Η βούληση για ελευθερία και τα γρανάζια ενός εμφυλίου

Ετέλ Αντνάν «Σιττ Μαρί-Ροζ»
(μτφ. Λίζυ Τσιριμώκου, εκδ. Άγρα, 2019)

«Ο θάνατος ποτέ δεν είναι στον πληθυντικό. Δεν είναι εκατομμύρια οι θάνατοι. Συμβαίνει να είναι εκατομμύρια οι φορές που κάποιος πεθαίνει». Οι λέξεις αυτές ίσως συμπυκνώνουν με τον τρόπο τους τη ματιά με την οποία η Ετέλ Αντνάν κοιτάζει τον εμφύλιο που ρήμαζε επί χρόνια (1975-1990) τη χώρα της, τον Λίβανο, αφήνοντας πίσω του περίπου 120.000 νεκρούς και πολλές χιλιάδες, ίσως πάνω από ένα εκατομμύριο, εκτοπισμένους, πρόσφυγες, εξόριστους.
Η Ετέλ Αντνάν γεννήθηκε στη Βηρυτό, το 1925. Εξίσου γνωστή και βραβευμένη ως ζωγράφος και ως συγγραφέας (έχει τιμηθεί μεταξύ άλλων με το γνωστό Βραβείο Lambda για το καλύτερο βιβλίο λεσβιακής ποίησης, ενώ έχει αναγορευτεί Ιππότης των Γραμμάτων της Γαλλικής Δημοκρατίας), έζησε πολλά χρόνια στις ΗΠΑ και στη Γαλλία, αλλά το 1972 επέστρεψε στον Λίβανο, όπου έμεινε μέχρι το 1976. Το 1977 εξέδωσε στο Παρίσι, στις Εκδόσεις των Γυναικών, το Σιττ Μαρί-Ροζ, ένα βιβλίο βασισμένο σε πραγματική ιστορία και στην εμπειρία της από τις μέρες που έζησε στη Βηρυτό την εποχή του εμφύλιου.
Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, η Σιττ Μαρί-Ροζ ζει στη Βηρυτό που σπαράσσεται από τον εμφύλιο. Διευθύνει ένα σχολείο για κωφάλαλα παιδιά, ζει μια ζωή που η αγριεμένη κοινωνία γύρω της την θεωρεί έκκεντρη, «εκτός της τακτικής πορείας των πραγμάτων» (είναι χριστιανή που «έχει απαρνηθεί την κοινότητά της», έχει σχέση με Παλαιστίνιο, έχει συμμετάσχει σε οργανώσεις αλληλεγγύης στους Παλαιστίνιους πρόσφυγες, δηλώνει ευθαρσώς πως «είμαι μέλος της παλαιστινιακής αντίστασης»).
Στο πρώτο μέρος του βιβλίου («Χρόνος 1»), παρακολουθούμε μέσα από τη φωνή μιας ανώνυμης αφηγήτριας την προσπάθεια του Μουνίρ να γυρίσει μια ταινία με θέμα τους Σύρους εργάτες που έχουν έρθει να δουλέψουν στον Λίβανο («ένας νεαρός Σύρος στη Βηρυτό είναι όπως εμείς στο Παρίσι!»), ενώ ταυτόχρονα αποκτούμε και μια πρώτη εικόνα από την εκείνη την «ημιεμπορική, ημιβιομηχανική πόλη» πριν από το ξέσπασμα του πολέμου («πολυτελή διαμερίσματα δίπλα σε τρώγλες»…). Τότε, «η Βηρυτός ήδη χωρίζεται από μια γραμμή που εκτείνεται από τον Βορρά ως τον Νότο, έχοντας στα δυτικά τις κατά βάση μουσουλμανικές γειτονιές, στα ανατολικά τις χριστιανικές, κι εδώ κι εκεί, κυρίως στα παραθαλάσσια, ένα είδος τουριστικής και πορνικής no man’s land».
Και «στις 13 Απριλίου 1975 ξεσπά το Μίσος», μια Κυριακή που οι δεξιοί χριστιανοί φαλαγγίτες επιτίθενται σε ένα λεωφορείο γεμάτο Παλαιστίνιους που επιστρέφουν στο στρατόπεδο προσφύγων και τους σκοτώνουν μέχρις ενός. Η βία αρχίζει να κλιμακώνεται. Ο δρόμος προς τον εμφύλιο ανοίγει διάπλατος. Ο Μουνίρ και η παρέα του γίνονται φαλαγγίτες. Οι δρόμοι γεμίζουν πολιτοφυλακές. Τα παιδιά αρχίζουν να μαθαίνουν «τη φιλοπατρία και τη θανατογνωσία». Το σχέδιο για την ταινία ματαιώνεται.

