Η Τουρκία, οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η συριακή κρίση

Εν όψει της συνάντησης κορυφής Ρωσίας, Ιράν, Τουρκίας στο Σότσι, στις 14 Φεβρουαρίου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Της Βιβής Κεφαλά

Στις 14 Φεβρουαρίου θα διεξαχθεί στο ρωσικό θέρετρο του Σότσι νέα συνάντηση κορυφής –Ρωσία, Ιράν, Τουρκία- για τη συριακή κρίση. Μέχρι στιγμής δεν έχουν δοθεί στη δημοσιότητα περισσότερες πληροφορίες για τα θέματα που θα συζητηθούν. Ωστόσο, τα συσσωρευμένα διακυβεύματα και οι αντιθέσεις μεταξύ των αντίπαλων αλλά και των συνεργαζόμενων δυνάμεων στη συριακή κρίση, υποδεικνύουν ότι κύριος στόχος του οικοδεσπότη της συνάντησης, Βλαντίμιρ Πούτιν, θα είναι η διαπραγμάτευση σχετικά με το ρόλο της Τουρκίας στην Συρία, πράγμα που εμμέσως εμπλέκει και τις ΗΠΑ.

Ταύτιση της αμερικάνικης με την ισραηλινή στρατηγική

Τον Δεκέμβριο του 2018, ο αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος («Ι.Κ.») στην Συρία ηττήθηκε και ως εκ τούτου προτίθεται να αποσύρει άμεσα τις αμερικανικές δυνάμεις από την Συρία και το Ιράκ, αλλά χωρίς να διαταραχθεί το μέτωπο εναντίον του «Ι.Κ.». Πρόσθεσε όμως ότι θα υπάρχει μικρή αμερικανική παρουσία στις δύο αυτές χώρες, ώστε να μπορεί να παρακολουθεί το Ιράν. Όπως είναι γνωστό, η δήλωση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο πολιτικό και διπλωματικό κατεστημένο των ΗΠΑ, που αντιλαμβάνεται ότι μια τέτοια αποχώρηση σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον όχι μόνο χάνει έδαφος στην Μέση Ανατολή, αλλά και ότι το έδαφος αυτό το κερδίζει η Ρωσία.
Σε περιφερειακό επίπεδο, όμως, με την δήλωση αυτή υπογραμμίζεται -για μία ακόμα φορά- ότι η μεσανατολική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ συνοψίζεται στην ταύτιση της αμερικανικής με την ισραηλινή στρατηγική, τόσο όσον αφορά το Παλαιστινιακό όσο και όσον αφορά το ζήτημα του Ιράν. Κατά συνέπεια, ο μείζων στόχος των ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ είναι η περιφερειακή απομόνωση του Ιράν και η αποκοπή του από τους συμμάχους του. Αυτό θα σήμαινε ότι η ιρανική επιρροή θα σταματούσε, πράγμα που θα εξασθενούσε σημαντικά την Τεχεράνη και ταυτοχρόνως, θα εκμηδένιζε την επιρροή της Χεζμπολλά στον Λίβανο αλλά και τις στρατιωτικές της δυνατότητες εναντίον του Ισραήλ. Ωστόσο, το Ιράν σε συνεργασία με την Ρωσία, λόγω σύγκλισης συμφερόντων, έχει καταστεί βασικός παίκτης στην συριακή κρίση, πράγμα που του επιτρέπει να διατηρεί την περιφερειακή του επιρροή, οδηγώντας σε αποτυχία, προς το παρόν τουλάχιστον, τα σχέδια του Αμερικανού προέδρου.

