Ίσες αποστάσεις και άλλα προσχήματα…

giourgos

Αν είχατε και εσείς την εντύπωση ότι «κορυφαία επιδίωξη του Κινήματος Αλλαγής» είναι να καταστεί υπολογίσιμη δύναμη στο Κέντρο του πολιτικού παιχνιδιού, σε ίσες αποστάσεις από τη ριζοσπαστική αριστερά και τη νεοφιλελεύθερη δεξιά, καιρός να το ξανασκεφτείτε. «Κορυφαία επιδίωξη του Κινήματος είναι η στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ», δήλωσε ειλικρινώς ο εκ των κορυφαίων στελεχών του, κ. Γιάννης Μανιάτης, σε συνέντευξη του στον (ακραιφνώς μητσοτακικό) «Φιλελεύθερο». Θα ήταν ειλικρινέστερος αν πρόσθετε ότι καλύτερη τύχη δεν περιμένει ούτε την «αυτονομία του χώρου μέσω της πολιτικής των ίσων αποστάσεων», που αποτελεί, υποτίθεται, κεντρική γραμμή του Κινήματος.
Επ’ αυτού κ. Ευ. Βενιζέλος ήταν ειλικρινέστατος όταν, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του «Βήματος» προ ημερών, επιχειρηματολόγησε ότι «στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα δεν υπάρχουν ίσες αποστάσεις», διότι «με το ισχύον εκλογικό σύστημα, χωρίς τη συμμετοχή του πρώτου κόμματος είναι πρακτικά αδύνατον να σχηματιστεί κυβέρνηση». Δεν μπορείς, άρα, «να υπαινίσσεσαι αβέβαιες εξελίξεις» τηρώντας ίσες αποστάσεις. Μπορείς μόνο να κομίζεις βεβαιότητες. Με άλλα λόγια, να μεταγγίσεις στους εκλογείς που (θεωρείς ότι) επηρεάζεις, τη βεβαιότητα (σου) ότι πρώτο κόμμα θα είναι η ΝΔ. Γιατί; Μα, διότι όταν τηρείς τη γραμμή των ίσων αποστάσεων εμφανίζεσαι να αναγνωρίζεις ίσες πιθανότητες στο αντίθετο ενδεχόμενο, να υπερισχύσει, δηλαδή, ο ΣΥΡΙΖΑ, πράγμα που σε φέρνει σε μετωπική σύγκρουση με την επίσης κεντρική γραμμή σου, τη «στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ»!

Εκλείπουν οι όροι ύπαρξής του…

Ασύμβατο ζεύγος. Που, όσο δεν αναιρείται, ο κ. Βενιζέλος θα έχει δίκιο —όσο τουλάχιστον και εκείνοι εντός του Κινήματος  που ατενίζουν προς άλλη κατεύθυνση. Μπορεί να αναιρεθεί; Όχι. Μπορεί μόνο να εγκαταλειφθεί σιωπηρά, σαν αποτέλεσμα της διάσπασης των δυνάμεων που το υιοθέτησαν ως πολιτικό πρόσημό τους. Μπορεί να συνεχίσει ως έχει; Όχι για πολύ. Ήδη εκλείπουν οι όροι ύπαρξής του. Οι όροι συνέχισης του Κινήματος Αλλαγής ως είχε πριν προσδιοριστεί με ακρίβεια εικοσιτετραώρου η απαλλαγή της χώρας από τη δημοσιονομική επιτροπεία. Η κυβέρνηση δεν προσάραξε στους υφάλους των αξιολογήσεων, οι οικονομικοί δείκτες κινούνται θετικά, οι εταίροι δεν κινούνται αρνητικά, η χώρα οδεύει προς την μεταμνημονιακή εποχή. Χάνουν όσοι στοιχημάτισαν στην εκπαραθύρωση της ριζοσπαστικής αριστεράς από το πολιτικό προσκήνιο ως αποτέλεσμα της οικτρής αποτυχίας της κυβέρνησης, την οποία ήλπιζαν.
Η κρίση χρέους κατεδάφισε το πολιτικό σύστημα. Άλλαξε τη σχέση εκπροσώπησης πολιτών-κομμάτων, συντρίβοντας τη σχέση του καθημερινού ανθρώπου με τις επιλογές ζωής του. Η έξοδος από τη μνημονιακή εποχή θα επιβάλει, ήδη επιβάλλει, τους όρους συγκρότησης ενός νέου status πολιτικών συσχετισμών και σχηματισμών, σε ένα νέο κοινωνικό τοπίο. Δεν θα εξαιρεθεί κανείς. Ούτε το κυβερνόν κόμμα, παρά τις ευχέρειες χρόνου και προσαρμογής που του προσφέρονται ως εκ της θέσεώς του. Πολύ περισσότερο οι υπόλοιποι πολιτικοί σχηματισμοί, που θα κριθούν στην κάλπη και από τη σχέση που θα επιλέξουν να έχουν με την κυβερνώσα αριστερά μέχρι τις εκλογές.
Η πρόκληση προς το Κίνημα Αλλαγής τίθεται εκ των πραγμάτων, δεν είναι αποτέλεσμα «πρωτοβουλιών που λειτουργούν ως “χρυσές χορηγίες” στον Αλέξη Τσίπρα», όπως είπε ο κ. Μανιάτης στη συνέντευξή του, σχολιάζοντας την πρόσφατη πρωτοβουλία του πρώην υπουργού του ΠΑΣΟΚ και μέλους της ΚΕ του Κινήματος Αλλαγής, κ. Γιάννη Ραγκούση —συγκεκριμένα την εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Κυριακή με θέμα «Το μέλλον της προοδευτικής παράταξης», με την έμφαση στο ζητούμενο της συνεργασίας, προεκλογικά και μετεκλογικά, του Κινήματος με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Μια ηχηρή πολιτική εκδήλωση

