ΙΣΠΑΝΙΑ: H πρόκληση της κυβέρνησης Σάντσεθ – Ιγκλέσιας

Του Στίβεν Φόρτι*

Ποιος θα το έλεγε τον Ιανουάριο, όταν ο Πέδρο Σάντσεθ και ο Πάμπλο Ιγκλέσιας πέτυχαν να λάβουν το πολυπόθητο «ναι» της Βουλής που έδινε ζωή στην πρώτη κυβέρνηση συνασπισμού της αριστεράς στην Ισπανία, ότι η κυβέρνηση που σχηματίστηκε από το Σοσιαλιστικό Κόμμα και από το Unidas Podemos (UP) θα αναγκαζόταν μόνο λίγες εβδομάδες αργότερα να διαχειριστεί τη μεγαλύτερη οικονομική, κοινωνική και υγειονομική κρίση του τελευταίου αιώνα; Όλα τα προγράμματα είναι αυτονόητο ότι μετατέθηκαν. Η Ισπανία, επιπλέον, ήταν μια από τις χώρες που επλήγησαν περισσότερο από την πανδημία με 245.000 κρούσματα και πάνω από 27.000 θανάτους, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Υγείας.
Μετά από τρεις μήνες λοκντάουν, την 21η Ιουνίου λήγει επιτέλους η κατάσταση ανάγκης- που κηρύχτηκε την 14η Μαρτίου και παρατάθηκε με κοινοβουλευτική ψήφο κάθε δεκαπέντε ημέρες– και ξανανοίγουν τα σύνορα της ζώνης Σένγκεν, με εξαίρεση την Πορτογαλία που θα πρέπει να περιμένει την 1η Ιουλίου. Η νέα «κανονικότητα», που προβλέπει τη σωματική απόσταση και την αναγκαστική χρήση μάσκας, θέτει ένα τέλος στην αργή φάση αποκλιμάκωσης της χώρας, που είναι χωρισμένη σε υγειονομικές περιφέρειες: η Μαδρίτη και η Βαρκελώνη, επίκεντρα των κρουσμάτων, ήταν οι τελευταίες πόλεις που απέκτησαν μια μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Η προσέγγιση της κυβέρνησης υπήρξε πολύ προσεκτική σε σύγκριση με την Ιταλία, η οποία ήδη από τις αρχές Ιουνίου άνοιξε πρακτικά τα πάντα.

Μέτρα «κοινωνικής ασπίδας»

