Η συνάντηση σοσιαλισμού και οικολογίας: μια μικρή περιοδολόγηση

Αυτή η εφημερίδα, όπως και ο πολιτικός φορέας που πρωταγωνίστησε στην ίδρυσή της, ενδιαφερόταν πάντα για το διάλογο της ανανεωτικής κομμουνιστικής και ευρύτερης Αριστεράς με την Πολιτική Οικολογία. Η πρόσφατη κρίση του κορονοϊού και η αδιαμφισβήτητη σύνδεσή της με τον καταστροφικό για το περιβάλλον παγκόσμιο καπιταλισμό έχει επαναφέρει στην επικαιρότητα την ανάγκη αυτού του διαλόγου, με στόχο την άμεση πολιτική παρέμβαση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, δημοσιεύσουμε σήμερα άρθρο του συνεργάτη μας Γιώργου Μπάλια, αναπληρωτή καθηγητή Περιβαλλοντικής Νομοθεσίας και Πολιτικής στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, ενός επιστήμονα ο οποίος υπηρετεί με συνέπεια εδώ και πολλά χρόνια την προσπάθεια θεωρητικής και πολιτικής σύγκλισης στην Ελλάδα του κόκκινου με το πράσινο.

Χ. Γο.

Του Γιώργου Μπάλια

Είναι αναμφισβήτητο ότι στην κομμουνιστική και ευρύτερα στη σοσιαλιστική σκέψη και παράδοση υπάρχουν σημαντικές αναφορές οικολογικού χαρακτήρα. Αν και δεν συνιστούν ένα ολοκληρωμένο corpus, ωστόσο επιτρέπουν να επεκταθεί η θεωρητική και πολιτική σκέψη πέραν της κριτικής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, ώστε να συμπεριλάβει και τις σχέσεις ανθρώπου – φύσης.