Ανήκει στα προφανή ότι, μιλώντας με όρους πολιτικής αντιπαράθεσης, ο κ. Μανιάτης δεν θα μπορούσε παρά να αντιδράσει πολιτικά. Πράγμα που έκανε, συμπληρώνοντας το σχόλιό του με τη φράση: «η στάση αυτή αντικειμενικά λειτουργεί υπονομευτικά για την πολιτική αυτονομία του Κινήματός μας…». Δεν αφήνεις ασχολίαστη μια ηχηρή πολιτική εκδήλωση που σε αφορά άμεσα,  με ομιλητές, εκτός από τον Γ. Ραγκούση, τους καθηγητές Ν. Μουζέλη, Γ. Σωτηρέλη, Γ. Μοσχονά  και Ν. Μαραντζίδη, και με ακροατήριο ονόματα με συγκεκριμένο πολιτικό βάρος, όπως ο Νίκος Βούτσης, ο Νίκος Παππάς, ο Δημ. Παπαδημούλης,  ο Δημ. Κρεμαστινός, ο Σπύρος Δανέλλης, ο Νίκος Ξυδάκης και ο Μιλτ. Κύρκος, ενδεικτικά.
Στα μη προφανή συγκαταλέγεται η αντίδραση της κ. Γεννηματά. Η οποία αντίδραση δεν επακολούθησε, αλλά —κατά τρόπο αξιοσημείωτο— προηγήθηκε της πρωτοβουλίας Ραγκούση. Διότι, όπως συνάγεται από την απάντηση  του κ. Μανιάτη στο ερώτημα για ποιο λόγο η κ. Γεννηματά ζήτησε εκλογές, «με την κίνησή της αυτή» η επικεφαλής του Κινήματος «ανέτρεψε τον πολιτικό σχεδιασμό του ΣΥΡΙΖΑ», που επιχείρησε με τη συμμετοχή και άλλων «να στήσει παιχνίδια στην πλάτη μας».
Αν είχατε και εσείς νομίσει ότι η κίνηση της κ. Γεννηματά να ζητήσει πρόωρες εκλογές είχε ως μόνη απεύθυνση το εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ προκειμένου  να κατευνάσει τα πνεύματα εν όψει τη ψήφισης του νομοσχεδίου για την αναδοχή, ξανασκεφτείτε το. Η απεύθυνση ήταν κυρίως προς το κυβερνόν κόμμα. Ως μια πρώτη, ψυχρή απάντηση στο ιδιαίτερο ενδιαφέρον που εκδηλώνει το κυβερνητικό επιτελείο για τη σύμπηξη ενός «προοδευτικού πολιτικού μετώπου». Προφανώς δεν αρκούν στην κ. Γεννηματά οι έμμεσες διαβεβαιώσεις ότι η συζήτηση δεν θα γίνει με πρόσωπα που θα αλιευθούν από τον «δικό» της χώρο, αλλά σε προγραμματική βάση. Διότι είναι επίσης ενήμερη ότι αν η ηγεσία του Κινήματος αρνηθεί την πρόσκληση με το πρόσχημα των «ίσων αποστάσεων», η συζήτηση θα διεξαχθεί «με πρωτοβουλίες που αποδεδειγμένα ενδιαφέρονται για τη συγκρότηση μιας πολιτικής απάντησης στο “μαύρο μέτωπο”» το οποίο περιέγραψε χωρίς περιστροφές ο πρωθυπουργός.

Κωστής Γιούργος