης του εκπροσώπου της ΕΕ για την εφαρμογή της συμφωνίας, που φέρεται ότι έχει συμφωνηθεί με τις Ελληνικές Αρχές. Αυτό υποδηλώνει, επίσης, και η πρόσφατη αλλαγή στάσης του EASO, με την επιδίωξη να εφαρμοσθεί το τέχνασμα της ασφαλούς τρίτης χώρας και σε μη σύριους πρόσφυγες.

Ο κανονισμός Δουβλίνου και ο φόβος των επιστροφών

Afghan migrants arrive on the shores of the Greek island of Lesbos after crossing the Aegean Sea from Turkey on a inflatable dinghy, Monday, Sept. 21, 2015. Greece's coast guard was searching Sunday for 26 migrants missing off the coast of the eastern Aegean island of Lesbos after the boat they were traveling in sank. (AP Photo/Petros Giannakouris)

Afghan migrants arrive on the shores of the Greek island of Lesbos after crossing the Aegean Sea from Turkey on a inflatable dinghy, Monday, Sept. 21, 2015. Greece’s coast guard was searching Sunday for 26 migrants missing off the coast of the eastern Aegean island of Lesbos after the boat they were traveling in sank. (AP Photo/Petros Giannakouris)

Με την εφαρμογή της δήλωσης ΕΕ – Τουρκίας συμπλέκεται επίσης και το ζήτημα της επαναφοράς της εφαρμογής του κανονισμού Δουβλίνου για την Ελλάδα (παρότι συζητείται ήδη στην Ευρώπη η πρόταση αναθεώρησής του), μετά την σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για επαναφορά των επιστροφών από 15-3-2017.
Η εμμονή στην τήρηση της δήλωσης και την επιστροφή προσφύγων προς την Τουρκία, εμφανίζεται έτσι ως η δέουσα απάντηση στην απειλή επανάληψης αυξημένων εισόδων, που θα συντελέσει στον εγκλωβισμό μεγάλου αριθμού προσφύγων στην Ελλάδα, μαζί με όσους θα μας επιστρέφονται από την Ευρώπη.
Όμως η επαναφορά των επιστροφών αυτών είναι αμφίβολη, καθώς τον κύριο λόγο έχει το Συμβούλιο της Ευρώπης, που παρακολουθεί την εφαρμογή της απόφασης MSS του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου του Στρασβούργου του 2011, που οδήγησε στην αναστολή τους, ενώ επίσης οι σχετικές αποφάσεις θα κριθούν από τα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών. Το δε αποτέλεσμα επαναφοράς των επιστροφών είναι επίσης αμφίβολο, καθώς ας μην ξεχνάμε ότι ο κανονισμός Δουβλίνο εφαρμόζεται ως προς την Ιταλία, χωρίς να έχει οδηγήσει σε επιστροφές σημαντικά μεγάλου αριθμού αιτούντων άσυλο.
Εκείνο δε που θα πρέπει να κατανοήσουμε, είναι ότι η κυβέρνηση ζητά σήμερα από το Συμβούλιο Επικρατείας να χαρακτηρίσει ασφαλή χώρα την Τουρκία, όταν το 2011 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είχε χαρακτηρίσει ως μη ασφαλή χώρα την Ελλάδα, υπό παρεμφερείς συνθήκες, και παρότι η Ελλάδα είχε επικυρώσει τη Σύμβαση της Γενεύης και την εφάρμοζε, με προβληματικό βέβαια τρόπο.

Τι μπορεί να γίνει;

Καταρχήν θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η κατάσταση στα ελληνικά νησιά, αλλά και στην ενδοχώρα, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, είναι ελέγξιμη και διαχειρίσιμη και δεν δικαιολογεί συνθήκες πανικού. Το στάτους κβο είναι δύσκολο να αλλάξει, εκτός βέβαια αν υπάρξουν δραματικές εξελίξεις στην περιοχή της Τουρκίας, είτε στην περιοχή της Συρίας ή της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.
Τότε γιατί αυτή η αναστάτωση, η αναγόρευση του ζητήματος υποστήριξης της δήλωσης σε «εθνικό» ζήτημα και η θέληση από μεριάς και της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να διευρύνει την εφαρμογή της; Η μόνη πιθανή εξήγηση είναι η διάθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να χρησιμοποιήσει το μοντέλο της Ελλάδας και της διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης και σε άλλα σημεία της Ευρώπης, όπως στον κεντρικό διάδρομο της Μεσογείου, ο οποίος πλέον αποτελεί τη βασική πύλη εισόδου στην ΕΕ (170.000 άτομα το 2014, 154.000 το 2015 και 181.000 το 2016), καθώς επίσης και να τρέψει την ατζέντα προς αύξηση των επιστροφών, όπως μαρτυρούν οι πρόσφατες ανακοινώσεις της Επιτροπής στις 2-3-2017, αλλά και οι ανακοινώσεις μετά τη Σύνοδο Κορυφής της Μάλτας στις 8-2-2017.
Είναι μεν αλήθεια ότι η κρίση του 2015 ήταν πρωτόγνωρη και προκάλεσε σοβαρό κλυδωνισμό στην Ευρώπη, πλην όμως από την κρίση αυτή βγήκε ενδυναμωμένη, έχοντας το ηθικό πλεονέκτημα ότι έδωσε καταφύγιο σε περισσότερο από 1.000.000, κατά κύριο λόγο πρόσφυγες. Το μερίδιο ήταν σαφώς μικρότερο από το μερίδιο των λοιπών κρατών του κόσμου που έχουν αντιμετωπίσει τη συριακή κρίση, όμως κάποιος θα πρέπει να αναλογιστεί και το επίπεδο προστασίας που παρέχει η Ευρώπη, το οποίο δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτό των λοιπών κρατών, και είναι αυτό που την έχει διατηρήσει έως σήμερα ως κοιτίδα πολιτισμού.
Η Ελλάδα θα πρέπει να αποφασίσει σε ποια Ευρώπη θέλει να συμμετέχει. Σε αυτήν των χωρών του Βίζεγκραντ, με προεξάρχουσα την Ουγγαρία, που υψώνει τείχη, χτίζει φυλακές στα σύνορα, και διώχνει τον κόσμο κακοποιώντας τον, ή σε μια Ευρώπη ανεκτική που προσπαθεί να διαχειρισθεί το ζήτημα της μετανάστευσης με κατανόηση και με διάθεση ενσωμάτωσης, μεταλαμπαδεύοντας τον πολιτισμό της;

Ζητούμενο ένα επαρκές σύστημα υποδοχής

Η αναγόρευση της Τουρκίας σε ασφαλή χώρα, αποτελεί πισωγύρισμα από τις μέχρι σήμερα αξίες της Ευρώπης. Έως ότου η χώρα αυτή αναβαθμίσει το επίπεδο προστασίας των μεταναστών-προσφύγων, αλλά και των ίδιων των πολιτών της, σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ασφαλής χώρα, τουλάχιστον με όρους ισοδύναμους με αυτούς της Σύμβασης της Γενεύης για τους πρόσφυγες (που αυτή αποτελεί την πραγματική κατάκτηση του Ευρωπαϊκού πολιτισμού).
Εμμένοντας σε μια πολιτική επιστροφής των προσφύγων στην Τουρκία, θα φέρει την Ελλάδα στη μεριά της ξενόφοβης – ρατσιστικής Ευρώπης, κάτι που έχει αποφευχθεί έως σήμερα.
Αντίθετα είναι ευκαιρία για την Ελλάδα, με την διαμορφωθείσα κατάσταση, να δημιουργήσει ένα επαρκές σύστημα παροχής ασύλου στα σημεία εισόδου, με εξέταση των αιτημάτων ασύλου στην ουσία τους και όχι με το τέχνασμα της ασφαλούς χώρας. Όποιος δικαιούται προστασίας θα πρέπει να εισέρχεται στο σύστημα υποδοχής της χώρας, όποιος δεν δικαιούται προστασίας, θα πρέπει να επιστρέφεται στη χώρα καταγωγής του, είτε στην Τουρκία, με βάση τη συμφωνία επανεισδοχής ή την ίδια τη δήλωση, έως την πλήρη εφαρμογή της συμφωνίας επανεισδοχής ΕΕ – Τουρκίας.
Είναι ευκαιρία για την Ελλάδα να αξιοποιήσει το ηθικό πλεονέκτημα που αποκόμισε από τη διαχείριση της κρίσης το 2015 και το 2016, εκμεταλλευόμενη την υποστήριξη και της Ευρώπης και όλων των διεθνών οργανισμών, και να δημιουργήσει ένα επαρκές σύστημα υποδοχής και τελικά ένταξης στην Ελλάδα ή στην Ευρώπη, μέσω του συστήματος μετεγκατάστασης. Αυτό θα είναι προς το συμφέρον και της Ελλάδας και μιας Ευρώπης που τιμά τον πολιτισμό της.

*Δικηγόρος, πρώην Γ.Γ. Μεταναστευτικής Πολιτικής.

 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ

Ένα χρόνο μετά τη Συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας

Ένα χρόνο μετά τη Συμφωνία, σας καλούμε σε Συνέντευξη Τύπου, που θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα, την Πέμπτη 16 Μαρτίου, ημέρα όπου, επανενεργοποιείται ο Κανονισμός του Δουβλίνου, με αποτέλεσμα εφεξής να ξεκινήσουν οι επιστροφές αιτούντων άσυλο από την υπόλοιπη Ευρώπη στην πρώτη χώρα εισόδου στην ΕΕ, εντείνοντας έτσι τα ελληνικά αδιέξοδα. Μιλούν οι: Μαριέττα Προβοπούλου (ΓΧΣ), Νικήτας Κανάκης (ΓτΚ), Δημήτρης Σαραφιανός (ΕΕΔΑ), Σπύρος Κουλοχέρης (ΕΣΠ), Επαμεινώνδας Φαρμάκης (Solidarity Now), Ηρακλής-Σπυρίδων Ακτύπης (Διεθνής Αμνηστία), Δημήτρης Χριστόπουλος (FIDH).
Στις 12:30, στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ (Ακαδημίας 20, Αθήνα).