Η Βόρεια Μακεδονία είναι μια καθυστερημένη χώρα

 

*Προσωπικές εμπειρίες από την εκδρομή της «Εποχής» στη Βόρεια Μακεδονία, στις 24-28 Οκτώβρη

Σ’ οποιοδήποτε σημείο εμφανιστεί πεζός στο οδόστρωμα, οι οδηγοί σταματούν για να περάσει. Λίγα αυτοκίνητα κυκλοφορούν στους δρόμους, που είναι και φαρδείς και δείχνουν έτσι ακόμα λιγότερα. Δεξιά κι αριστερά υπάρχει ξεχωριστός πεζόδρομος, άλλος ποδηλατόδρομος («ντριν» κάθε τρεις και λίγο ο ποδηλάτης γιατί περπατάς στη διαδρομή του) και πανύψηλες σκιερές δενδροστοιχίες, από μία έως τέσσερις, ανάλογα το δρόμο, χώρια η νησίδα στη μέση. Όλες απεριποίητες: είναι πασιφανές ότι κανείς ποτέ δεν τις «αποκλαδώνει». Ποτάμια, όπως ο Βαρδάρης (Αξιός) στα Σκόπια, αλλά και στη Στρούγκα, στο Τέτοβο, στη Μπίτολα, διατρέχουν τις πόλεις ξεσκέπαστα κι ακολουθούν ανεμπόδιστα τη φυσική ροή τους: φαντάσου κουνούπια το καλοκαίρι! Άσε το χώμα! Ένα σωρό πάρκα, αλέες, δασύλλια, παρτέρια και τσιμέντο πουθενά! Εδάφη ξεσκέπαστα, παπούτσια σκονισμένα, παιδικά ρουχαλάκια εκτεθειμένα στις λάσπες!
Ατέλειωτα δάση, φαράγγια, ποταμοί και λίμνες χωρίς ίχνος ανθρώπινης επέμβασης (εκτός από σκόρπια κοπάδια και μαντριά και κάνα-δυο υδροηλεκτρικά φράγματα) ολοσχερώς ανεκμετάλλευτα!
Άσε δε, ολόκληρα χωριά με δυο-τρία τζαμιά χωρίς ορθοδοξία!

Μια χώρα με αντιθέσεις

Υπερπολυτελή αμάξια από τη μία, ζητιάνοι από την άλλη. Εκκλησία δεξιά-τζαμί αριστερά. Πολλά καζίνο. Φανταχτερά και κραυγαλέα (θα μετρήσω τα λιτά τζογομάγαζα με τα φρουτάκια του ΟΠΑΠ στη γειτονιά μου μόλις γυρίσω).
Καταθλιπτικές πολυκατοικίες σοσιαλιστικής καταγωγής, περιτριγυρισμένες από ίσης έκτασης πληθωρικό και ψηλόκορμο πράσινο. Γειτονιές με όμορφες διώροφες κατοικίες παραδοσιακής έμπνευσης, άλλες νεόδμητες, άλλες παλιότερες, εύπορες αυτές, όλες με τον κήπο και τις πρασινάδες τους.
Απίστευτων διαστάσεων κακόγουστα αγάλματα συνωστίζονται στο κέντρο των Σκοπίων, προσπαθώντας να επιβάλουν μια ιστορική συνέχεια από την αρχαιότητα μέχρι πρόσφατα. Σκεντέρμπεης, Ιουστινιανός, Κύριλλος και Μεθόδιος, πολεμιστές διαφόρων εποχών, πρόσφυγες, παρτιζάνοι, λιοντάρια, Βουκεφάλες… «Αρχαίος» θηριώδης πολεμιστής (πρώην Μεγαλέξανδρος) αντικρύζει άλλον (Ρωμαίος μου φάνηκε αυτός), εξίσου τεράστιο, που ατενίζει ατσάλινο ολόφωτο σταυρό στην κορυφή του απέναντι βουνού.
Απίστευτης ομορφιάς η Οχρίδα, η πόλη-κομψοτέχνημα πάνω στη λίμνη, αποπνέει αψεγάδιαστη αρμονία και γαλήνη σε ανθρώπινες διαστάσεις.
Ένα βράδυ, λίγο περασμένη ώρα, στο κέντρο της Οχρίδας μας πλησιάζει ευσταλής σαραντάρης και μας συστήνει αγγλιστί να μιλάμε αγγλικά, ή έστω χαμηλόφωνα. «Φιλική συμβουλή για την ασφάλειά σας». Το επόμενο πρωί πλήθος κόσμου στο σεργιάνι. Πού και πού ακούς άλλη γλώσσα εκτός από ελληνικά.