Οι αγιάτρευτες πληγές της μνήμης

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου («Χρόνος 2») έχει για τίτλο το όνομα της πρωταγωνίστριας: Μαρί-Ροζ. Εδώ έχουμε επτά αφηγηματικές φωνές, που συνθέτουν την τραγική ιστορία της Μαρί-Ροζ, παράλληλα με το δράμα του πολέμου: τη συλλογική φωνή των κωφάλαλων παιδιών του σχολείου, της ίδιας της Μαρί-Ροζ («το ξέρω, μου το είχαν τονίσει να μη διασχίσω τη γραμμή που χωρίζει την πόλη σε δυο εχθρικά στρατόπεδα»), του Μουνίρ (παλιού συμμαθητή της Μαρί-Ροζ) και άλλων δύο φίλων του που είναι επίσης φανατισμένοι φαλαγγίτες, του ιερέα Μπούνα Λίας και της γνωστής ανώνυμης αφηγήτριας.
Η Μαρί-Ροζ θυμάται από τα χρόνια του σχολείου εκείνα «τα μικρά αγόρια [που] ήταν συνεπαρμένα από τις Σταυροφορίες». Τώρα όμως μπορεί να διαβάσει και άλλες, πιο κρυφές, πτυχές της πραγματικότητας: «η σταυροφορία, την οποία εγώ θεωρούσα ανέφικτη, στην πραγματικότητα, έλαβε χώρα. Όμως δεν είναι στ’ αλήθεια θρησκευτική. Αποτελεί τμήμα της μεγάλης σταυροφορίας που προελαύνει ενάντια στους φτωχούς», καθώς κάποιοι «έστρεψαν όσους, ανάμεσά τους, ήταν φτωχοί εναντίον των φτωχών των “άλλων”».

Η ηττημένη πόλη

«Κρυφή» πρωταγωνίστρια του βιβλίου είναι η πόλη, η Βηρυτός, «μια πόλη ταπεινωμένη. Υπέστη μια ήττα. Αυτή είναι εκείνη που έχασε»: «υποφέρει, θεότρελη και επιπόλαιη όσο δεν παίρνει, και τώρα υποταγμένη, ξεκοιλιασμένη, βιασμένη, σαν τις κοπέλες εκείνες που τις βίασαν οι διάφοροι πολιτοφύλακες». Μια πόλη που «έγινε σιγά σιγά μια πελώρια ανοιχτή πληγή».
Στο ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο, η Αντνάν, αποτυπώνοντας την ιστορία ενός ανθρώπου που επιμένει να ακολουθήσει τις δικές του επιλογές, έστω κι αν αυτό τον φέρει σε σύγκρουση με τους επιβεβλημένους και αναμενόμενους κανόνες της κοινωνίας που τον περιβάλλει, μέχρι να συντριβεί από το βάρος ενός ανηλεούς εμφύλιου, ανατέμνει ταυτόχρονα και τις πολλαπλές και πολύπλευρες αιτίες του πολέμου στον Λίβανο παρακάμπτοντας τους εύκολους μανιχαϊσμούς χωρίς να υποδύεται την ουδέτερη, μιλάει για τον ταξικό χαρακτήρα του πολέμου, για την αδυναμία επικοινωνίας μεταξύ των αντιμαχόμενων, αλλά και για τη θέση της γυναίκας στη λιβανέζικη κοινωνία ή για τα σημάδια της αποικιοκρατίας.
Ένα σκληρό κείμενο που ιχνηλατεί τη βαναυσότητα, καθώς το στοιχειώνει πάντα το ανελέητο ερώτημα: «πώς να γιατρέψεις τη μνήμη;».

Κώστας Αθανασίου