Με την κρίση να έχει ξεπεραστεί, ενώ τα νοσοκομεία μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου έφθασαν στο όριο της κατάρρευσης, τώρα η κυβέρνηση πρέπει να αντιμετωπίσει τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης. Η Τράπεζα της Ισπανίας υπολογίζει μια πτώση του ΑΕΠ μεταξύ 8 και 15%: μόνο το 2023 φαίνεται ότι θα επανέλθει η προ κρίσης κατάσταση. Μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου έκλεισαν πάνω από ένα εκατομμύριο δραστηριότητες ΦΠΑ και η ανεργία αυξήθηκε κατά 600.000 άτομα, με σύνολο 3,85 εκατομμύρια ανέργους: στο τέλος του έτους, χωρίς να υπολογίζουμε το πιθανό δεύτερο κύμα κρουσμάτων, μπορεί να ξεπεράσει το 20%. Η είδηση, επίσης, του κλεισίματος του εργοστασίου Nissan στη Βαρκελώνη –3.000 θέσεις εργασίας– δεν χαροποίησε κανένα. Μια από τις μεγάλες προκλήσεις, όπως στην Ελλάδα και την Ιταλία, είναι να διασωθεί η τουριστική σεζόν: ο τουρισμός αντιστοιχεί με το 12% του ΑΕΠ και δίνει δουλειά στο 13,6% των εργαζομένων που είναι εγγεγραμμένοι στην Κοινωνική Ασφάλιση. Γι’ αυτό ο Σάντσεθ ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα στήριξης του τουρισμού 4,2 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Ας ληφθεί επιπλέον υπόψη ότι 3,4 εκατομμύρια εργαζόμενοι είναι στο ταμείο ανεργίας μέχρι την 30η Ιουνίου –τα συνδικάτα προσπαθούν να το παρατείνουν μέχρι τον Δεκέμβριο –γι’ αυτό η κυβέρνηση υπολογίζει να δαπανήσει από 27 έως 30 δισεκατομμύρια ευρώ μόνο το 2020. «Κανείς δεν θα μείνει μόνος», επανέλαβε πολλές φορές ο Σάντσεθ, ο οποίος, από τα μέσα Μαρτίου, υιοθέτησε μια σειρά μέτρων με το όνομα «κοινωνική ασπίδα»: από την αναστολή πληρωμής των λογαριασμών νερού, ηλεκτρικού ρεύματος και αερίου για τις οικογένειες που βρίσκονται σε δύσκολη θέση μέχρι την αναστολή των εξώσεων μέχρι τον Σεπτέμβριο, από μια αναστολή στις υποθήκες μέχρι το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα (το οποίο εγκρίθηκε στις αρχές Ιουνίου και μπορούν να το αιτηθούν 850.000 οικογένειες). Συνολικά, μέχρι σήμερα η ισπανική κυβέρνηση δαπάνησε ή έθεσε στον προϋπολογισμό πάνω από 50 δισεκατομμύρια ευρώ για κοινωνικές πολιτικές –συμπεριλαμβανομένων των 16 δισεκατομμυρίων που μοιράστηκαν στις περιφέρειες που έχουν τις αρμοδιότητες της υγείας και της παιδείας– στα οποία προστίθενται λίγο περισσότερα από 100 δισεκατομμύρια εγγυήσεις δανείων, που απευθύνονται κυρίως στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Καλώς ή κακώς, όσον αφορά την κοινωνική δαπάνη σε σχέση με το ΑΕΠ (4,1%), η Ισπανία είναι ευθυγραμμισμένη με τις κύριες χώρες της ΕΕ. Είναι όμως μικρότερες (8,3% έναντι 13 της Γαλλίας και 17,5 της Γερμανίας) οι εγγυήσεις των δανείων.

