Η «ταλαιπωρία» των λίγων και το σόφισμα του ΣΕΒ για τις τριετίες

Μετά την επιτυχία των κινητοποιήσεων της 24ης Σεπτεμβρίου, η οποία, σύμφωνα με ανακοίνωση του τμήματος Εργατικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, οδήγησε στην καθυστέρηση της κατάθεσης του «αναπτυξιακού νομοσχεδίου», τα συνδικάτα βγήκαν για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες ημέρες στους δρόμους ενάντια στις αντεργατικές διατάξεις του εν λόγω νομοσχεδίου.
Στις διαδηλώσεις της Τετάρτης 2/10 συμμετείχαν και ομοσπονδίες και εργατικά κέντρα που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της ηγεσίας της ΓΣΕΕ, αλλά αυτή τη φορά η συμμετοχή στη συγκέντρωση της πλατείας Κλαυθμώνος ήταν ισχνή, σε αντίθεση με την προηγούμενη, όταν το βάρος της απεργίας σήκωσε το Εργατικό Κέντρο Αθήνας (ΕΚΑ), απέναντι στο σαμποτάζ της ηγεσίας της ΓΣΕΕ -μην ξεχνάμε επίσης ότι η απεργία των μέσων μεταφοράς καθιστούσε δύσκολη την πρόσβαση στο κέντρο της Αθήνας το πρωί της Τετάρτης.
Μαζικότερο ήταν το συλλαλητήριο του ΠΑΜΕ, με αφετηρία τα Προπύλαια και κεντρικό σύνθημα «Κάτω τα χέρια από τα συνδικάτα, τη συλλογική οργάνωση και δράση».

Κοινωνικός αυτοματισμός και υποκρισία

Την ημέρα της απεργίας επέλεξε ο πρωθυπουργός, ως ηχώ του ΣΕΒ, να μας θυμίσει την άποψή του, αλλά και τις προθέσεις του για τα εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα. Με μία δήλωση που δήθεν εξέφραζε την αγανάκτησή του για την ταλαιπωρία των «πολλών» εξαιτίας της απεργίας των «λίγων», ο κ. Μητσοτάκης υπεραμύνθηκε των ρυθμίσεων του πολυνομοσχεδίου (χάριν, υποτίθεται, της δημοκρατίας στη λήψη αποφάσεων στα σωματεία) και άφησε να εννοηθεί ότι θα βάλει φραγμό σε αυτό που ο ίδιος θεωρεί «οπισθοδρομικό»: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην απεργία.
Την πρωτοφανή επίθεση Μητσοτάκη στην απεργία ακολούθησε μπαράζ δημοσιευμάτων σε φιλικά προς την κυβέρνηση ΜΜΕ που «έσπασαν» την 24ωρη απεργία για να αναδείξουν το «κυκλοφοριακό χάος» που αυτή προκάλεσε.
Έντονες ήταν οι αντιδράσεις σύσσωμης, σχεδόν, της αντιπολίτευσης με τον Αλ. Τσίπρα να υπογραμμίζει μεταξύ άλλων ότι η «δυσανεξία στις απεργίες, τη διαφορετική άποψη, τα εργασιακά δικαιώματα και τη δημοκρατία είναι σημάδι καθεστωτικής νοοτροπίας».
Μοναδική (και αναμενόμενη) εξαίρεση από τα αντιπολιτευτικά πυρά, ο ακροδεξιός Βελόπουλος που αντέγραψε, επί της ουσίας, τη δήλωση Μητσοτάκη, κάνοντας λόγο για «επαγγελματίες διαδηλωτές» που «ρήμαξαν την Αθήνα».
Ασφαλώς, το ενδιαφέρον του πρωθυπουργού για τη συλλογική δράση των εργαζόμενων είναι υποκριτικό, δεδομένου ότι, με βάση τις προτεινόμενες διατάξεις, διευρύνεται ο κρατικός έλεγχος στις συνδικαλιστικές οργανώσεις, μέσω της συγκρότησης ηλεκτρονικού μητρώου μελών, ο έλεγχος του οποίου θα βρίσκεται στα χέρια της (εκάστοτε) κυβέρνησης.
Επίσης, με την επικείμενη καθιέρωση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, θα αποδυναμωθεί η δημοκρατική λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων στους χώρους δουλειάς, αφού κάποιος θα μπορεί να αποφασίζει για απεργία από τον καναπέ του σπιτιού του, ενώ δημιουργούνται σοβαροί κίνδυνοι για το αδιάβλητο και το ανεπηρέαστο της διαδικασίας, αφού είναι δυνατό ένας εργαζόμενος να ψηφίζει υπό την επίβλεψη του εργοδότη ή του διευθυντή του.
Παράλληλα, υποσκάπτεται ο πυρήνας της συλλογικής δράσης ενός σωματείου, που είναι η ζωντανή συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων στις δημοκρατικές λειτουργίες του.

Δεν αρκεί στον ΣΕΒ να νομοθετεί…

Όσο βρισκόταν σε εξέλιξη η επιχείρηση κοινωνικού αυτοματισμού από το Μαξίμου και τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ, πρωτοβάθμια σωματεία, αλλά και οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου, έφταναν με ξεχωριστή πορεία στα καλά φυλασσόμενα από τα ΜΑΤ γραφεία του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), στην οδό Ξενοφώντος, με συνθήματα κατά της εργοδοτικής ασυδοσίας.
Καθόλου ανεπίκαιρη η επιλογή, δεδομένου ότι την ερχόμενη Τρίτη 8/10 αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) η προσφυγή του ΣΕΒ και άλλων περιφερειακών εργοδοτικών ενώσεων με την οποία ζητούν την ακύρωση της εγκυκλίου Αχτσιόγλου, με την οποία προβλέπεται η προσαύξηση του νέου κατώτατου μισθού από 1/2/2019, με βάση την προϋπηρεσία των μισθωτών, δηλαδή η καταβολή των τριετιών, για όσους εργαζόμενους είχαν θεμελιώσει προϋπηρεσία ως το 2012.
«Πρόκειται για σόφισμα του ΣΕΒ που δεν μπορεί να έχει καμία τύχη στο ΣτΕ», αποφαίνεται μέσω της «Εποχής» ο καθηγητής Εργατικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ, Άρις Καζάκος.
Ο κ. Καζάκος τονίζει ότι ο ΣΕΒ θεωρεί εσφαλμένα ότι οι τριετίες είχαν καταργηθεί με νόμο το 2013 και επανέρχονται με ερμηνευτική εγκύκλιο, όταν ακόμα και στην ΠΥΣ 6 του 2012 γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στο βασικό μισθό και τις τριετίες.
Στην πραγματικότητα, εξηγεί ο κ. Καζάκος, στόχος του ΣΕΒ είναι η συνεχής μείωση μισθών μέσω της εργαλειοποίησης (και) της δικαστικής εξουσίας, «στο πλαίσιο του εγχειρήματος που ονομάζουμε “κούρσα κοινωνικής μειοδοσίας”». Φαίνεται ότι δεν αρκεί στους εργοδότες το γεγονός ότι τα μέτρα που φέρνει η κυβέρνηση της ΝΔ για τις συλλογικές συμβάσεις και τη διαιτησία είναι ουσιαστικά υπαγορευμένα από τον ΣΕΒ ο οποίος, κατά τον κ. Καζάκο έχει άτυπα αναλάβει το ρόλο του νομοθέτη.
Ίσως έτσι εξηγείται και η σιγή ιχθύος της κυβέρνησης σχετικά με αίτημα του ΣΕΒ για τις τριετίες, το οποίο αφορά τους μισθούς χιλιάδων εργαζομένων.
Άραγε η σημερινή πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας ταυτίζεται με την άποψη του ΣΕΒ ότι πρέπει να υπάρχει ένας ενιαίος κατώτατος μισθός χωρίς προσαυξήσεις στη βάση των ωριμάνσεων; Η κυβέρνηση προτίθεται να υπερασπιστεί τις τριετίες κατά τη διαδικασία που μπορεί να ξεκινήσει την Τρίτη (αλλά, σύμφωνα με πληροφορίες αναμένεται να πάρει αναβολή για τις αρχές Δεκεμβρίου);
Ρητορικά τα ερωτήματα -τα έθεσε και με πρόσφατη ερώτησή της στη Βουλή (1/10) η Έφη Αχτσιόλου- αν κρίνουμε από τις μέχρι τώρα παρεμβάσεις της κυβέρνησης στα εργασιακά, αλλά και από την τοποθέτηση στη θέση του αρμόδιου υφυπουργού για τον συντονισμό του κυβερνητικού έργου του ‘Ακη Σκέρτσου, ο οποίος ήταν γενικός διευθυντής του ΣΕΒ από τον Ιούνιο του 2014 μέχρι πολύ πρόσφατα.

Τάσος Γιαννόπουλος