Η σχέση κοινωνίας – φύσης στον Μαρξ

Ειδικότερα, μπορούμε να βρούμε μια πρώτη ιδέα για το ρόλο του ιστορικού υλισμού στις συλλογικές σχέσεις με τη φύση, στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848). Εκεί επισημαίνεται ότι μεταξύ των χαρακτηριστικών που κάνουν την αστική τάξη επαναστατική, είναι η ικανότητά της να μετασχηματίσει καθολικά το φυσικό κόσμο. Ειδικότερα τονίζεται ότι «η αστική τάξη με τον ερχομό της δημιούργησε ποικίλες και κολοσσιαίες παραγωγικές δυνάμεις… Μεταξύ αυτών είναι η υποδούλωση των δυνάμεων της φύσης, οι μηχανές, η εφαρμογή της χημείας στη βιομηχανία και στη γεωργία… η μετατροπή ολόκληρων ηπείρων σε καλλιεργήσιμες γαίες…»
Αργότερα, ο Μαρξ διατυπώνει τη θέση ότι «η καπιταλιστική παραγωγή δεν αναπτύσσει την τεχνική και τους συνδυασμούς της διαδικασίας κοινωνικής παραγωγής παρά μόνο καταστρέφοντας ταυτόχρονα τους ζωτικούς πόρους δημιουργίας κάθε πλούτου: τη γη και τον εργάτη.» (Το Κεφάλαιο, βιβλίο Ι). Αναφορικά με την εκβιομηχάνιση της γεωργίας, ο Μαρξ περιγράφει με διεισδυτικό τρόπο το μεγάλο της μετασχηματισμό. Γράφει σχετικά: «Με την αυξανόμενη υπεροχή του αστικού πληθυσμού που συσσωρεύει στα μεγάλα κέντρα, η καπιταλιστική παραγωγή συγκεντρώνει, από τη μια πλευρά, την ιστορική κινητήρια δύναμη της κοινωνίας και, από την άλλη πλευρά, διαταράσσει το μεταβολισμό ανάμεσα στον άνθρωπο και στη γη.» (Το Κεφάλαιο, βιβλίο Ι). Αυτό συμβαίνει διότι επιχειρείται μια μαζική μεταφορά υλικών αντικειμένων από την ύπαιθρο στις πόλεις, η οποία καταλήγει σε συσσώρευση αποβλήτων, ως κατάλοιπο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, πράγμα που σημαίνει ότι δεν επιστρέφουν στο έδαφος από το οποίο προέρχονται. Έτσι επέρχεται σημαντική μείωση της γονιμότητας των εδαφών.
Επιπλέον, η οικονομία της συσσώρευσης αποκαλύπτει μια από τις διαστάσεις που είχαν μελετηθεί πολύ λίγο έως τότε και που ο Μαρξ την περιγράφει ως εξής: «Κάθε πρόοδος στην καπιταλιστική γεωργία δεν είναι μόνο πρόοδος στην τέχνη της λεηλασίας του εργάτη, αλλά επίσης και στην τέχνη της λεηλασίας της γης. Κάθε πρόοδος σχετικά με την ανάπτυξη της γονιμότητας για ένα χρονικό διάστημα είναι ταυτόχρονα πρόοδος στην καταστροφή των φυσικών πηγών αυτής της γονιμότητας.» (Το Κεφάλαιο, βιβλίο Ι). Παρατηρούμε, λοιπόν, μια επέκταση του υλισμού του Μαρξ, καθόσον η κοινωνιολογική διάσταση της αλλοτρίωσης της εργασίας από το κεφάλαιο συμπληρώνεται και από την αλλοτρίωση της ίδιας της φύσης, της οποίας ο μετασχηματισμός περιγράφεται επανειλημμένα στο έργο του Μαρξ.
Επίσης, έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο Μαρξ θεωρεί ότι η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη, καθώς υπηρετεί τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Γράφει σχετικά: «Η φύση δεν κατασκευάζει ούτε ατμομηχανές, ούτε σιδηρόδρομους, ούτε αυτόματες μηχανές κλπ. Αυτά είναι προϊόντα της ανθρώπινης βιομηχανίας, της φυσικής ύλης που μετασχηματίστηκε σε όργανα της ανθρώπινης βούλησης για να εξουσιάσει τη φύση.» (Grundrisse-Manuscrits de 1857-1858).