Οι Βορειομακεδόνες

Στο παλιό μουσουλμανικό παζάρι των Σκοπίων, γωνιακό μαγαζάκι-παράγκα 1,5 x 2,5- ανεμίζει πανηγυρικά μια τούρκικη σημαία και διαφημίζει: «turska baklava Angela Merkel». Δίπλα, 40 x 50cm πορτραίτο του Ερντογάν και στον τοίχο η Ιστανμπούλ. Μια μεσήλικη επιβλητική κυρά με μακριά λευκή μαντήλα φτιάχνει όρθια επιτόπου και πουλάει τουλουμπάκια, μπακλαβάδες και χαλβά στους περαστικούς. Μας δίνει κι εμάς, μα με το ζόρι. Προτιμάει να μας γράψει την τιμή, παρά να μας μιλήσει. Παρά την προσπάθεια ν’ ανταλλάξουμε μια κουβέντα, ένα χαμόγελο, παραμένει παγερή, αμίλητη κι απρόσιτη, σχεδόν δεν μας κοιτάζει.
Στο παραδίπλα καλντερίμι μας σταματούν από άλλο μαγαζάκι, 3 x 3 αυτό, σε άπταιστα ελληνικά, με σλάβικο αξάν: «ναι, Ελληνίδες είμαστε». Εδώ είναι παλιό εργαστήρι κατασκευής μουσικών οργάνων. Ηλικιωμένος μάστορας φτιάχνει κιθάρες, ζουρνάδες και μπουζούκια. Είναι 2-3 παρέα. Αυτός που μας κάλεσε, ευγενικός, καλοβαλμένος κύριος, παίζει μπουζούκι. Έμαθε ελληνικά μαζί με το μπουζούκι, απ’ τα τραγούδια, ποτέ δεν κατάφερε να έρθει στην Ελλάδα, είναι γιατρός συνταξιούχος. «Ελάτε να τραγουδήσουμε!». Μπιθικώτση και Καζαντζίδη είπαμε και φωτογραφίες βγήκαμε και σκάλωσ’ η καρδιά μου στις χορδές του μπουζουκιού, δεν λέει να ξεμπλέξει! Ήταν κι ο Aco Simonovski, ηλικιωμένος πια, γνωστός τραγουδιστής όπως είπε, τον βρήκα στο youtube σε μεταγλωττισμένα ελληνικά τραγούδια έντεχνα και παραδοσιακά.
Ο καστανάς στην πλατεία θα φωτογραφηθεί με την Καίτη, την Πειραιώτισσα: είναι Ολυμπιακός.
Κι ο νεαρός αγγλομαθής ιμάμης του Νέρεζι μάς καλοδέχεται, μας ξεναγεί στο τζαμί του χωριού και φωτογραφίζεται μαζί μας μπροστά στην κόχη της προσευχής του: «οι άνθρωποι πρέπει να ζουν ειρηνικά, όλοι παιδιά του Θεού είμαστε».