Περιφερειακές εκλογές και κοινοβουλευτική αδυναμία

Κάποιοι λένε ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να κάνει περισσότερα, αλλά υπάρχουν και αυτοί που αναρωτιούνται τι θα είχε συμβεί αν στην κυβέρνηση ήταν το Λαϊκό Κόμμα (PP). Αν θυμηθούμε το 2012, δεν θα έχουμε πολλές αμφιβολίες ως προς αυτό… σε κάθε περίπτωση, τον Οκτώβριο, όπως και σε άλλες χώρες, ο πραγματικός κίνδυνος είναι να εκραγεί μια πραγματική κοινωνική βόμβα. Πόσα καταστήματα και επιχειρήσεις θα κλείσουν; Πόσοι εργαζόμενοι θα απολυθούν όταν θα τελειώσει το ταμείο ανεργίας; Πολλά θα εξαρτηθούν από τις συμφωνίες που θα ληφθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο: η πρόταση για Recovery Fund της Επιτροπής προβλέπει 144 δισεκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων 77 σε επιδοτήσεις, για τη Μαδρίτη. Μαζί με τον ιταλό πρωθυπουργό Τζουζέπε Κόντε, ο Σάντσεθ ήταν ο πιο δραστήριος στο να επαναλαμβάνει ότι η αλληλεγγύη είναι απαραίτητη για να διασωθεί η ίδια η ΕΕ.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα λεπτή, λόγω και της κοινοβουλευτικής αδυναμίας της κυβέρνησης, η οποία, για να έχει την πλειοψηφία πρέπει να στηριχθεί σε διάφορα τοπικιστικά και εθνικιστικά σχήματα. Εκτός των άλλων, τη 12η Ιουλίου θα πραγματοποιηθούν περιφερειακές εκλογές στη Χώρα των Βάσκων και στη Γαλικία, όπου μάλλον θα επανεκλεγούν οι σημερινοί περιφερειάρχες, ο βάσκος εθνικιστής Ουρκούλου (το κόμμα του οποίου, το PNV, στηρίζει την κυβέρνηση) και ο προερχόμενος από το Λαϊκό Κόμμα Νούνιες Φεϊζόο. Χωρίς βέβαια να υπολογίζουμε την περίπλοκη καταλανική κατάσταση: ας μην ξεχνάμε ότι η αποχή της Ρεπουμπλικανικής Αριστεράς της Καταλονίας (ERC) είναι θεμελιώδης για τον Σάντσεθ. Επίσης, θα πρέπει να γίνουν εκλογές και στην Καταλονία: το θέμα είναι πότε. Θεωρητικά, η νομοθετική περίοδος λήγει το 2021, όμως ο καταλανός πρόεδρος Κιμ Τόρα -από το Μαζί για την Καταλονία, το κόμμα του Πουτζντεμόντ που ψήφιζε πάντα κατά της κυβέρνησης Σοσιαλιστικού Κόμματος-Podemos– αναμένει την απόφαση αποκλεισμού από την άσκηση καθηκόντων, που θα πρέπει να έρθει το φθινόπωρο. Στα τέλη Ιανουαρίου, ο Τόρα, βλέποντας τις συνεχείς εντάσεις με το ERC, είχε ανακοινώσει νέες εκλογές σύντομα. Στη συνέχεια η πανδημία άλλαξε τα πάντα και τώρα υποστηρίζει το αντίθετο. Οι εντάσεις του αυτονομισμού, σε μια μόνιμη προεκλογική εκστρατεία, έχουν εύλογες επιπτώσεις στην κυβέρνηση της Μαδρίτης. Ο Σάντσεθ εγγυήθηκε ότι το τραπέζι διαλόγου με τη Βαρκελώνη –μια από τις απαιτήσεις του ERC για να βοηθήσει τον σχηματισμό της κυβέρνησης– θα συνεδριάσει το ταχύτερο. Θα δούμε αν αυτό θα είναι αρκετό.

