Η Τουρκία, οι ΗΠΑ και η Ελλάδα

Της Βιβής Κεφαλά

Εδώ και πολύ καιρό η Τουρκία έχει οδηγηθεί από τον Τεζέπ Ταγίπ Ερντογάν σε μία επικίνδυνη κατάσταση, τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική, πεδία που αλληλοεπηρεάζονται και αλληλεπιδρούν. Υπ’ αυτό το πρίσμα, μπορεί να εξηγηθούν, αφ΄ενός, η όλο και πιο αυταρχική πολιτική που ασκεί στο εσωτερικό, αλλά και να ερμηνευθούν και οι παράτολμες πρωτοβουλίες του σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, όπως η επιθετικότητα και ο μεγαλοϊδεατισμός του αλλά και η προσέγγιση της Ρωσίας.

Η εσωτερική πολιτική

Από το 2002, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χρησιμοποίησε τον επιβεβλημένο -για τη συνέχιση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων- εκδημοκρατισμό, για να παγιωθεί στην εξουσία, να εξαφανίσει την επιρροή των κεμαλιστών, να απονομιμοποιήσει εντελώς το στρατό, να χειραγωγήσει τους Κούρδους, καθησυχάζοντας ταυτόχρονα τη Δύση. Σταδιακά -και ενώ οι αντίπαλοί του έχαναν συνεχώς έδαφος- το καθεστώς Ερντογάν άρχισε να γίνεται όλο και πιο αυταρχικό, απαντώντας με βία και στην παραμικρή αμφισβήτηση, όπως π.χ. συνέβη το 2013 με την αιματηρή καταστολή των διαδηλώσεων για το Γκεζί Πάρκ. Εν τω μεταξύ, η ισλαμοποίηση της δημόσιας ζωής γίνεται όλο και πιο έντονη, πράγμα που ο ίδιος δικαιολογεί, χαρακτηρίζοντας το τουρκικό πολίτευμα ως «συντηρητική Δημοκρατία». Παράλληλα, χρησιμοποιεί την οικονομική ανάπτυξη της χώρας ως μοχλό για την ενίσχυση της εκλογικής του βάσης, πράγμα που του επιτρέπει να κερδίζει όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις, έστω και εάν οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές και το δημοψήφισμα είχαν αμφιλεγόμενα αποτελέσματα, και εν τέλει κατορθώνει να συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες στα χέρια του.
Η απόπειρα πραξικοπήματος που έγινε τον Ιούλιο του 2016, απετέλεσε μία μοναδική ευκαιρία για να εξαπολύσει ένα κυνήγι μαγισσών, ώστε να εξαφανίσει από τη δημόσια ζωή όλους εκείνους που δεν είχαν δώσει απτά σημεία νομιμοφροσύνης προς το ΑΚΡ και τον ίδιο τον Ερντογάν. Πλέον δεν πρόκειται για μια «συντηρητική δημοκρατία» -ό,τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό- αλλά για ένα απολυταρχικό καθεστώς, το οποίο δεν ορρωδεί πρό ουδενός, προκειμένου να κρατηθεί στην εξουσία.
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, και με την οικονομία να επιδεινώνεται συνεχώς, η αντίδραση των τούρκων πολιτών, τουλάχιστον αυτών στις μεγάλες πόλεις, δεν θα μπορούσε παρά να εκφραστεί στις δημοτικές εκλογές της 31ης Μαρτίου, τις οποίες ο πρόεδρος της χώρας θέλησε να μετατρέψει σε άτυπο δημοψήφισμα εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του. Ωστόσο, το στοίχημα αυτό το έχασε, μιας και οι υποψήφιοι του ΑΚΡ -και αυτών των συνεργαζόμενων κομμάτων, όπως των υπερεθνικιστών Γκρίζων Λύκων- έχασαν τους περισσότερους μεγάλους δήμους της χώρας, μεταξύ των οποίων και τον μητροπολιτικό δήμο Κωνσταντινούπολης, τον οποίο κέρδισε ο υποψήφιος των κεμαλιστών. Η σημασία της ήττας αυτής είναι πολύ μεγάλη και σε συμβολικό επίπεδο, αφού από την κατάκτηση του δήμου αυτού το 1994 ξεκίνησε και ο ίδιος την πολιτική του αναρρίχηση. Αναμενόμενο ήταν, λοιπόν, το ότι δεν αποδέχθηκε τα αποτελέσματα των εκλογών και στις 10 Απριλίου ζήτησε την ακύρωση της εκλογικής διαδικασίας στο μητροπολιτικό δήμο της Κωνσταντινούπολης, ενώ εξήγγειλε νέα μέτρα για την τόνωση της οικονομίας.