Το σοσιαλιστικό παρελθόν, το ευρωπαϊκό μέλλον

Ο Γκόραν, ο γιατρός-μπουζουξής, για τον Ζάεφ (ελληνικά): «εδώ τον λένε προδότη. Όμως εγώ δεν θέλω ν’ ασχολούμαι. Αγαπάω το μπουζούκι και τα τραγούδια. Δεν θέλω τίποτε άλλο».
Ο Βασίλ, ο ταξιτζής (αγγλικά): «δικό μου είναι το ταξί. Δουλεύω 12 ώρες κάθε μέρα και με πολλή δυσκολία τα βγάζω πέρα. Παλιά πήγαινα διακοπές, ερχόμουν και στην Ελλάδα. Όταν διαλύθηκε η Γιουγκοσλαβία, τέλειωσαν αυτά. Όμως τότε, ποτέ δεν είχα αγχωθεί πώς θα πληρώσω τους λογαριασμούς, το νοίκι, όλος ο κόσμος είχε δουλειά, τα παιδιά σπούδαζαν δωρεάν οτιδήποτε ήθελαν, κανείς δεν πλήρωνε για γιατρούς και νοσοκομεία. Το βλέπετε αυτό το νοσοκομείο; Ήταν δημόσιο. Τώρα είναι άθλιο, χειρότερο από φυλακή! Οι γιατροί το εγκατέλειψαν, δουλεύουν ιδιωτικά. Απλησίαστοι. Έχουμε μεγάλη διαφθορά. Και οι πολιτικοί, διεφθαρμένοι είναι. Η κυβέρνηση του Ζάεφ δεν εξαιρείται. Και δεν έκανε αυτά που υποσχέθηκε προεκλογικά. Από μας κανείς δεν είναι με τον καπιταλισμό, εκτός από αυτούς που κλέβουν τους κόπους του λαού. Ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί διαλύσαν τη Γιουγκοσλαβία. Πέθανε ο Τίτο και κατέρρευσαν όλα…»
Δυο γυναίκες κάθονται στο παγκάκι. Στην τρίτη θέση πάει να καθίσει μια από μας. Συνεχίζουμε την προηγούμενη κουβέντα μας. Κι εκείνες το ίδιο. Κάποια στιγμή σταματούν: «γκρέτσκι;». Δεν ξέρουν γρυ αγγλικά ή ελληνικά, ούτε κι εμείς μακεντόνσκι. Απ’ την Ελλάδα ο papa της μίας, Αφροδίτη τ’ όνομά της. «Μπόντεν». Κατάλαβες; Κατάλαβα. Έδεσσα, Βοδενά! «Πώς βρέθηκε ο πατέρας σου εδώ;». Δεν συνεννοούμαστε. «Πού μένετε;». «Κάρπος, χοτέλ». «Α! Ούλιτσα Παρτιτζάνσκα». Ξέρω: ούλιτσα θα πει οδός, το «παρτιτζάνσκα» προφανές. «Ο μπαμπάς σου παρτιτζάν;». Ναι! Είναι κόρη πολιτικού πρόσφυγα! Δεν περιγράφεται η χαρά και των πέντε μας! Αγκαλιές, γέλια, φωνές! «Αυτός ποιος είναι;», ρωτάω τη Ντένα δείχνοντας το δυσθεώρητο πρώην Μεγαλέξανδρο. Απαντά με μια γκριμάτσα απαξίωσης και μια χειρονομία «άσ’ το να πάει στο καλό!». Κάτι λένε μεταξύ τους, μας πιάνουν αγκαζέ και έρχονται μαζί μας. Θα μας πάνε στο ξενοδοχείο μας (να μη χαθούμε ή να μην πληρώσουμε ταξί; Μα, να μη χωριστούμε γρήγορα!) Αντίθετη η δική τους κατεύθυνση, μας συνοδεύουν 2-3 χιλιόμετρα πεζή. Χέρι-χέρι. Στο δρόμο λύνεται η γλώσσα μας και λέμε πράματα και θάματα! Τα λόγια έχουν λίγη σημασία. Η ζεστασιά της φωνής, ένα όνομα, μια μνήμη, η γλυκύτητα στα μάτια. Καταλαβαινόμαστε τώρα. Δεν χρειάζονται περσότερα. Η καρδιά όταν παίρνει την εξουσία, συντονίζεται στην αποδοχή, την κατανόηση, στην αγάπη. Η αγκαλιά του αποχωρισμού ατελείωτη. Λες και ξαναβρήκα χαμένες αδερφές.
Αυτά. Και η ουράνια γαλήνη στην έρημη παραλία της λίμνης Οχρίδας με τις φωνές των κορμοράνων και των γλάρων, με την εικόνα των κύκνων στο ζεστό φθινοπωριάτικο φως: τα αναμνηστικά που έβαλα στη βαλίτσα για το ταξίδι της επιστροφής.

Κατερίνα Αρβανιτάκη