Αμερικανικο-τουρκικός συμβιβασμός

Η δήλωση αυτή, όμως, φαίνεται να έχει ως αποδέκτη και την Τουρκία, η πολιτική της οποίας στην Συρία έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα στις ΗΠΑ, κυρίως λόγω της στροφής της Άγκυρας προς την Μόσχα, αλλά και λόγω των τουρκικών στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον των Κούρδων. Δεδομένης της σημασίας της Τουρκίας για το ΝΑΤΟ αλλά και δεδομένης της εμμονής της Άγκυρας στην καταπολέμηση του κουρδικού στοιχείου στην Συρία, οι οποίοι Κούρδοι όμως είναι οι μόνοι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον στην χώρα, οι σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας δοκιμάστηκαν σκληρά. Πρόκειται για ένα αδιέξοδο το οποίο τροφοδοτήθηκε και από την τουρκική ρητορική, σύμφωνα με την οποία οι Κούρδοι είναι τρομοκράτες. Επομένως, εφόσον οι ΗΠΑ έστειλαν δυνάμεις στην Συρία για εκριζώσουν την τρομοκρατική οργάνωση του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους («Ι.Κ.») και αφού η Τουρκία μάχεται κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας, Ουάσιγκτον και Άγκυρα διεξάγουν κοινό αγώνα. Αποσιωπάται, βεβαίως, το ότι η Τουρκία συνεργάστηκε με το «Ι.Κ.» ώστε να χτυπήσει τους Κούρδους της Συρίας.
Όλα αυτά, οδηγούν στην σκέψη ότι το αδιέξοδο που δημιουργήθηκε στις αμερικανο – τουρκικές σχέσεις, μπορεί να λύθηκε με έναν μεταξύ τους συμβιβασμό, σχετικά με το Κουρδικό. Η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων δημιουργεί ένα κενό, το οποίο μπορεί να εκμεταλλευτεί η Τουρκία. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, ο λόγος των μεταξύ τους τριβών αίρεται, καθώς οι Κούρδοι αφήνονται πλέον στο έλεος της Άγκυρας και η Ουάσιγκτον δεν θα έχει πλέον λόγο στην υπεράσπιση τους αφού θα είναι απούσα, υπό τον όρο ότι η Τουρκία θα λειτουργήσει ως υπεργολάβος των αμερικανικών συμφερόντων στην Συρία. Κατά πόσον όμως αυτό είναι εφικτό;
Μια στοιχειώδης ανάγνωση της μεσανατολικής πολιτικής της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια, δείχνει με σαφήνεια ότι η Άγκυρα επιδιώκει με συστηματικό τρόπο το να μετατραπεί σε ηγεμονική δύναμη του υποσυστήματος αυτού, μη διστάζοντας να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα, της στρατιωτικής βίας συμπεριλαμβανομένης. Επιτυγχάνοντας αυτόν τον στόχο, η Τουρκία ελπίζει ότι θα πετύχει γενικότερους στόχους, όπως ο πολλαπλασιασμός της ισχύος και του γοήτρου της, η οικονομική της ενδυνάμωση κλπ. Πέραν όλων αυτών, όμως, υπάρχουν και ειδικότεροι στόχοι, πολύ πιο επείγοντες, όπως η συμμετοχή της στη διαμόρφωση της νέας μεσανατολικής αρχιτεκτονικής, η οποία θα εξαρτηθεί εν πολλοίς από την κατάληξη της συριακής κρίσης. Σημαντική πτυχή όμως της συριακής κρίσης αποτελεί το ζήτημα των Κούρδων στην χώρα αυτή, την οποία η Τουρκία θέλει να ακυρώσει, διότι δεν θέλει για κανέναν λόγο να επαναληφθεί το ιρακινό προηγούμενο, δηλαδή η αναγνώριση των Κούρδων ως εθνικής συνιστώσας.