Η εξωτερική πολιτική

Παρά την κατίσχυση, την οποία πέτυχε μέσω του αυταρχισμού και της βίας, αλλά και του κατακερματισμού των υπόλοιπων πολιτικών δυνάμεων, το καθεστώς Ερντογάν χρειάζεται και κάποιες δικαιολογίες, οι οποίες θα χρησιμοποιηθούν σαν επιχειρήματα. Έτσι, πλειοδοτεί στον τομέα του εθνικισμού: η Τουρκία δεν θα ανεχθεί να βλαφθούν τα συμφέροντα της, οι κεμαλιστές είναι προδότες, αφού δέχθηκαν το 1923 μία τόσο μικρή Τουρκία, ενώ ο ίδιος θα αποκαταστήσει το μεγαλείο της χώρας, καταφέρνοντας να ελέγξει –με τον έναν ή τον άλλο τρόπο- τις «γαλάζιες πατρίδες», δηλαδή όλες τις παραθαλάσσιες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας, επομένως και το Αιγαίο και την Κύπρο. Τέλος, όλοι οι αντίπαλοι του, με αιχμή του δόρατος τους Κούρδους που ζουν στην Τουρκία, χαρακτηρίζονται τρομοκράτες ή πράκτορες ξένων συμφερόντων, επομένως η εξάλειψη τους δεν αποτελεί μόνο δικαίωμα, αλλά και καθήκον της κυβέρνησης του.
Με δεδομένες τις περιφερειακές ανατροπές που έχουν επέλθει από το 2011, τις διαστάσεις που έχει προσλάβει η συριακή κρίση, αλλά και την παρόξυνση της ισλαμικής απειλής εξ αιτίας και της εμφάνισης του λεγόμενου Ισλαμικού Χαλιφάτου, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βλέπει να αναδύεται μία ακόμα πτυχή του Κουρδικού ζητήματος, αυτή τη φορά στη Συρία. Για να προλάβει την αναγνώριση των Κούρδων της Συρίας, ο τούρκος πρόεδρος τους χαρακτηρίζει τρομοκράτες, δεν διστάζει να συνεργαστεί με την τρομοκρατική οργάνωση του λεγόμενου Ισλαμικού Χαλιφάτου, αλλά ούτε και να στραφεί προς τη Μόσχα, όταν όλες οι προσπάθειες του να συμπαρασύρει το ΝΑΤΟ σε ενεργό ανάμειξη στη συριακή κρίση αποτυγχάνουν.