Το VOX και το Λαϊκό Κόμμα δημιουργούν πόλωση

Από την άλλη, όμως, ο Σάντσεθ και ο Ιγκλέσιας έχουν απέναντί τους ένα Λαϊκό Κόμμα το οποίο, μετά τις πρώτες εβδομάδες υγειονομικής κρίσης, ευθυγραμμίστηκε με τις ακραίες θέσεις του Vox. Με δόσεις fake news τύπου Τραμπ, η δεξιά ζητά την παραίτηση μιας κυβέρνησης, που χαρακτηρίζει «παράνομη», «μπολιβαριανή» και «δολοφονική», η οποία υποτίθεται ότι έκρυψε τον πραγματικό αριθμό των θυμάτων. Το Vox, αλλά και το Λαϊκό Κόμμα, εν ολίγοις, δημιουργούν πόλωση στην κοινωνία, όπως στην Βραζιλία, στην Ιταλία ή στις Ηνωμένες Πολιτείες, ελπίζοντας ότι θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν την κρίση για να προκαλέσουν την πτώση της κυβέρνησης. Ταυτόχρονα, η δεξιά κινεί τα νήματα ενός πραγματικού lawfare (ΣτΜ: δηλαδή της χειραγώγησης της δικαιοσύνης με στόχο την εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων). Πρώτα προσπάθησαν να οδηγήσουν την κυβέρνηση στα δικαστήρια επειδή επέτρεψε τις διαδηλώσεις της 8ης Μάρτη, λίγες μέρες πριν κηρυχθεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Έπειτα προσπάθησαν να θέσουν την Ισπανική Πολιτοφυλακή (Guardia Civil) ενάντια στο υπουργείο Υγείας, αρχής γενομένης από την απομάκρυνση του συνταγματάρχη Ντιέγκο Πέρεθ ντε λος Κόμπος, δημιουργώντας μια ανησυχητική κρίση με συνέπειες που αναβιώνουν το φάντασμα του Βαθέως Κράτους. Τέλος, στην Ευρώπη το Λαϊκό Κόμμα στηρίζει τη γραμμή της ολλανδικής κυβέρνησης, προκειμένου η ευρωπαϊκή βοήθεια να θέσει ως όρο στην ισπανική κυβέρνηση να μην μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμά της, το οποίο προβλέπει, εκτός των άλλων, την κατάργηση της μεταρρύθμισης της εργασίας που ψηφίστηκε την εποχή του Ραχόι. Υπεράσπιση με κάθε τρόπο του νεοφιλελεύθερου μοντέλου και χυδαία ψηφοθηρία ενάντια στα συμφέροντα της χώρας τους, με χοντρά λεφτά.
Σε αυτό ας προστεθεί ότι κάποιοι τομείς του κατεστημένου σπρώχνουν για να διαρραγεί η κυβέρνηση συνασπισμού: ο σοσιαλιστής πρώην πρωθυπουργός Φελίπε Γκονζάλεθ παρενέβη σε πολλές περιπτώσεις ασκώντας κριτική στην κυβέρνηση και η εφημερίδα El Pais άλλαξε διευθυντή επιλέγοντας μια πιο πολεμική γραμμή με τον Ιγκλέσιας. Παρά τη μετατόπιση προς τα δεξιά του Λαϊκού Κόμματος, γίνεται ξανά συζήτηση για μεγάλο συνασπισμό ή ευρεία συναίνεση. Θα μπορούσαν να παίξουν ένα ρόλο και οι Ciudadanos οι οποίοι, μετά το πλήγμα των εκλογών του Νοεμβρίου, με τη νέα ηγεσία της Ινές Αριμάδας προσπαθούν να ξαναβρούν έναν κεντρώο χώρο: με τους 10 βουλευτές τους προτείνονται ως δεκανίκι της κυβέρνησης σε περίπτωση που λείπουν ψήφοι στη Βουλή. Όμως με ποιο αντίτιμο; Χωρίς αμφιβολία, μια λιγότερο αριστερή πολιτική. Οι βιομήχανοι χειροκροτούν, το ERC γκρινιάζει, στο εσωτερικό του Unidas Podemos υπάρχει φόβος για το μέλλον. Ένα από τα θέματα τριβής είναι και η κατάσταση του πρώην βασιλιά Χουάν Κάρλος μετά από το νέο σκάνδαλο διαφθοράς: Το Unidas Podemos και οι βάσκοι και καταλανοί αυτονομιστές ζήτησαν μια επιτροπή κοινοβουλευτικού ελέγχου, αλλά η δεξιά και το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήταν αντίθετοι, βασιζόμενοι στο απαραβίαστο του πρώην μονάρχη, εφόσον οι έρευνες αφορούν τα επόμενα χρόνια από την παραίτησή του. Η μοναρχία, σε κάθε περίπτωση, είναι σε δύσκολη θέση, καθώς και ο Φελίπε ΣΤ΄.
Η κατάσταση είναι επομένως περίπλοκη. Ο Σάντσεθ αντέχει προς το παρόν και οι δημοσκοπήσεις δεν φαίνεται να τιμωρούν πολύ την αριστερά. Όμως σε τέτοιους καιρούς όλα είναι πολύ αβέβαια. Το φθινόπωρο, όταν θα πρέπει να ψηφιστεί ο προϋπολογισμός –ένας προϋπολογισμός «ανοικοδόμησης»– θα είναι κρίσιμο.

* O Στ. Φόρτι είναι καθηγητής στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης και ερευνητής στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ιστορίας του Νέου Πανεπιστημίου της Λισαβόνας.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς