Η συναίνεση δεν είναι αυτοσκοπός

Σε γρίφο τείνει να εξελιχθεί το ζήτημα του διαχωρισμού των ρόλων εκκλησίας και κράτους. Η «πρόταση συμφωνίας», που κατά κοινή ομολογία προετοιμαζόταν τουλάχιστον επί δύο χρόνια, φάνηκε να βρίσκει εντελώς απροετοίμαστη και αρνητική την εκκλησιαστική ιεραρχία, αν κρίνει κανείς από το πνεύμα που επικράτησε, σύμφωνα με πληροφορίες. Όσο για την ανακοίνωση που δόθηκε με τη λήξη της συζήτησης, κρίνεται τουλάχιστον αντιφατική. Ενώ δηλώνει τη θέληση να συνεχιστεί ο διάλογος και πληροφορεί για τη δημιουργία σχετικής επιτροπής, καταλήγει με την επισήμανση ότι «εμμένει στο υφιστάμενο καθεστώς μισθοδοσίας» των κληρικών, δηλαδή για ένα ζήτημα που συνδέεται άρρηκτα με καίρια σημεία της κοινής πρότασης. Από το Μαξίμου η απάντηση υπήρξε άμεση και αποφασιστική. Συμφωνεί μεν με τη συνέχιση του διαλόγου, διευκρινίζει δε ότι θα προχωρήσει σε πρόταση νόμου με βάση το «κοινό ανακοινωθέν» Τσίπρα-Ιερώνυμου, που θα θέσει υπόψη της ιεραρχίας, αλλά τονίζει ότι το καθεστώς μισθοδοσίας «σε κάθε περίπτωση είναι ευθύνη και απόφαση της πολιτείας».
Εκείνο που κάνει ακόμα πιο δυσνόητη την κατάσταση, είναι ότι αμέσως ακολούθησε δήλωση του αρχιεπισκόπου, με την οποία «χαιρετίζει με ικανοποίηση τη δήλωση του πρωθυπουργού σχετικά με την ομόφωνη απόφαση της ιεραρχίας»…
Αυτό, πάντως, που δεν φαίνεται δυσνόητο, είναι ότι η εκδοχή της συναινετικής λύσης γίνεται πια λιγότερο πιθανή, ακόμη κι αν οι τελευταίες κινήσεις υποδηλώνουν τη διάθεση όλων να κερδίσουν χρόνο. Η κυβέρνηση τουλάχιστον, ένα τρόπο έχει για να λύσει το γρίφο: να δηλώσει την άποψή της ότι η συναίνεση δεν είναι αυτοσκοπός. Ιδίως όταν η μία πλευρά τα θέλει όλα δικά της και να προχωρήσει στην άμεση νομοθέτηση της συμφωνίας Ιερώνυμου – Τσίπρα. Η αντιπαράθεση θα είναι και πολιτική, καθώς ΝΔ και ΚΙΝΑΛ έσπευσαν να κατηγορήσουν την κυβέρνηση και να τοποθετηθούν στο πλευρό των σκληρών της ιεραρχίας.