Η συνταγματοποίηση της ακραίας φτώχειας

Του Δημήτρη Καρέλλα*

Οταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε το 2015, τη στιγμή που τα αποτελέσματα των δύο πρώτων μνημονίων έπαιρναν την μορφή οξείας ανθρωπιστικής κρίσης, έπρεπε να αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετώπιζε τη διαλυτική παρουσία της λεγόμενης (νεοφιλελεύθερης από την εποχή της Θάτσερ) κοινωνίας των 2/3 : το 35,7% του πληθυσμού βρισκόταν σε «κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού». Δηλαδή, περίπου 3,6 εκατομμύρια άνθρωποι είτε ζούσαν στο όριο της λεγόμενης «σχετικής φτώχειας», με ετήσιο εισόδημα για μονοπρόσωπο νοικοκυριό μέχρι 4.512 ευρώ ή μια οικογένεια με 2 παιδιά κάτω των 14 ετών με 9.677, ενώ μπορεί να αντιμετώπιζαν και σοβαρές υλικές στερήσεις ή/και ζούσαν σε νοικοκυριά χωρίς εργαζόμενα μέλη ή με χαμηλή ένταση εργασίας. Το ποσοστό αυτής της φτώχειας βρισκόταν στο 21,4% του πληθυσμού και της παιδικής φτώχειας στο 26,6%.
Μέσα σε αυτούς τους αριθμούς, μισοκρυβόταν μια ακόμη πιο τρομακτική πραγματικότητα: περίπου 700.000 άνθρωποι αντιμετώπιζαν μιαν άλλη, επίσημα αταξινόμητη, φτώχεια, τη λεγόμενη «ακραία» με την οποία περιγράφεται η έλλειψη βασικών αγαθών πρώτης ανάγκης που διασφαλίζουν την επιβίωση. Με απλά λόγια: αυτοί οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν πείνα, έλλειψη πόσιμου νερού, ηλεκτρικού ρεύματος, στέγης ή φαρμάκων. Ο πρώτος-πρώτος νόμος εκείνης της κυβέρνησης, επέλεξε να αντιμετωπίσει αυτήν την κατηγορία φτώχειας, με την προπληρωμένη Κάρτα Αλληλεγγύης για την αγορά τροφής και βασικών αγαθών, την επιδότηση ενοικίου και την δωρεάν παροχή ηλεκτρικής ενέργειας. Γιατί ό,τι υπήρχε ήταν μια πιλοτική εφαρμογή σε 13 Δήμους ενός μοντέλου ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (ΕΕΕ) της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, κακοσχεδιασμένο, χωρίς κεντρική στήριξη, χωρίς προετοιμασία στις κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων, χωρίς πρόβλεψη κόστους για πανεθνική εφαρμογή, το οποίο πρόσθετε απίστευτη ταλαιπωρία τους ήδη ταλαιπωρημένους δυνάμει δικαιούχους του.

Δύο γραμμές για την φτώχεια

Μετά, μπήκαμε στις σκληρές μνημονιακές διαπραγματεύσεις. Η διαρκής πίεση του ΔΝΤ ήταν η εφαρμογή του ενός δοκιμασμένου αλλού, ακραιφνώς νεοφιλελεύθερου, σχήματος ΕΕΕ στο πλαίσιο ενός ακραιφνώς νεοφιλελεύθερου οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου, όπου η κοινωνία του 1/3 σε διαρκή κίνδυνο κινδύνευε να εξελιχθεί σε κοινωνία του 1/2 με τη συνεχιζόμενη φτωχοποίηση. Η πρόταση ήταν για χρήση του 0,5% του ΑΕΠ, περίπου 900 εκατομμύρια, ως χρηματικό επίδομα σε όσους βρίσκονταν στην ακραία φτώχεια και…τίποτα άλλο, πέραν ευχολογίων για μείωση ανεργίας, καθώς άλλα επιδόματα που αφορούσαν αυτό το τμήμα του πληθυσμού (αναπηρίας, οικογενειακά, θέρμανσης κ.λπ) θα ενσωματώνονταν σε αυτό το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Διαδοχικές μελέτες της Παγκόσμιας Τράπεζας μονότονα υποδείκνυαν αυτό το δρόμο.
Η επιλογή για την εφαρμογή του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης (ΚΕΑ) ως προσεκτικής προσπάθειας για τη στήριξη των φτωχότερων των φτωχών, εντασσόταν σε ένα πλέγμα πολιτικών που περιλάμβανε την καθολική δωρεάν πρόσβαση των 2,5 εκατομμυρίων ανασφάλιστων στο σύστημα Υγείας, την κάλυψη των έκτακτων αναγκών με τα διαδοχικά Κοινωνικά Μερίσματα, τη δωρεάν ματακίνηση ανέργων, το επίδομα ενοικίου, την αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων πρώτης κατοικίας και την αξιοποίηση κάθε ευκαιρίας για μείωση της ανεργίας. Επομένως, το ΚΕΑ ήταν και είναι ένα (ας μου επιτραπεί η έκφραση: έξυπνο) σχήμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος που από μόνο του μπορούσε μεν να παράσχει στοιχειώδη αξιοπρέπεια στους ανθρώπους σε ακραίες συνθήκες αλλά αδυνατούσε να τους «ωθήσει» έξω από τα όρια της φτώχειας. Γιατί αυτό που χρειάζεται για κάτι τέτοιο είναι ο συνδυασμός σταθερής δουλειάς, καλής αμοιβής, πλέγματος παροχών για κάλυψη αναγκών όπως υγεία, στέγη, μετακινήσεις, ανατροφή παιδιών, εκπαίδευση, ψυχαγωγία. Δηλαδή, η κρατική/κοινωνική εγγύηση μιας πραγματικά αξιοπρεπούς ζωής, μια εγγύηση συνολικής προσέγγισης αναγκών.