Ο σύγχρονος οικομαρξισμός

Μια αναζωογόνηση του οικολογικού προβληματισμού σε σχέση με τον μαρξισμό ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980, κυρίως, με τους Τζέιμς Ο’Κόννορ (Capitalism, Nature, Socialism, an introduction, 1988), Τζων Μπέλλαμυ Φόστερ (Marx’s ecology, 2000) και Πωλ Μπάρκεττ (Marx and Nature, 2014). Στην Ευρώπη δεν αναπτύχθηκε αντίστοιχος προβληματισμός, αν εξαιρέσουμε τον Αντρέ Γκορζ (Ecologica, 2008), ο οποίος ανέδειξε ορισμένες πλευρές της αναγκαίας σύγκλισης μαρξισμού και οικολογίας.
Ο Φόστερ θεωρεί ότι το έργο του Μαρξ συνιστά μια σημαντική συμβολή στην έρευνα για τις μορφές κοινωνικοποίησης της φύσης, στον αντίποδα των κλασικών αντιλήψεων που αναφέρονταν μονοσήμαντα στην κυριαρχία του ανθρώπου στη φύση. Κεντρική εννοιολογική κατηγορία του Φόστερ είναι ο «κοινωνικός μεταβολισμός», ο οποίος έχει σαν αφετηρία την επισήμανση του Μαρξ ότι η μηχανοποιημένη και εντατική καλλιέργεια οδηγεί σε μείωση των συστατικών όπως το άζωτο, το κάλιο και φώσφορος. Τα στοιχεία αυτά αντί να επιστρέψουν στη γη, μεταφέρονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, από την ύπαιθρο στις πόλεις, όπου συσσωρεύονται με τη μορφή τοξικών αποβλήτων και ρύπανσης.
Αυτός ο ζωτικού χαρακτήρα κοινωνικός μεταβολισμός, που στη σκέψη του Μαρξ είναι η ανταλλαγή ύλης και ενέργειας μεταξύ των ανθρώπων και της φύσης, υπό αυτές τις συνθήκες καταλύεται. Αναφερόμενος στο παράδειγμα της Ιρλανδίας και ειδικότερα στο πρόβλημα της γονιμότητας των εδαφών της, ο Μαρξ τόνιζε: «Η Αγγλία εδώ και 1,5 αιώνα εξήγε έμμεσα το έδαφος της Ιρλανδίας χωρίς να παραχωρήσει στους γεωργούς τα μέσα για να αντικαταστήσουν τα στοιχεία που συγκροτούν το έδαφος» (Το Κεφάλαιο, βιβλίο Ι). Η έννοια, λοιπόν, της ρήξης του κοινωνικού μεταβολισμού αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές προτάσεις του οικολογικού μαρξισμού, καθώς μας επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η οικολογική κρίση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αντίστοιχη κοινωνική.
Με άλλες λέξεις, η παραπάνω ρήξη είναι το αποτέλεσμα του χωρισμού των βιοτικών φαινομένων από τα κοινωνικά φαινόμενα, όπως αυτά προσδιορίζονται από τις σχέσεις παραγωγής. Υπό αυτό το πρίσμα, πρέπει να κατανοήσουμε τη φράση του Μαρξ ότι «η εργασία είναι κατ’ αρχάς μια διαδικασία που εξελίσσεται ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, μια διαδικασία στην οποία ο άνθρωπος ρυθμίζει και ελέγχει το μεταβολισμό του με τη φύση μέσω της ίδιας της δράσης του.» (Το Κεφάλαιο, βιβλίο Ι). Αυτό που προκύπτει από τα παραπάνω, είναι ότι η διαδικασία της εργασίας προϋποθέτει την ύπαρξη ενός φυσικού υποστρώματος, το οποίο οι κοινωνίες μετασχηματίζουν για να παράξουν αντικείμενα και τις υλικές συνθήκες ύπαρξής τους. Με αυτή την έννοια, η οικολογική κρίση δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα της διατάραξης των υλικών ανταλλαγών μεταξύ των ανθρώπων και του περιβάλλοντος.

Οι αντιφάσεις του καπιταλισμού υπό το φως του οικομαρξισμού

Ο Τζέιμς Ο’Κόννορ επέκτεινε τον προβληματισμό σχετικά με την επίδραση του Μαρξ στην οικολογική σκέψη, εισάγοντας την έννοια της «δεύτερης αντίφασης» του καπιταλισμού. Σύμφωνα με αυτή, διαπιστώνουμε τη βασική αδυναμία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής να συνεχίσει να λειτουργεί σε βάθος χρόνου, όπως αυτό αποτυπώνεται στην τάση του να δημιουργεί οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις. Αυτή η δεύτερη αντίφαση είναι διαφορετική από την πρώτη που προσδιορίζει την κλασική μαρξιστική σκέψη, την κυριαρχία, δηλαδή, του κεφαλαίου επί της εργασίας, η οποία οδηγεί σε δομικές ανισότητες που διαταράσσουν την ισορροπία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Αυτές οι κρίσεις, σύμφωνα με τον Ο’Κόννορ, που είναι εσωτερικές στο οικονομικό σύστημα, αντικατοπτρίζουν την τάση του κεφαλαίου να μην βρίσκει τις αναγκαίες διόδους για την αναπαραγωγή του. Από την άλλη πλευρά, η δεύτερη αντίφαση είναι εκείνη που επηρεάζει αυτό που ο συγγραφέας ονομάζει συνθήκες παραγωγής. Στον όρο αυτό συμπεριλαμβάνει την εργατική δύναμη, τις κοινές συνθήκες παραγωγής (κυρίως τις αστικές υποδομές, τις μεταφορές κλπ) και τέλος, το φυσικό κεφάλαιο, που είναι οτιδήποτε δεν συμμετέχει στον κύκλο του εμπορεύματος, αλλά είναι προϋπόθεση για τη δημιουργία του.
Για τον Ο’Κόννορ η ανάπτυξη του καπιταλισμού συνοδεύεται από την κλιμακούμενη καταστροφή αυτών των συνθηκών: κρίση της δημόσιας υγείας, της εκπαίδευσης, της οικογένειας, κρίση των αστικών υποδομών και γενικότερη οικολογική κρίση αποτελούν τις εκφράσεις αυτής της δεύτερης αντίφασης. Σύμφωνα με το συγγραφέα, τα αναγκαία εργαλεία για την ανάλυση αυτής της αντίφασης δεν είναι παρόντα αυτά καθαυτά στον Μαρξ. Εκείνο, όμως, που έχει σημασία είναι ότι, από πολιτική άποψη, η ανάδειξη της δεύτερης αντίφασης οδηγεί στην ανάδυση νέων μετώπων στην κοινωνική πάλη, όπως είναι ο φεμινισμός, το δικαίωμα στην πόλη και η οικολογία, τα οποία συμπληρώνουν, σε ισότιμη βάση, το κλασικό διακύβευμα της πάλης των τάξεων.
Κεντρική εννοιολογική κατηγορία του οικομαρξισμού είναι το «φυσικό κεφάλαιο», δηλαδή η άμεση συμβολή των φυσικών και βιολογικών διαδικασιών στην παραγωγή πλούτου. Ενδιαφέρον, σχετικά με αυτό, έχουν οι ιδέες του Πωλ Μπάρκεττ, που δίνουν μια κοινωνική διάσταση στο φυσικό κεφάλαιο, καθώς περιστρέφονται γύρω από το ζήτημα των μορφών ιδιοκτησίας που είναι συμβατές με τη διατήρησή του. Ειδικότερα, ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι τα κοινά αγαθά ενταγμένα σε μια προοπτική οικολογικής οικονομίας, χωρίς δηλαδή την παρέμβαση της αγοράς, μπορούν να αποτελέσουν την απάντηση στη «ρήξη του μεταβολισμού» του Μαρξ.
Στο επίκεντρο της συζήτησης που άνοιξε με τον Φόστερ, τον O’Κόννορ και τον Μπάρκεττ βρίσκεται το ζήτημα κατά πόσο ο καπιταλισμός έχει την ικανότητα να ενσωματώνει ένα σύστημα οικολογικής ρύθμισης. Οι συγγραφείς τονίζουν ότι η επιστροφή στον Μαρξ θα δώσει μια νέα ώθηση στο οικολογικό ζήτημα, καθώς ο ιστορικός και ο οικολογικός υλισμός θα μας επιτρέψουν να εντοπίσουμε εκείνες τις μορφές πρόσβασης στη φύση που είναι υπεύθυνες για τη σημερινή οικολογική και κλιματική απορρύθμιση και, εν τέλει, να υπερβούμε το χωρισμό φύσης και κοινωνίας και κατ’ επέκταση την κυριαρχία της δεύτερης επί της πρώτης. Οι παραπάνω, λοιπόν, μορφές πρόσβασης στη φύση δεν είναι παρά διάφορες εκδοχές του καπιταλισμού που δεν επιτρέπουν τη συνύπαρξή του με την προστασία της φύσης.