Νέο αδιέξοδο για τη Μόσχα

Έτσι, η Τουρκία μη καταφέρνοντας τους νατοϊκούς της συμμάχους να εμπλακούν στρατιωτικά στην Συρία με την ακραία πρόκληση προς την Ρωσία, ανέκρουσε πρύμναν και προσέγγισε την Μόσχα. Από την πλευρά της, η Ρωσία είχε μόνον να κερδίσει από την τουρκική ανάμειξη στην συριακή κρίση αφενός διότι δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στις ΗΠΑ και αφετέρου διότι οι Κούρδοι δεν ήταν σύμμαχοι της αλλά ούτε και αντίπαλοι του συμμάχου της, δηλαδή του καθεστώτος Άσσαντ. Παρ΄ όλα αυτά, δημιουργήθηκαν σημαντικές περιπλοκές αφού η Τουρκία όχι μόνον κατέλαβε συριακό έδαφος, δηλαδή τον κουρδικό θύλακα του Αφρίν αλλά και επιδιώκει την κατάληψη της Μαμπίζ, στην οποία υπάρχει σημαντικός κουρδικός πληθυσμός, όπως επίσης και μέλη του «Ι.Κ». Αντιδρώντας η Δαμασκός, έστειλε στρατεύματα για να αποτρέψει την κατάληψη της από τις τουρκικές δυνάμεις, οι οποίες όμως παραμένουν σε απόσταση αναπνοής και σε κατάσταση ετοιμότητας.
Έτσι, εμφανίζεται ένα νέο αδιέξοδο, το οποίο έχει τώρα να αντιμετωπίσει η Μόσχα, δηλαδή την εμμονή της Τουρκίας να επιβάλει τους όρους της στο Κουρδικό και να ελέγχει μέρος του συριακού εδάφους, εγκαθιδρύοντας μία «ζώνη ασφαλείας» στον συριακό βορρά. Πρόκειται για μία κατάσταση την οποία η Δαμασκός, η οποία έχει ανακαταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της χώρας, δεν μπορεί να ανεχθεί για πολλούς λόγους, εκ των οποίων η κατηγορία για εθνική μειοδοσία δεν είναι ο πλέον ασήμαντος. Κατά συνέπεια, η Ρωσία -η οποία έχει καταβάλει τεράστιες προσπάθειες για την διάσωση του καθεστώτος Άσσαντ ελπίζοντας ότι με το πέρας του πολέμου θα λάβει μέρος από θέση ισχύος στις διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Συρίας- βρίσκεται ενώπιον ενός σοβαρού διλήμματος: ή θα επιτρέψει στην Τουρκία να συνεχίσει να κατακτά συριακά εδάφη, ώστε να διατηρήσει τις καλές σχέσεις μαζί της ή θα πρέπει να βρει έναν τρόπο να παρεμποδίσει τα σχέδια της Άγκυρας, αποφεύγοντας όμως την ρήξη.
Στο σημείο αυτό, φαίνεται να εστιάζεται η επερχόμενη σύνοδος στο Σότσι, ιδέα η οποία ενισχύεται από το γεγονός ότι μετά την συνάντηση Πούτιν – Ερντογάν στις 25 Ιανουαρίου, ο Ρώσος πρόεδρος δήλωσε ότι η αναβίωση της συρο – τουρκικής συμφωνίας ασφαλείας του 1998 (Συμφωνία των Αδάνων) θα κάλυπτε τις ανησυχίες της Τουρκίας σχετικά με την δράση των κουρδικών δυνάμεων στην Συρία. Στη συμφωνία αυτή προβλεπόταν ότι η Συρία θα απαγόρευε τις δραστηριότητες του ΡΚΚ στο έδαφός της, ενώ επέτρεπε την χρήση βίας εναντίον του από τουρκικά στρατεύματα, σε περίπτωση που η συριακή κυβέρνηση δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει. Πρόκειται για μία διευθέτηση, η οποία δεν λύνει το πρόβλημα αλλά εξυπηρετεί όλα τα μέρη –εκτός από τους Κούρδους- αφού η Μόσχα αποφεύγει τις εντάσεις με τους συμμάχους της – νεόκοπους και μη- η Δαμασκός σώζει τα προσχήματα και η Τουρκία θεωρεί ότι έτσι επιβεβαιώνεται το δικαίωμα της να εισβάλει σε μία ξένη χώρα.