ΙΡΑΝ: Η κλιμάκωση των αμερικανικών πιέσεων και οι στόχοι του Τραμπ

Της Βιβής Κεφαλά

Παρατηρώντας κανείς τις εξελίξεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και τον αραβο – περσικό Κόλπο, διαπιστώνει ότι οι περιοχές αυτές συνεχίζουν να διέπονται από μία κατάσταση αυξημένης αστάθειας και βίας, με αιχμή του δόρατος την Συρία, την Λιβύη και την Υεμένη. Η κατάσταση αυτή επηρεάζει όλα τα κράτη της περιοχής είτε αμέσως είτε εμμέσως. Αμέσως επηρεάζονται προφανώς τα κράτη τα οποία βρίσκονται σε κατάσταση πολέμου, που έχει μετατραπεί σε πόλεμο διά αντιπροσώπων, ο οποίος δίνει την ευκαιρία σε περιφερειακούς ή εξωπεριφερειακούς δρώντες να επέμβουν αμέσως -όπως το Ιράν στην Συρία ή η Σαουδική Αραβία στην Υεμένη- ή εμμέσως χρηματοδοτώντας φίλα προσκείμενες ένοπλες ομάδες ή/και πολιτικούς σχηματισμούς, ακόμα και τρομοκρατικών όπως το λεγόμενο ΙΚΙΣ.

Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά;

Οι λόγοι για τους οποίους συμβαίνουν όλα αυτά είναι πολλοί, θα μπορούσαν όμως να συνοψιστούν στα εξής: οι δραματικές ανατροπές που ξεκινούν το 1991 με το τέλος του διπολισμού και την αρχή του τέλους για το Ιράκ, ενισχύονται από την εμφάνιση της ισλαμικής τρομοκρατίας το 2001 και κορυφώνονται το 2011 με την αποσάθρωση των μέχρι τότε ακλόνητων αραβικών καθεστώτων. Στις χαοτικές συνθήκες που δημιουργούνται αναδύονται νέες απειλές για την διεθνή, περιφερειακή αλλά και την εσωτερική ασφάλεια των κρατών της περιοχής, ακόμα και όσων δεν βρίσκονται σε πόλεμο, όπως η Αίγυπτος και η Τυνησία. Παράλληλα, όσοι εξισορροπητικοί παράγοντες έχουν απομείνει, όπως ο ΟΗΕ, έχουν περιθωριοποιηθεί λόγω της πολυπλοκότητας και διάχυσης των συγκρούσεων όσο και διότι οι ΗΠΑ φαίνονται αποφασισμένες να τον αγνοήσουν πλήρως.
Έτσι, κάθε εμπλεκόμενο μέρος επιδιώκει την ικανοποίηση των συμφερόντων του, η οποία θα πρέπει απαραιτήτως να αποτυπωθεί και στη νέα μεταπολεμική αρχιτεκτονική των εν λόγω περιοχών, η οποία με τη σειρά της θα καθορίσει και τη διεθνή και περιφερειακή ισορροπία ισχύος, όπως επίσης και την επιβίωση ή μη των καθεστώτων της περιοχής. Ωστόσο, για να συμβεί αυτό θα πρέπει να υπάρχουν σαφείς νικητές που θα επιβάλουν τους όρους τους στους ηττημένους και μέχρι να συμβεί αυτό, οι συγκρούσεις θα συνεχίζονται και ενδεχομένως θα διευρύνονται.

Η πολιτική Τραμπ

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί να εξηγηθεί με σαφήνεια και η πολιτική Τραμπ έναντι του Ιράν, το οποίο έχει δαιμονοποιηθεί για τις ΗΠΑ ήδη από το 1979, οπότε μετά την ανατροπή του φιλοδυτικού σαχικού καθεστώτος εγκαθιδρύθηκε ένα θεοκρατικό καθεστώς. Η ανατροπή αυτή, όχι μόνο έπληξε τα αμερικανικά συμφέροντα και το γόητρο της Ουάσιγκτον όχι μόνο ενίσχυσε τους περιφερειακούς της αντιπάλους αλλά και θεωρείται ζωτική απειλή για τους συμμάχους της. Οι κυρώσεις, η ένταξη του Ιράν στον «Άξονα του Κακού», ο διπλωματικός και πολιτικός αποκλεισμός και οι απειλές για στρατιωτικά «χειρουργικά πλήγματα» εναντίον του Ιράν είναι τα μέσα των οποίων μετήλθαν οι ΗΠΑ για να οδηγήσουν το ιρανικό καθεστώς σε κατάρρευση, εφ΄όσον για την Ουάσιγκτον η Τεχεράνη όχι μόνο ενισχύει την ισλαμική τρομοκρατία αλλά και στοχεύει στην απόκτηση πυρηνικών όπλων με σκοπό να καταστρέψει τους στρατηγικούς της συμμάχους, δηλαδή το Ισραήλ και την Σαουδική Αραβία.
Όμως, όλα αυτά δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα για τις ΗΠΑ αλλά αντίθετα ενδυνάμωσαν το ιρανικό καθεστώς, ενώ η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας σε καμία έκθεση της για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν δεν άφησε την παραμικρή υπόνοια ότι η Τεχεράνη πράγματι επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων.
Ωστόσο, λόγοι στρατηγικοί, όπως η διάχυση της σύγκρουσης και η εμφάνιση του λεγόμενου ΙΚΙΣ, αλλά και λόγοι πολιτικοί και οικονομικοί, οδήγησαν τελικά το 2015 στην συμφωνία 5+1 – Ιράν για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, μιάς συμφωνίας που δημιουργούσε συνθήκες αμοιβαίου οφέλους. Παρά ταύτα, ο διάδοχος του Μπάρακ Ομπάμα, είχε δηλώσει από την από την αρχή την αντίθεση του, χαρακτηρίζοντας την ως την «χειρότερη συμφωνία στην Ιστορία». Πιστός στα λεγόμενα του, μόλις ανήλθε στην εξουσία ο Ντόναλντ Τραμπ, όχι μόνο απέσυρε τις ΗΠΑ από την συμφωνία αυτή, όχι μόνον επέβαλε νέες κυρώσεις στο Ιράν αλλά και πιέζει ασφυκτικά και τους συμμάχους των ΗΠΑ –κυρίως την Ευρωπαϊκή Ένωση- να σταματήσει κάθε οικονομική συναλλαγή με το Ιράν.