Ολική νεοφιλελεύθερη επαναφορά

Αντ’ αυτού, με αόριστες αλλά περιοριστικές διατυπώσεις («…το κράτος μεριμνά για την διασφάλιση συνθηκών αξιοπρεπούς διαβίωσης όλων των πολιτών μέσω ενός συστήματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος»), η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί να συνταγματοποιήσει μιαν αντίληψη περί ΕΕΕ η οποία σε συνδυασμό με την υπόλοιπη πολιτική της που διευκολύνει την εύκολη ανεργία λόγω έλλειψης συλλογικών συμβάσεων, την κακοπληρωμένη δουλειά, την ιδιωτικοποίηση τμημάτων ή και ολόκληρων των υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης, θα παγιώσει την κοινωνία των 2/3, όπου το 1/3 θα βρίσκεται σταθερά σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Διότι το προς εφαρμογή μοντέλο υλοποιεί τις προτάσεις του ΔΝΤ, βρίσκεται στις εξαγγελίες Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη την 15.09.2019 («..όσοι ζουν σήμερα κάτω από το όριο της φτώχειας -και  δυστυχώς είναι πολλοί- θα κερδίσουν από την επέκταση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, στο οποίο θα ενσωματώνονται όλα τα βασικά επιδόματα…») και έχει κοστολογηθεί 1 δισ. ευρώ – ή αλλιώς το 0,5 του ΑΕΠ του ΔΝΤ!
Παραβλέπουν το γεγονός ότι σε καμία χώρα της Ευρώπης, ακόμη και τις πιο φιλικές νεοφιλελεύθερες, τα προγράμματα ΕΕΕ δεν απορροφούν επιδόματα που στοχεύουν αλλού, όπως π.χ. στη στήριξη του παιδιού και της οικογένειας. Σε όλες τις περιπτώσεις, αποτελεί το τελευταίο δίχτυ ασφαλείας και λειτουργεί συμπληρωματικά προς το υπόλοιπο πλέγμα επιδομάτων και υπηρεσιών. Η ιδεολογία και η πρακτική τους δεν ενοχλείται από το σίγουρο γεγονός ότι πολλά νοικοκυριά στα οποία θα μειώνονταν οι κοινωνικές παροχές προς όφελος της χρηματοδότησης του ΕΕΕ δεν θα μπορούσαν να ενταχθούν καν σε αυτό, καθώς θα εξακολουθούσαν να έχουν υψηλότερα εισοδηματικά κριτήρια από αυτά της ακραίας φτώχειας. Αντίθετα, είναι έτοιμοι για περαιτέρω φτωχοποίηση πληθυσμού, να «φτιάξουν» όπως ήδη προβλέπουν 800.000 δικαιούχους για το ΕΕΕ, τη στιγμή που το ΚΕΑ ξεκίνησε με περίπου 650.000 δικαιούχους και λόγω των συνδυασμένων πολιτικών που αναφέρθηκαν που πιο πάνω σήμερα οι δικαιούχοι του σήμερα βρίσκονται στις 480.000.
Η κοινωνική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, όσα εμπόδια και να συναντούσε για να μπει σε εφαρμογή και όσες αντιφάσεις και να κουβαλούσε, έχει αφήσει ανακουφιστικό αποτύπωμα στους δείκτες φτώχειας της χώρας που πέφτουν κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα: από το 21,4% το 2014 βρέθηκε στο 18,5% το 2017 και η παιδική φτώχεια από το 26,6 στο 22,7, χωρίς να έχουν μετρηθεί ακόμα τα αποτελέσματα από τη συνεχή μείωση της ανεργίας (2018-2019), το επίδομα ενοικίου (2019), τα σχολικά γεύματα (2018-2019), το Κοινωνικό Μέρισμα του 2018. Πράγμα που αποτυπώθηκε και πολιτικά στις εκλογές του Ιουλίου 2019, με την εντυπωσιακή ταύτιση του αριθμού των ανέργων δικαιούχων του ΚΕΑ με τον αριθμό των ανέργων που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ.
Επομένως, θα είναι ένα θέμα για τη ΝΔ να βρει τρόπο διείσδυσης στα κοινωνικά στρώματα που στηρίχθηκαν από την προηγούμενη κοινωνική πολιτική και κρατούν τον ΣΥΡΙΖΑ στο 31,5%. Θα χρειαστεί κάτι παραπάνω από λόγια και σίγουρα δεν θα την βοηθήσει η καθιέρωση ενός συστήματος αντιμετώπισης της φτώχειας που εγκλωβίζει περισσότερο κόσμο σε αυτήν. Αφήστε που ετοιμάζεται να συνταγματοποιήσει ένα τέτοιο μοντέλο ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, ένα από τα χειρότερα δυνατά, την ίδια στιγμή που σε ολόκληρο τον κόσμο έχουν φουντώσει η συζήτηση και τα πιλοτικά προγράμματα για την καθιέρωση ενός βασικού εισοδήματος για όλους/ες χωρίς προϋποθέσεις, τα οποία πρέπει να αρχίσουμε να διερευνούμε. Κατά τα άλλα, τα αυτάρεσκα συγχαρητήρια μεταξύ των μελών της κυβέρνησης και τα δοξαστικά σχόλια από τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα της κυβερνητικής προπαγάνδας είναι αυτά που δε αφήνουν να ακουστούν οι καγχασμοί του ΔΝΤ.

Οι δοκιμασμένες «επιτυχίες» των νεοφιλελεύθερων

Οι Γ. Βρούτσης και Β. Κεγκέρογλου, αρμόδιοι για το θέμα στην κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, συχνά –πυκνά επιτίθενται στο ΣΥΡΙΖΑ ότι με το ΚΕΑ τους «χάλασε» ένα εξαιρετικό πρόγραμμα που είχε ξεκινήσει πιλοτικά το Νοέμβριο 2014 και τελείωσε τον Απρίλιο 2015.
Επειδή εξ όνυχος τον λέοντα, αντιγράφουμε από τη σύνοψη συμπερασμάτων της αξιολόγηση του προγράμματος από το Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού (ΕΙΕΑΔ) τον Δεκέμβριο 2015:
«…Απόκλιση ανάμεσα στους στόχους και την υλοποίηση του προγράμματος. Ο σχεδιασμός προέβλεπε συνδυασμό εισοδηματικής ενίσχυσης, κοινωνικής (επαν)ένταξης και επαγγελματικής (επαν)ένταξης. Καθώς υλοποιήθηκε μόνο το πρώτο…χάθηκε η ευκαιρία να αποτελέσει το πιλοτικό ΕΚΕ ολοκληρωμένο πρόγραμμα συστηματικής αντιμετώπισης του κοινωνικού αποκλεισμού των δικαιούχων του…χάθηκε η ευκαιρία καταγραφής των αναγκών των δικαιούχων…»
Η διαφορά με το ΚΕΑ βγάζει μάτι. Ο τρίτος πυλώνας του ΚΕΑ, το βασικό εργαλείο για να αποφευχθεί η παγίδα της φτώχειας και να προωθηθεί η επανένταξη, προβλέπει τη, με στοχευμένο τρόπο, συμμετοχή του 10% των ανέργων δικαιούχων σε προγράμματα απασχόλησης. Πάνω από 12.000 είχαν τέτοια εμπειρία μέχρι σήμερα, ενώ είχε δρομολογηθεί η αύξηση του ποσοστού στο 20%, δηλαδή σε πάνω 50.000 ανέργους.
Προσθέτουμε μια από τις αρκετές παρατηρήσεις, της πάντα ευγενικής στις εκφράσεις, Παγκόσμιας Τράπεζας στη δική της αξιολόγηση (Δεκέμβριος 2015): «…Το πιλοτικό πρόγραμμα υπέφερε από την αξιοσημείωτη έλλειψη ενημέρωσης τόσο προς τον κόσμο όσο και μεταξύ κεντρικής και αυτοδιοικητικών κυβερνήσεων…οι Δήμοι δεν ενημερώνονταν για την εξέλιξη και την κατάσταση του προγράμματος…οι κατευθυντήριες γραμμές προς τους Δήμους διανεμήθηκαν πολύ μετά την έναρξη του προγράμματος…» (υπογράμμιση δική μας).

* Ο Δ. Καρέλλας είναι τέως Γενικός Γραμματέας Κοινωνικής Αλληλεγγύης