Οι ΗΠΑ

Το παράδοξο -ένα μέλος του ΝΑΤΟ να συνεργάζεται με την Ρωσία, η οποία εκ νέου θεωρείται απειλή από τη Δύση, αλλά και να προμηθεύεται υπερσύγχρονα ρωσικά πυραυλικά συστήματα- έμεινε για αρκετό καιρό ουσιαστικά αναπάντητο. Ωστόσο, οι ευρύτερες εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, με επίκεντρο τα σχέδια εκμετάλλευσης των υποθαλάσσιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, αλλά και τη μεταφορά τους προς τις διεθνείς αγορές, που απειλούνται από την τουρκική αδιαλλαξία και επιθετικότητα, αναγκάζουν τιςΗΠΑΗΗΗ ΗΠΑ να αντιδράσουν. Κατ΄αρχήν με έμμεσες προειδοποιήσεις προς την Άγκυρα, δηλαδή ότι εάν η Τουρκία επιμείνει στην αγορά των ρωσικών S-400, δεν πρόκειται να της παραδοθούν τα μαχητικά F-35. Απαντώντας ο τούρκος πρόεδρος δήλωσε ότι θα συνεχίσει να αγοράζει S-400 και μάλιστα διαμαρτυρήθηκε, διότι οι ΗΠΑ δεν πωλούν στην Τουρκία πυραύλους Patriot με τους ίδιους όρους όπως αυτοί της Ρωσίας.
Η απάντηση, που χαρακτηρίζει την εξωτερική πολιτική Ερντογάν, αυτή τη φορά αντιμετωπίστηκε εμμέσως από αμερικανικής πλευράς με την κατάθεση προς έγκριση στη Γερουσία του «Νομοσχεδίου για την ασφάλεια και την ενεργειακή συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο του 2019», το οποίο συνέταξαν ένας ρεπουμπλικανός και ένας δημοκρατικός γερουσιαστής. Το νομοσχέδιο αυτό προβλέπει περισσότερους περιορισμούς για την πώληση των μαχητικών F-35 στην Τουρκία, καθώς και «παρακολούθηση της χρήσης αμερικανικών όπλων από την Άγκυρα εναντίον συμμάχων και εταίρων της Ουάσιγκτον». Επίσης, προβλέπει την ενεργό συμμετοχή των ΗΠΑ στην ενεργειακή διπλωματία στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και την παρακολούθηση της ρωσικής δραστηριότητας στην περιοχή.

Η Ελλάδα

Παράλληλα, το εν λόγω νομοσχέδιο προβλέπει ότι ο αμερικανός υπ.Εξ. θα πρέπει να υποβάλει στο Κογκρέσο κατάλογο με τον αριθμό των τουρκικών παραβιάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου, αλλά και της κυπριακής ΑΟΖ, ενώ ζητείται η άρση του εμπάργκο όπλων στην Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς και επανάληψη της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ελλάδα.
Πρόκειται για την ολοκλήρωση της στροφής των ΗΠΑ προς την Ελλάδα και την Κύπρο, η οποία προκλήθηκε από τη ρήξη Τουρκίας – Ισραήλ και τη ρωσο-τουρκική προσέγγιση. Στη σημερινή συγκυρία, η αλλαγή αυτή στόχο έχει να καταλάβουν εκ νέου οι ΗΠΑ μία βαρύνουσα θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, να δοθεί μία ηχηρή απάντηση στην Τουρκία, να ενταθεί η πίεση προς την Ρωσία, να προστατευθεί το Ισραήλ και να εξασφαλιστεί η συμμετοχή αμερικανικών πετρελαϊκών κολοσσών στην εκμετάλλευση του υποθαλάσσιου ενεργειακού πλούτου της περιοχής. Μοχλό για την επίτευξη των στόχων αυτών αποτελεί προφανώς η σκλήρυνση της στάσης των ΗΠΑ προς την Τουρκία και στόχος η επαναφορά της Άγκυρας υπό την αμερικανική επιρροή.
Είναι σαφές ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί άμεσα, διότι θα έχει τεράστιο εσωτερικό πολιτικό κόστος, όμως αποτελεί το πιθανότερο ενδεχόμενο. Κατά συνέπεια, η μετατόπιση της αμερικανικής προσοχής από την Τουρκία στην Ελλάδα και την Κύπρο δεν θα πρέπει να θεωρείται μη αναστρέψιμη, όπως δεν θα πρέπει να θεωρείται και δεδομένο το όψιμο αμερικανικό ενδιαφέρον για τα νόμιμα δικαιώματα της Ελλάδας και της Κύπρου.