ΙΣΠΑΝΙΑ: κατάσταση ανάγκης και πρόγραμμα 200 δισεκατομμυρίων

Του Στίβεν Φόρτι*

Την τελευταία εβδομάδα, η Ισπανία έγινε η δεύτερη ευρωπαϊκή χώρα με το μεγαλύτερο αριθμό ατόμων που έχουν μολυνθεί από τον Covid-19. Σε σύγκριση με την Ιταλία, η συνειδητοποίηση του πληθυσμού καθυστέρησε: η κυβέρνηση προσπάθησε να διαχειριστεί με προοδευτικό τρόπο την κατάσταση, χωρίς να δημιουργήσει πανικό, αυτό όμως είχε ως αποτέλεσμα την αργή ανταπόκριση στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Την 8η Μάρτη διοργανώθηκαν διαδηλώσεις για την ημέρα των γυναικών με μεγάλη συμμετοχή σε όλη την Ισπανία και μόνο την 11η Μάρτη αποφασίστηκε να ακυρωθούν οι Las Fallas, οι λαϊκές γιορτές της Βαλένθια, όταν στη Μαδρίτη υπήρχε ήδη μια σημαντική εστία μόλυνσης, που επέτρεψε την ταχεία διάδοση του ιού σε ολόκληρη τη χώρα.

Τα μέτρα

Η αντίδραση της κυβέρνησης συνασπισμού του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (PSOE) και του Unidas Podemos ήταν παρά ταύτα σαφής. Τη 14η Μάρτη, σε ένα μήνυμα γεμάτο συγκίνηση προς τη χώρα, ο Πέδρο Σάντσεθ κήρυξε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, που προβλέπεται από το άρθρο 116 του Συντάγματος, με μέτρα που μοιάζουν πολύ με τα ισχύοντα στην Ιταλία, τα οποία εν συνεχεία υιοθετήθηκαν από άλλες ευρωπαϊκές χώρες: κλείσιμο των σχολείων και των καταστημάτων, εκτός από τα καταστήματα τροφίμων και τα φαρμακεία, περιορισμό των μετακινήσεων όλων των πολιτών, εκτός από αυτές που οφείλονται στην αγορά προϊόντων πρώτης ανάγκης και φαρμάκων ή λόγω εργασίας και ασθενειών. Την επόμενη μέρα αποφασίστηκε να παραταχθεί ο στρατός στους δρόμους, επιφορτίζοντας τον ηγέτη του Podemos και αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Πάμπλο Ιγκλέσιας, να συντονίσει τους στρατιωτικούς στις επιχειρήσεις στήριξης των αστέγων. Την 16η Μάρτη, εν συνεχεία, έπειτα από την απόφαση άλλων χωρών, όπως η Γερμανία, αποφάσισε και η Μαδρίτη να κλείσει τα σύνορα τουλάχιστον για ένα μήνα, αναστέλλοντας τη συνθήκη του Σένγκεν.
Στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης η αρμόδια αρχή για όλη την Ισπανία είναι η κεντρική κυβέρνηση. Το διάταγμα, το οποίο ισχύει για 15 μέρες, είναι δυνατό να παραταθεί μέσω μιας έγκρισης του Κοινοβουλίου, πιθανότητα που ήδη υπολογίζει η εκτελεστική εξουσία: πιστεύεται όντως ότι η κορύφωση των κρουσμάτων δεν θα υπάρξει πριν από τα μέσα Απριλίου. Σε αυτή τη φάση, επομένως, οι περιφέρειες θα εξαρτώνται άμεσα από τον πρωθυπουργό και από τέσσερις υπουργούς, όλους σοσιαλιστές, υπεύθυνους για τα υπουργεία Δικαιοσύνης (Μαργκαρίτα Ρόμπλες), Εσωτερικών (Φερνάντο Γκράντε- Μαρλάσκα), Μεταφορών (Χοσέ Λουίς Αμπάλος) και Υγείας (Σαλβαδόρ Ίλα). Ακριβώς γι’ αυτό υπήρξαν κάποιες εντάσεις με τον βάσκο πρόεδρο, Ινίγκο Ουρκούλου, και κυρίως με τον καταλανό πρόεδρο, Κιμ Τόρα, ο οποίος μίλησε για «εισβολή αρμοδιοτήτων», μια άποψη εντελώς άτοπη στη δεδομένη κατάσταση που βιώνει η ιβηρική χώρα. Πάντως, όλα αυτά δεν προχώρησαν πέρα από μια τυπική διαμαρτυρία: η συνεργασία θα είναι συνολική, όπως διαβεβαιώνουν. Μέχρι και η αντιπολίτευση, αρχής γενομένης από το Λαϊκό Κόμμα, μετά από κάποια αρχική κριτική, εγγυήθηκε τη στήριξή της στην κυβέρνηση, δημιουργώντας ένα κλίμα εθνικής αλληλεγγύης.

