Ιμπεριαλισμός, κοινωνικές τάξεις, και η πανδημία

Είναι αλήθεια ότι στο παρελθόν κάποιοι είχαν αναγορεύσει τον ιμπεριαλισμό στον βασικό, αν όχι τον μόνο, εχθρό του λαϊκού κινήματος, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τις ταξικές αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό μιας χώρας («ένας είναι ο εχθρός, ο ιμπεριαλισμός»). Η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989, οι γνωστές θεωρητικές επεξεργασίες περί «αυτοκρατορίας» των Νέγκρι και Χαρντ, καθώς και ο ακραίος κοσμοπολιτισμός και δικαιωματισμός, οδήγησαν την κατάσταση στο άλλο άκρο, με αυτή την πολύ χρήσιμη αναλυτική έννοια να σπρώχνεται στο περιθώριο. Ο ιμπεριαλισμός επανήλθε σε κάποιο βαθμό στο αριστερό λεξιλόγιο μετά τις στρατιωτικές επεμβάσεις, την ακραία οικονομική εκμετάλλευση των χωρών του Τρίτου Κόσμου, και τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων καπιταλιστικών χωρών, που ακολούθησαν το υποτιθέμενο τέλος της ιστορίας. Η επικαιρότητα της έννοιας αναδεικνύεται στο κείμενο που δημοσιεύουμε σήμερα-τμήμα και αυτό, όπως και εκείνο της προηγούμενης Κυριακής, του άρθρου «COVID-19 and Catastrophe Capitalism”, που δημοσιεύτηκε την 1η Ιουνίου 2020 στο Monthly Review.

Χ.Γο.

Ο SARS-CoV-2, όπως και άλλοι επικίνδυνοι παθογόνοι οργανισμοί που εμφανίστηκαν ή επανεμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια, συνδέεται στενά με ένα πολύπλοκο σύνολο παραγόντων που περιλαμβάνει: (1) την ανάπτυξη της παγκόσμιας αγροβιομηχανίας με τις εκτεταμένες γενετικές μονοκαλλιέργειες που αυξάνουν το ενδεχόμενο μετάδοσης των ζωονοσογόνων ασθενειών από τα άγρια ζώα στα κατοικίδια, και από αυτά στον άνθρωπο, (2) την καταστροφή των καταφυγίων άγριας ζωής και την παρεμπόδιση των δραστηριοτήτων των άγριων ειδών, (3) τη στενή συμβίωση των ανθρώπινων όντων. Ελάχιστη αμφιβολία υπάρχει ότι οι παγκόσμιες εμπορευματικές αλυσίδες και τα είδη συνδεσιμότητας που έχουν παραγάγει έχουν γίνει φορείς της ταχείας διάδοσης της νόσου, θέτοντας σε αμφισβήτηση όλο αυτό το παγκόσμιο εκμεταλλευτικό αναπτυξιακό πρότυπο. Όπως ανέφερε ο Στέφεν Ρόατς της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων του Γέϊλ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Morgan Stanley, και εκείνος που κυρίως ανέπτυξε την έννοια του παγκόσμιου αρμπιτράζ εργασίας, αυτό που ήθελαν τα οικονομικά επιτελεία των εταιρειών ήταν «αγαθά και υπηρεσίες χαμηλού κόστους, αδιαφορώντας για την έλλειψη επενδύσεων στη δημόσια