Η σχέση κοινωνίας – φύσης στον Καρλ Πολάνυι

Στο βιβλίο του The Great Transformation (1944) ο Πολάνυι, μεταξύ των άλλων, προτείνει μέτρα τα οποία θα πρέπει να λάβουν τα βιομηχανικά κράτη για να προστατεύσουν τη φύση από τις συνέπειες της εμπορευματοποίησής της. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται η ανανέωση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, ο αποκλεισμός των βασικών φυσικών πόρων από τις λογικές της αγοράς, η δημιουργία φυσικών πάρκων και προστατευόμενων περιοχών και η συλλογική διαχείριση των φυσικών χώρων και του φυσικού πλούτου γενικότερα. Όλα αυτά δείχνουν, σύμφωνα με το συγγραφέα, ότι η φύση θα πρέπει να τεθεί υπό την προστασία πολιτικών θεσμών που θα αναγνωρίζουν ότι η συλλογική σχέση με τον εξωτερικό κόσμο δεν μπορεί να υπαχθεί στο κίνητρο του κέρδους. Άλλωστε, όπως τονίζει, η κυριαρχία της αγοράς δεν εξαφάνισε την τάση της κοινωνίας για αυτοπροστασία, για διατήρηση των σχέσεων με τον εξωτερικό κόσμο και με τον χώρο.
Εκείνο που προξενεί εντύπωση αναφορικά με την υποχρέωση λήψης μέτρων προστασίας της φύσης εκ μέρους των δημοκρατικών κρατών, είναι ότι ο Πολάνυι την τοποθετεί στο ίδιο επίπεδο με τη βασική υποχρέωσή τους να λαμβάνουν μέτρα που εγγυώνται το δικαίωμα στην εργασία και τη σταθερότητα των νομισμάτων. Ο Πολάνυι εντάσσει, λοιπόν, με τον πιο εμφατικό τρόπο την προστασία της φύσης και του χώρου στις βασικές υποχρεώσεις της δημοκρατικής πολιτικής. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, μεταξύ των κοινωνικών συστημάτων, ο σοσιαλισμός είναι αυτός που μπορεί να υλοποιήσει καλύτερα ένα τέτοιο πρόγραμμα, καθώς καθορίζεται από τον στόχο «να υπερβεί την αυτορρυθμιζόμενη αγορά, θέτοντάς την συνειδητά στον έλεγχο μιας δημοκρατικής κοινωνίας.»
Ο Πολάνυι είναι ο μόνος, μεταξύ των συγγραφέων που είναι ενταγμένοι στη σοσιαλιστική παράδοση, ο οποίος συνέδεσε ρητά την υπέρβαση της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς με την ενδυνάμωση των συλλογικών σχέσεων με τη φύση. Η κοινωνία, γράφει, ορίζεται μέσα από τη σχέση της με τη φύση, η οποία ως βάση της παραγωγής «είναι ένα από τα αξεδιάλυτα στοιχεία που συγκροτούν τους ανθρώπινους θεσμούς.» Για τον Πολάνυι, η φιλοσοφική και πολιτική ταυτότητα της σοσιαλιστικής παράδοσης στηρίζεται στο γεγονός ότι δίνει σημασία στο ζήτημα των σχέσεων με τη φύση, δηλαδή στις εξωτερικές συνθήκες που είναι αναγκαίες για την ύπαρξη και διατήρηση των κοινωνιών. Γι’ αυτό το λόγο το σοσιαλιστικό κίνημα αποτελεί το βασικό όχημα της σύγχρονης περιβαλλοντικής ανακλαστικότητας.
Περαιτέρω, κατά τον Πολάνυι, η κυριαρχία της αγοράς με την εγγενή επιθετικότητά της προκαλεί τη δημιουργία αυτού που ονομάζει αντι-κίνημα. Το τελευταίο καλύπτει το σύνολο των μηχανισμών προστασίας του συλλογικού κοινωνικού από τις παθολογίες της αγοράς. Αυτό το αντι-κίνημα, λοιπόν, είναι η βάση όλου του σοσιαλιστικού αφηγήματος, που στόχο έχει την ενδυνάμωση της θεμελιώδους συμμαχίας της κοινωνίας και της φύσης, των ανθρώπων ως πολιτικών και κοινωνικών δρώντων με τον χώρο τους. Δεν είναι υπερβολή να τονίσουμε ότι το έργο του Πολάνυι αποτελεί, αφενός μεν, μια ισχυρή απάντηση στο αναδυόμενο φιλελεύθερο υπόδειγμα που εκφράζονταν, εκείνη την περίοδο, από τον Χαγιεκ και τον Πόππερ, αφετέρου δε, μια από τις σημαντικότερες συμβολές στην πολιτική ιστορία της φύσης.
Αν και, όπως είδαμε, υπάρχουν αναφορές οικολογικού περιεχομένου και μάλιστα κρίσιμης σημασίας στο έργο του Μαρξ, εν τούτοις δεν αναπτύχθηκε περαιτέρω ο σχετικός προβληματισμός από θεωρητικούς που κινούνται σε αυτό το ρεύμα σκέψης. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η εκμετάλλευση της εργασίας και η πάλη των τάξεων να συνεχίζουν να αποτελούν το κεντρικό ζήτημα της μαρξιστικής θεωρητικής συζήτησης, αφήνοντας στο περιθώριο άλλες πλευρές της σκέψης του Μαρξ, ιδίως αυτές που έχουν να κάνουν με τη σχέση κοινωνίας και φύσης στη βάση του ιστορικού υλισμού.