Επίδειξη στρατιωτικής ισχύος

Όμως, ο Ντόναλντ Τραμπ προχωρά και σε επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, στέλνοντας τον Μάιο αμερικανικό αεροπλανοφόρο στην είσοδο των Στενών του Ορμούζ. Η κίνηση αυτή προκάλεσε, φυσικά, την έντονη αντίδραση της Τεχεράνης, που προειδοποίησε ότι εάν οι Ευρωπαίοι δεν τηρήσουν τους όρους της συμφωνίας τότε ούτε η ίδια δεσμεύεται από αυτούς. Επίσης, διά στόματος του ανώτατου πνευματικού ηγέτη, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεϊ, το Ιράν υπενθύμισε τον μεσσιανικό του ρόλο και διεμήνυσε ότι «θα απαντήσει στο δεκαπλάσιο αν δεχτεί επίθεση από εχθρούς (…) Οι εχθροί δεν θέλουν ένα ανεξάρτητο Ιράν στην περιοχή (…) Θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε τα καταπιεσμένα έθνη».
Η αντιπαράθεση ΗΠΑ – Ιράν κλιμακώθηκε στα μέσα Ιουνίου, οπότε πραγματοποιήθηκαν επιθέσεις εναντίον δύο δεξαμενοπλοίων που βρίσκονταν στην περιοχή. Οι ΗΠΑ κατηγόρησαν το Ιράν, το οποίο αρνήθηκε κάθε ανάμειξη. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ένα από τα δύο πλοία ήταν ιαπωνικών συμφερόντων και ότι οι επιθέσεις έγιναν στην διάρκεια της επίσημης επίσκεψης του Ιάπωνα πρωθυπουργού Σίνζο Άμπε στην Τεχεράνη. Η ένταση συνέχισε να αυξάνεται εφόσον στις 20 Ιουνίου οι Ιρανοί κατέρριψαν αμερικανικό ντρόουν, που σύμφωνα με την Ουάσιγκτον πετούσε σε διεθνή εναέριο χώρο, πράγμα που καθιστά την κατάρριψη του εχθρική πράξη. Το Ιράν απάντησε ότι το ντρόουν πετούσε πάνω από τον εθνικό εναέριο χώρο του και μάλιστα μάζεψε και επέδειξε τα συντρίμμια του.
Σε ανάρτησή του ο αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ότι είχε αποφασίσει να πλήξει αεροπορικά το Ιράν αλλά ανακάλεσε την διαταγή του δέκα λεπτά πριν εκτελεστεί «όταν πληροφορήθηκε πόσοι άνθρωποι θα έχαναν την ζωή τους», προειδοποίησε όμως ότι εάν υπάρξει νέα επίθεση εναντίον αμερικανικού φυσικού αντικειμένου θα υπάρξει σκληρή απάντηση. Επίσης, επέβαλε νέα περιοριστικά μέτρα, που αυτήν την φορά αφορούσαν προσωπικά τον ανώτατο πνευματικό ηγέτη της χώρας, τα οποία δεν έχουν πρακτική σημασία, έχουν όμως ισχυρό συμβολισμό.

Κίνδυνος ανάφλεξης στον Κόλπο

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατάσταση στην περιοχή είναι εξαιρετικά κρίσιμη και εάν τελικά υπάρξει αμερικανική επίθεση στο Ιράν, έστω και περιορισμένης κλίμακας, υπάρχει κίνδυνος ανάφλεξης στον Κόλπο αλλά και εκτόξευσης των διεθνών τιμών του πετρελαίου, αφού το 1/3 της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου γίνεται στην περιοχή και διακινείται από τα στενά του Ορμούζ. Προς το παρόν, βρισκόμαστε σε μία φάση αναμονής, αφού ο αμερικανός πρόεδρος δεν φαίνεται διατεθειμένος να αλλάξει την στάση του απέναντι στο Ιράν, το οποίο αντιλαμβάνεται ως το μείζον περιφερειακό εμπόδιο για την πραγματοποίηση των στόχων του στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και τον Κόλπο: εάν καταρρεύσει το ιρανικό καθεστώς, τότε οι αντίπαλοι των ΗΠΑ στην περιοχή, όπως η Συρία αλλά και η Ρωσία που είναι και πάλι παρούσα στην περιοχή, θα ηττηθούν. Η ήττα τους θα διασφαλίσει την ασφάλεια των στρατηγικών συμμάχων των ΗΠΑ στην περιοχή, θα αποκαταστήσει την αμερικανική επιρροή και θα θέσει σε κίνηση μια σειρά εξελίξεων θετικών για τα αμερικανικά συμφέροντα.
Πρόκειται για ένα απλοϊκό –και για αυτό επικίνδυνο- σχέδιο μια και δεν λαμβάνει υπ’ όψιν ούτε την περιπλοκότητα του σύγχρονου κόσμου ούτε τις δυνατότητες αντίδρασης των υπολοίπων δρώντων αλλά ούτε και την αποφασιστικότητα τους να προστατέψουν τα συμφέροντα τους.