Αίσθημα ευθύνης και πειθαρχία

Τις πρώτες μέρες ισχύος της κατάστασης έκτακτης ανάγκης έγινε φανερό το αίσθημα ευθύνης και πειθαρχίας του ισπανικού πληθυσμού. Το σύνθημα για όλους είναι #QuédateEnCasa (#Μένουμε Σπίτι): στις 20:00 πολλοί βγήκαν στα μπαλκόνια για να χειροκροτήσουν γιατρούς και νοσηλευτές. Ακόμη και η απόφαση να παραταχθεί ο στρατός στους δρόμους δεν συνάντησε μεγάλες αντιστάσεις. Το ζήτημα των στρατιωτικών δεν είναι αμελητέο στην Ισπανία: σε μια χώρα που βγήκε μόνο στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα από μια δικτατορία σαν του Φράνκο, που είχε τις ένοπλες δυνάμεις ως έναν από τους κύριους πυλώνες της, το πολιτισμικό αντίκτυπο μπορεί να είναι αξιοσημείωτο.
Οι ανησυχίες της κυβέρνησης δεν περιορίστηκαν όμως μόνο στην εξάπλωση της πανδημίας, αλλά και στις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Ο Χοσέ Λουίς Ροντρίγκες Θαπατέρο υπέστη αυστηρή κριτική επειδή υποτίμησε την οικονομική κρίση του 2008: το PSOE πλήρωσε τις συνέπειες για μια δεκαετία. Προστέθηκαν στη συνέχεια τα μέτρα λιτότητας που ψηφίστηκαν από την κυβέρνηση Ραχόι, μεταξύ των οποίων ήταν και οι περικοπές στην υγεία που μείωσαν τόσο το προσωπικό όσο και τις κλίνες στα νοσοκομεία. Τώρα, η κυβέρνηση θέλει να αποδείξει ότι είναι ικανή να αντιδράσει άμεσα. Υπήρξε μια εβδομάδα έντονης συζήτησης μεταξύ των μελών της κυβέρνησης με μια διαφωνία μεταξύ μιας πιο φιλελεύθερης πτέρυγας του PSOE, εκπροσωπούμενης από την υπουργό Οικονομικών Νάντια Καλβίνο, και μιας πτέρυγας που σχηματίστηκε από το Unidas Podemos και από κάποιους σοσιαλιστές υπουργούς, υπέρ ριζοσπαστικών μέτρων δημόσιας δαπάνης για να προστατευθούν οι πιο ευάλωτοι.

Κοινωνική ασπίδα

Την 17η Μάρτη εγκρίθηκε, σε ευθυγράμμιση με όσα έκαναν η Ιταλία και η Γαλλία, μια «κοινωνική ασπίδα» που θα φθάνει μέχρι τα 200 δισεκατομμύρια ευρώ, που ισοδυναμούν με το 20% του ισπανικού ΑΕΠ. Τα 117 δισεκατομμύρια θα είναι αμιγώς δημόσια, ενώ το υπόλοιπο κομμάτι θα συμπληρωθεί με ιδιωτικούς πόρους. «Θα είναι η μεγαλύτερη κινητοποίηση πόρων της δημοκρατικής ιστορίας της Ισπανίας», διαβεβαίωσε ο Σάντσεθ. Ανάμεσα στα διάφορα μέτρα, το διάταγμα περιλαμβάνει και μια προσωρινή αναστολή της πληρωμής των δανείων για όποιον βρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας, την απαγόρευση διακοπής ρεύματος, νερού και φυσικού αερίου. Επίσης, βοηθήματα για τους εργαζομένους που εντάσσονται στο ταμείο ανεργίας και για τις επιχειρήσεις που αποφασίζουν να μην απολύσουν, ένα επίδομα ανεργίας για τους ελεύθερους επαγγελματίες που αποφασίζουν να κλείσουν λόγω της κρίσης, καθώς και 300 εκατομμύρια κοινωνικής βοήθειας. Παράλληλα, αποφασίστηκε παρέμβαση στην ιδιωτική υγεία. Θα δούμε αν αυτό θα είναι αρκετό και ποια μέτρα θα ληφθούν όταν θα λήξει η έκτακτη ανάγκη. Αν η κυβέρνηση Σάντσεθ αποδειχθεί τολμηρή σε αυτή την κατεύθυνση, θα μπορούσε όχι μόνο να ενισχυθεί σε μια εξαιρετικά κατακερματισμένη Βουλή και να φθάσει στο τέλος της νομοθετικής περιόδου –πάνω στο οποίο ελάχιστοι στοιχημάτιζαν–, αλλά και να αρχίσει να αποκαταστήσει την περιφερειακή ρήξη με την Καταλονία και να επαναπροσεγγίσει τους πολίτες με το κράτος, αποφεύγοντας την κεφαλαιοποίηση της κρίσης εκ μέρους του ακροδεξιού Vox. Δεν θα είναι εύκολο.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

* Ο Στ. Φόρτι είναι καθηγητής του Αυτόνομου Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης και ερευνητής του Ινστιτούτου Σύγχρονης ιστορίας του Νέου Πανεπιστημίου της Λισαβόνας.