Οι νέες απαιτήσεις

Ο Βάλτερ Μπένγαμιν στο έργο του Le livre des Passages (σχόλια που γράφτηκαν μεταξύ 1927 και 1940) έκανε λόγο για την προοπτική μιας νέας αρμονίας μεταξύ της κοινωνίας και του φυσικού περιβάλλοντος, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι μόνο στη σοσιαλιστική κοινωνία, στην οποία η παραγωγή θα πάψει να στηρίζεται στην εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας, η τελευταία θα χάσει και τον χαρακτήρα που την προσδιορίζει, δηλαδή εκείνον της εκμετάλλευσης της φύσης από τον άνθρωπο.
Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες σύνδεσης της σοσιαλιστικής σκέψης με την οικολογία, δεν κατέστη εφικτό να δομηθεί ένα ολοκληρωμένο σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού με οικολογικά χαρακτηριστικά, ούτε να αναδυθεί ένα νέο θεωρητικό υπόδειγμα. Η σύγχρονη αριστερά συνεχίζει να κινείται, κατά βάση, πάνω στο παλαιό υπόδειγμα της κυρίαρχης αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας, χωρίς να συμπεριλαμβάνει, στο βαθμό που θα έπρεπε, τις άλλες αντιθέσεις, μεταξύ των οποίων βασική είναι αυτή ανάμεσα στο καπιταλιστικό μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης και στις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον. Ο λόγος της αριστεράς γι’ αυτό το θεμελιώδες ζήτημα παραμένει γενικός και αόριστος, πράγμα που δείχνει ότι δεν έχει συνειδητοποιήσει τις ανάγκες και τα ζητήματα που θέτει η σύγχρονη πραγματικότητα.
Οι σύγχρονες προκλήσεις, όπως είναι η κλιματική απορρύθμιση και η απώλεια της βιοποικιλότητας, συντελούνται στη βάση της λεγόμενης «μεγάλης επιτάχυνσης», που είναι το κατεξοχήν χαρακτηριστικό στοιχείο της ανθρωποκαίνου γεωλογικής περιόδου, στην οποία έχει εισέλθει ο πλανήτης. Αυτό σημαίνει ότι υφίσταται άμεσος κίνδυνος μη αναστρέψιμων καταστροφών, που απαιτούν επείγουσα δράση, στην οποία είναι ανάγκη να συγκλίνουν ποικίλα ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα. Ο οικοσιαλισμός μπορεί και πρέπει να συμβάλει στην εμβάθυνση και διεύρυνση αυτού του μετώπου με θεωρητικές επεξεργασίες και, κυρίως, με την προβολή συγκεκριμένων πολιτικών προτάσεων, με στόχο να καταστήσει την οικολογία το επίκεντρο των λαϊκών αγώνων.