υγεία που θα προέκυπτε από αυτήν την εξοικονόμηση δαπανών, ή, θα πρόσθετα, για την έλλειψη επενδύσεων που θα είχαν στόχο την προστασία του περιβάλλοντος και τη βελτίωση της ποιότητας του κλίματος». Αποτέλεσμα αυτής της απαράδεκτης προσέγγισης που βασίζεται σ’ αυτού του τύπου τις «εξοικονομήσεις» είναι οι σύγχρονες παγκόσμιες οικολογικές και επιδημιολογικές κρίσεις και οι οικονομικές συνέπειές τους, που αποσταθεροποιούν ακόμα περισσότερο ένα σύστημα, το οποίο παρουσίαζε ήδη εκείνη την «υπερβολική διόγκωση» που χαρακτηρίζει τις χρηματοπιστωτικές φούσκες.
Σήμερα, οι πλούσιες χώρες είναι στο επίκεντρο της πανδημίας του COVID-19 και των επιπτώσεων της, αλλά η γενικευμένη κρίση, που έχει τόσο οικονομικές όσο και επιδημιολογικές συνέπειες, θα πλήξει σκληρότερα τις φτωχές χώρες. Ο τρόπος που γίνεται ο χειρισμός μιας πλανητικής κρίσης σαν κι αυτή που ζούμε, εν τέλει περνάει μέσα από το ιμπεριαλιστικό-ταξικό σύστημα. Τον Μάρτιο του 2020, η Ομάδα Αντιμετώπισης του COVID-19 που έχει συσταθεί στο Imperial College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου παρουσίασε μια έρευνά της, η οποία έδειχνε ότι σε ένα παγκόσμιο σενάριο στο οποίο η μετάδοση του SARS-CoV-2 δεν θα μετριαζόταν με την εφαρμογή της κοινωνικής απόστασης ή με λοκντάουν θα πέθαιναν σαράντα εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, με τα μεγαλύτερα ποσοστά θνησιμότητας να προβλέπεται ότι θα υπήρχαν στις πλούσιες και όχι στις φτωχές χώρες, επειδή στις πρώτες το ποσοστό των ανθρώπων που είναι 65 ετών και άνω είναι πολύ μεγαλύτερο από το αντίστοιχο στις δεύτερες. Προφανώς, αυτή η ανάλυση έλαβε υπόψη το γεγονός ότι στις πλούσιες χώρες υπάρχει μεγαλύτερη πρόσβαση στις ιατρικές υπηρεσίες. Δεν συμπεριέλαβε όμως στην ανάλυσή της άλλους παράγοντες, όπως τον υποσιτισμό, τη φτώχεια, και τη μεγαλύτερη ευπάθεια σε λοιμώξεις που έχουν οι φτωχές χώρες. Έστω και χωρίς να ληφθούν υπόψη αυτοί οι παράγοντες, σε ένα σενάριο μη λήψης μέτρων ο αριθμός των θανάτων θα διαμορφωνόταν, σύμφωνα με τη μελέτη του Imperial College, στο επίπεδο των 5 εκατομμυρίων στην Ανατολική Ασία και τον Ειρηνικό, 7, 6 εκατομμυρίων στη Νότια Ασία, 3 εκατομμυρίων στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, 2,5 εκατομμυρίων στην Υποσαχάρια Αφρική, και 1,7 εκατομμυρίων στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική-έναντι 7,2 εκατομμυρίων στην Ευρώπη και την Κεντρική Ασία και περίπου 3 εκατομμυρίων στη Βόρεια Αμερική.

Η πανδημία στις παραγκουπόλεις

Βασίζοντας την ανάλυσή τους στην προσέγγιση του Imperial College, ο Αχμέτ Μουσφίκ Μομπάρακ και ο Ζάκαρι Μπάρνετ-Χάουελ του Πανεπιστημίου του Γέιλ έγραψαν ένα άρθρο στο γνωστό περιοδικό του κατεστημένου Foreign Policy, με τίτλο: «Poor Countries Need to Think Twice About Social Distancing» [«Οι φτωχές χώρες πρέπει να ξανασκεφτούν το μέτρο της κοινωνικής απόστασης»]. Οι δύο συγγραφείς ισχυρίστηκαν με κατηγορηματικό τρόπο ότι «τα επιδημιολογικά μοντέλα καθιστούν σαφές πως το κόστος της μη παρέμβασης στις πλούσιες χώρες θα ήταν εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί, ένα αποτέλεσμα πολύ χειρότερο από εκείνο της βαθύτερης οικονομικής ύφεσης που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Με άλλα λόγια, οι παρεμβάσεις με την εφαρμογή μέτρων κοινωνικής απόστασης και επιθετικής αναχαίτισης της λοίμωξης, παρά το κόστος τους, είναι απολύτως δικαιολογημένες στις κοινωνίες υψηλού εισοδήματος»-για να σωθούν ζωές. Όμως, κατ’ αυτούς, δεν ισχύει το ίδιο για τις φτωχές χώρες, δεδομένου ότι ο αριθμός των ηλικιωμένων ατόμων στους πληθυσμούς τους είναι μικρότερος, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Imperial College, το δικό τους ποσοστό θνησιμότητας να είναι το μισό από το αντίστοιχο των πλούσιων χωρών. Αυτό το μοντέλο, παραδέχονται, «δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι στις χώρες χαμηλού εισοδήματος υπάρχουν χρόνιες ασθένειες, αναπνευστικές παθήσεις, μεγαλύτερη μόλυνση της ατμόσφαιρας, και υποσιτισμός, παράγοντες που θα μπορούσαν να αυξήσουν τα ποσοστά θνησιμότητας σε περιπτώσεις έξαρσης του κορονοϊού». Αλλά, μη δίνοντας ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτό το ενδεχόμενο στο συγκεκριμένο άρθρο τους (και σε μια ανάλογη μελέτη τους που πραγματοποιήθηκε στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου του Γέιλ), οι Μομπάρακ και Μπάρνετ-Χάουελ επιμένουν ότι, δεδομένης της μεγάλης φτώχειας και της τεράστιας ανεργίας και υποαπασχόλησης που υπάρχουν σ’ αυτές τις χώρες, θα ήταν καλύτερο να μην εφαρμόζονται μέτρα κοινωνικής απόστασης και περιορισμού, ή να γίνονται μαζικά τεστ στον πληθυσμό, και το βάρος των παρεμβάσεων να πέσει στην οικονομική παραγωγή, ώστε να παραμείνουν άθικτες οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, που η αρχή τους βρίσκεται κυρίως στις χώρες με χαμηλούς μισθούς. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι θάνατοι δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στον Παγκόσμιο Νότο θεωρείται από αυτούς τους συγγραφείς ένα λογικό τίμημα που πρέπει να καταβληθεί για να συνεχιστεί η ανάπτυξη της αυτοκρατορίας του κεφαλαίου. Όπως υποστηρίζει ο Μάικ Ντέιβις, ο καπιταλισμός του εικοστού πρώτου αιώνα παραπέμπει σε μια «μόνιμη διαβάθμιση της ανθρωπότητας… καταδικάζοντας ένα μέρος του ανθρώπινου γένους σε τελική εξαφάνιση».
Ο Ντέιβις αναρωτιέται τι θα συμβεί όταν ο COVID μεταδοθεί σε πληθυσμούς με ελάχιστη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, και εξαιρετικά υψηλά ποσοστά ατόμων με ανεπαρκή διατροφή, μη αντιμετωπιζόμενα προβλήματα υγείας, και κατεστραμμένα συστήματα ανοσίας. Το ηλικιακό πλεονέκτημα θα είναι ελάχιστα σημαντικό για τους φτωχούς νέους των παραγκουπόλεων της Αφρικής και της Νότιας Ασίας.
Υπάρχει επίσης το ενδεχόμενο η μαζική μόλυνση στις παραγκουπόλεις και γενικότερα στις φτωχές πόλεις να μεταβάλει τον τρόπο μετάδοσης, και να αναδιαμορφώσει τη φύση της λοίμωξης. Πριν εμφανιστεί ο SARS, το 2003, οι υψηλής παθογενικότητας επιδημίες του κορονοϊού περιορίζονταν στα κατοικίδια ζώα, κυρίως στα γουρούνια. Οι ερευνητές γρήγορα ανακάλυψαν ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές οδοί μετάδοσης της νόσου: η περιττωματική-στοματική, που επιτίθεται στον στομαχικό και εντερικό ιστό, και η αναπνευστική, που επιτίθεται στους πνεύμονες. Στην πρώτη περίπτωση η θνησιμότητα ήταν συνήθως πολύ υψηλή, ενώ στη δεύτερη τα κρούσματα ήταν γενικώς ηπιότερα. Σε ένα μικρό ποσοστό των κρουσμάτων, ιδιαίτερα αυτών που διαπιστώθηκαν με τεστ που έγιναν στα κρουαζιερόπλοια, υπήρχε διάρροια και εμετός, ενώ, σύμφωνα με μια επιστημονική έκθεση, «η πιθανότητα μετάδοσης του SARS-CoV-2 από λύματα, απόβλητα, μολυσμένο νερό, κλιματιστικά, και αερολύματα δεν πρέπει να υποτιμάται». Η πανδημία έχει φτάσει σήμερα στις παραγκουπόλεις της Αφρικής και της Νότιας Ασίας, όπου η περιττωματική μόλυνση είναι παντού: στο νερό, στα εγχώρια λαχανικά, και στον αέρα ως αιωρούμενη σκόνη. Θα ευνοήσουν όλα αυτά την εντερική οδό μετάδοσης της νόσου; Θα οδηγήσουν, όπως στην περίπτωση των ζώων, σε πιο θανατηφόρες λοιμώξεις, που πιθανόν θα πλήξουν όλες τις ηλιακές ομάδες;

Εν μέσω οικονομικού πολέμου

Όσα γράφει ο Ντέιβις δείχνουν ξεκάθαρα τη μεγάλη ανηθικότητα της θέσης ότι η κοινωνική απόσταση και η επιθετική καταστολή του ιού ως απάντηση στην πανδημία πρέπει να εφαρμοστούν στις πλούσιες χώρες, και όχι στις φτωχές. Η ιμπεριαλιστική επιδημιολογική στρατηγική που βασίζεται σ’ αυτή τη θέση είναι ακόμα πιο αδίσταχτη, γιατί θεωρεί τη φτώχεια των πληθυσμών του Παγκόσμιου Νότου, η οποία είναι προϊόν του ιμπεριαλισμού, ως δικαιολογία για μια προσέγγιση μαλθουσιανή, ή κοινωνικού δαρβινισμού, που θα έχει ως αποτέλεσμα να πεθάνουν εκατομμύρια άνθρωποι για να διατηρηθεί η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας, κυρίως προς όφελος εκείνων που βρίσκονται στην κορυφή του συστήματος. Συγκρίνετε αυτή την προσέγγιση με εκείνη που έχει υιοθετήσει η κυβερνώμενη από σοσιαλιστές Βενεζουέλα, η χώρα της Λατινικής Αμερικής με τον μικρότερο αριθμό κατά κεφαλήν θανάτων από COVID-19, όπου η κοινωνικά οργανωμένη κοινωνική απόσταση και οι κοινωνικές παροχές συνδυάζονται με διευρυμένους εξατομικευμένους προληπτικούς ελέγχους για την ανίχνευση των πιο ευάλωτων ατόμων, με εκτεταμένα τεστ, και με τη βελτίωση των νοσοκομείων και της υγειονομικής περίθαλψης, σύμφωνα με το κουβανικό και το κινεζικό μοντέλο.
Ο Παγκόσμιος Νότος ως σύνολο, πέραν των άμεσων επιπτώσεων της πανδημίας, είναι καταδικασμένος να πληρώσει το υψηλότερο οικονομικό τίμημα. Η κατάρρευση των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων εξαιτίας της ακύρωσης παραγγελιών σ’ αυτήν την περιοχή (καθώς και της κοινωνικής απόστασης και των λοκντάουν), όπως και η αναμόρφωση των εμπορευματικών αλυσίδων που θα ακολουθήσει, θα καταστρέψουν ολόκληρες χώρες και περιοχές. Εδώ, δεν πρέπει να μην ξεχνούμε επίσης ότι η πανδημία του COVID-19 ξέσπασε σε μια στιγμή που διεξάγεται ένας οικονομικός πόλεμος για την παγκόσμια ηγεμονία, που εξαπέλυσε η διοίκηση του Ντόναλντ Τραμπ, και έχει στόχο την Κίνα, στην οποία οφείλεται περίπου το 37% της σωρευτικής παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης από το 2008. Λόγω του δασμολογικού πολέμου, πολλές αμερικανικές επιχειρήσεις είχαν ήδη αποσύρει τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες από την Κίνα. Η εταιρεία Levi’s, για παράδειγμα, είχε μειώσει τις μεταποιητικές της δραστηριότητες στην Κίνα από 16% το 2017 στο 1–2% το 2019. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση, τα δύο τρίτα 160 διευθυντικών στελεχών διάφορων βιομηχανικών κλάδων στις Ηνωμένες Πολιτείες ανέφεραν ότι, λόγω του δασμολογικού πολέμου και της πανδημίας του COVID-19, είχαν ήδη μεταφέρει , ή εξέταζαν το ενδεχόμενο να μεταφέρουν τις εγκαταστάσεις τους από την Κίνα στο Μεξικό, μια χώρα όπου το μοναδιαίο κόστος εργασίας είναι περίπου το ίδιο, ενώ επιπλέον βρίσκεται πιο κοντά στις αγορές των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο οικονομικός πόλεμος της Ουάσινγκτον εναντίον της Κίνας είναι σήμερα τόσο οξύς, ώστε η διοίκηση Τραμπ αρνιόταν, μέχρι τις τελευταίες ημέρες του περασμένου Μαρτίου, να καταργήσει τους δασμούς ακόμα και στις εισαγωγές του αναγκαίου για το ιατρικό προσωπικό προστατευτικού εξοπλισμού. Εν τω μεταξύ ο Τραμπ διόρισε τον Πίτερ Ναβάρο, τον οικονομολόγο που έχει την ευθύνη του οικονομικού πολέμου με την Κίνα, συντονιστή της εφαρμογής του Νόμου περί Αμυντικής Παραγωγής για την αντιμετώπιση της κρίσης του COVID-19.

Εμπορικό σοκ

Στο πλαίσιο του διπλού ρόλου του ως υπεύθυνος για την διεξαγωγή του εμπορικού πολέμου των Ηνωμένων Πολιτειών εναντίον της Κίνας, και πολιτικός συντονιστής του Νόμου περί Αμυντικής Παραγωγής, ο Ναβάρο κατηγόρησε την Κίνα ότι προκάλεσε ένα «εμπορικό σοκ», που οδήγησε στην απώλεια «άνω των πέντε εκατομμυρίων θέσεων εργασίας στην αμερικανική βιομηχανία και στο κλείσιμο 70.000 εργοστασίων», και ότι «σκότωσε δεκάδες χιλιάδες Αμερικανούς», καταστρέφοντας τις θέσεις εργασίας τους, τις οικογένειές τους και την υγεία τους. Συνέχισε δε λέγοντας ότι μετά από όλα αυτά ήρθε από την Κίνα και το σοκ του κορονοϊού. Στηριζόμενος σ’ αυτήν την προπαγάνδα, ο Ναβάρο προχώρησε στη διαμόρφωση της πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών για την πανδημία, θέτοντας στο επίκεντρο την ανάγκη καταπολέμησης του λεγόμενου «κινέζικου ιού», και την απόσυρση από την Κίνα των εφοδιαστικών αλυσίδων των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρά ταύτα, δεδομένου ότι περίπου το ένα τρίτο όλων των παγκόσμιων ενδιάμεσων βιομηχανικών προϊόντων, κυρίως στους κλάδους υψηλής τεχνολογίας, παράγεται σήμερα στην Κίνα, καθώς και ότι αυτή η εξέλιξη είναι το κλειδί του αρμπιτράζ εργασίας, η επιδίωξη μιας αναδιάρθρωσης αυτού του τύπου, στο βαθμό που αυτή είναι εφικτή, θα δημιουργήσει τεράστια αναστάτωση.
Μερικές πολυεθνικές που μετέφεραν την παραγωγή τους εκτός Κίνας έμαθαν με οδυνηρό τρόπο ότι με τη συγκεκριμένη την απόφασή τους δεν «απελευθερώθηκαν» από την εξάρτησή τους από αυτήν. Η Samsung, για παράδειγμα, άρχισε να μεταφέρει αεροπορικώς ηλεκτρονικά εξαρτήματα από την Κίνα στα εργοστάσιά της στο Βιετνάμ-που είναι ένας χρήσιμος προορισμός για τις εταιρείες που προσπαθούν να αποφύγουν τους δασμούς του εμπορικού πολέμου. Αλλά και το Βιετνάμ είναι ευάλωτο, γιατί για τις πρώτες ύλες και τα ενδιάμεσα προϊόντα που χρειάζεται εξαρτάται, και αυτό, σε μεγάλο βαθμό από την Κίνα. Παρόμοια είναι η κατάσταση στις γειτονικές χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ινδονησίας, η οποία εισάγει από αυτήν το 20-50% των πρώτων υλών που χρησιμοποιεί η βιομηχανία της. Ήδη από τον Φεβρουάριο, ορισμένα εργοστάσια στο Μπατάμ της Ινδονησίας είχαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της εξάντλησης των πρώτων υλών που εισάγονταν από την Κίνα (οι οποίες συνιστούν το 70% των πρώτων υλών που απαιτούνται για την παραγωγή αυτής της περιοχής). Οι εταιρείες που βρίσκονται εκεί ανέφεραν ότι εξετάζουν το ενδεχόμενο να προμηθεύονται πρώτες ύλες από άλλες χώρες, αλλά ότι «αυτό δεν είναι τόσο εύκολο». Για πολλά εργοστάσια η μόνη εφικτή επιλογή ήταν να «διακόψουν εντελώς τη λειτουργία τους». Ο κινέζος δισεκατομμυριούχος καπιταλιστής Τσάο Ντεγουάνγκ, ιδρυτής της Fuyao Glass Industry, προβλέπει την αποδυνάμωση του ρόλου της Κίνας στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα μετά την πανδημία, αλλά συμπεραίνει ότι, τουλάχιστον βραχυχρονίως, «είναι δύσκολο να βρεθεί μια οικονομία που θα αντικαταστήσει την Κίνα σ’ αυτήν την αλυσίδα»-θεωρώντας ότι η δυσκολία οφείλεται στην «έλλειψη υποδομών» των χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας, το υψηλότερο κόστος εργασίας στον Παγκόσμιο Βορρά, και τα εμπόδια που θα αντιμετωπίσουν οι «πλούσιες χώρες» αν θελήσουν να «αναδιαρθρώσουν την εγχώρια μεταποιητική βιομηχανία τους».

Ο κύριος φορέας της νόσου

Η κρίση του COVID-19 δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως το αποτέλεσμα κάποιας εξωτερικής δύναμης, ή σαν ένα σπάνιο, απρόβλεπτο γεγονός. Ανήκει σε ένα πλέγμα κρισιακών τάσεων που είναι εύκολα προβλέψιμες, αν και όχι ως προς τον χρόνο εμφάνισής τους. Σήμερα, το κέντρο του καπιταλιστικού συστήματος αντιμετωπίζει μια χρόνια παραγωγική και επενδυτική στασιμότητα, και στηρίζει τις ελπίδες του για την επέκτασή του και τη συγκέντρωση του πλούτου στα υψηλά κοινωνικά στρώματα στα ιστορικώς χαμηλά επιτόκια, στο τεράστιο ύψος του χρέους, στην αποστράγγιση του υπόλοιπου κόσμου από κεφάλαια, και στην χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία. Οι ανισότητες εισοδήματος και πλούτου έχουν φτάσει σε επίπεδο που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Τα πλήγματα στην παγκόσμια οικολογία είναι πλανητικών διαστάσεων, και δημιουργούν ένα πλανητικό περιβάλλον που δεν είναι πια ασφαλές για την ανθρωπότητα. Οι νέες πανδημίες προκύπτουν εξαιτίας του συστήματος του παγκόσμιου μονοπωλιακού-χρηματιστικού κεφαλαίου, που είναι ο κύριος φορέας της νόσου. Σε όλες τις χώρες, τα κρατικά συστήματα παλινδρομούν σε υψηλότερα επίπεδα καταστολής, με τη μορφή είτε του νεοφιλελευθερισμού είτε του νεοφασισμού.
Η πρωτοφανής εκμεταλλευτική και καταστροφική φύση του συστήματος είναι εμφανής από το γεγονός ότι παντού οι εργαζόμενοι με τα μπλε κολάρα έχουν ανακηρυχθεί σε «αναγκαίους» εργαζόμενους κρίσιμων υποδομών (ένας όρος που καθιερώθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες από το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας), και όλοι περιμένουν από αυτούς να παράγουν, ή να προσφέρουν υπηρεσίες, συνήθως χωρίς να έχουν τον αναγκαίο ατομικό προστατευτικό εξοπλισμό, ενώ οι πιο προνομιούχες τάξεις τηρούν την κοινωνική απόσταση. Ένα πραγματικό λοκντάουν θα έπρεπε να είναι πολύ πιο εκτεταμένο, και θα απαιτούσε ένα σύστημα κρατικών παροχών και κρατικού σχεδιασμού, που θα εξασφάλιζε την προστασία του συνόλου του πληθυσμού, αντί να εστιάζεται στη σωτηρία των χρηματοπιστωτικών συμφερόντων. Εξαιτίας της ταξικής φύσης του μέτρου της κοινωνικής απόστασης, καθώς και της μειωμένης πρόσβασης στο εισόδημα, στη στέγαση και στην υγειονομική περίθαλψη, η νοσηρότητα και η θνησιμότητα από τον COVID-19 πλήττουν κυρίως τον έγχρωμο πληθυσμό, όπου οι οικονομικές και περιβαλλοντικές αδικίες είναι τεράστιες.