Ιστορίες κυνηγημένων

Ιστορίες διώξεων. Ιστορίες προσφυγιάς. Ιστορίες κυνηγημένων. Ιστορίες ανθρώπων που αναγκάζονται να αφήσουν τον τόπο τους, τους φίλους τους, τη ζωή τους, για να ξεφύγουν από έναν θάνατο ακαριαίο ή μακρόσυρτο, για να αποπειραθούν ρισκάροντας τη ζωή τους να βρουν ένα μικρό κομμάτι ζωής. Αλλά και ιστορίες ανθρώπων που επιλέγουν να μείνουν και να αγωνιστούν στον τόπο τους, αντιμετωπίζοντας διώξεις και κινδύνους, ρισκάροντας τελικά και τη ζωή τους.
Τέτοιες ιστορίες κυνηγημένων, από διάφορες οπτικές γωνίες και πλευρές, άλλοτε αφηγημένες από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές αλλά συνήθως διαμεσολαβημένες από Ευρωπαίους ή Βορειοαμερικανούς συγγραφείς και δημοσιογράφους, βρίσκουν όλο και περισσότερο χώρο στις σελίδες της λογοτεχνίας, είτε ως μαρτυρία είτε ως καθαρή μυθοπλασία είτε σε διάφορες υβριδικές μορφές.

Ντάβιντε Ενία «Σημειώσεις για ένα ναυάγιο» (μτφ. Σταύρος Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη, 2020)

Ο Ιταλός συγγραφέας και σκηνοθέτης Ντάβιντε Ενία καταθέτει τη μαρτυρία του από τις επανειλημμένες επισκέψεις του στη Λαμπεντούζα, το νησί όπου, αν σταθούν τυχεροί, φτάνουν κατά εκατοντάδες οι πρόσφυγες που διασχίζουν με καρυδότσουφλα τη Μεσόγειο («αυτός ο βράχος καταμεσής στη θάλασσα έχει γίνει πια ένα σύμβολο, πανίσχυρο μα ταυτόχρονα απατηλό»). Όσον καιρό παραμένει στη Λαμπεντούζα, ο συγγραφέας έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος με έναν καταρράκτη από τραγικές ιστορίες, με συνεχείς αποβιβάσεις, για τους πιο τυχερούς, αλλά και με ναυάγια, διασώσεις και πτώματα, συνειδητοποιώντας διαρκώς το ρίσκο που παίρνουν αυτοί οι άνθρωποι καθώς ρίχνονται σε αυτή τη μάχη ζωής ή θανάτου.
Έτσι, η εμπειρία αυτή γίνεται ταυτόχρονα και μια πορεία αυτογνωσίας για τον συγγραφέα, καθώς ζει την προσωπική του ιστορία με τον ετοιμοθάνατο θείο του αλλά και τη σχέση με τον πατέρα του, τον οποίο ανακαλύπτει ξανά – έναν συνταξιούχο γιατρό που έχει γίνει ερασιτέχνης φωτογράφος, αντιμετωπίζοντας μπροστά σε αυτή την τραγική κατάσταση διλήμματα για τον ρόλο της φωτογραφίας («πώς ξέρεις ότι δεν κάνεις κάτι βίαιο φωτογραφίζοντας ένα ανθρώπινο πλάσμα στις συγκεκριμένες συνθήκες;»).
Για να συνθέσει την αφήγησή του, ο συγγραφέας δίνει φωνή σε ανθρώπους που, από την πλευρά του ο καθένας, βιώνουν αυτό το διαρκές δράμα: τον ψαρά, που περιγράφει τις αλλαγές στη θαλασσινή πανίδα καθώς αυξάνονται τα ψάρια που τρέφονται με πτώματα, τον φιλοφασιστικών πεποιθήσεων δύτη που ξεσπάει σε βουβό κλάμα καθώς θυμάται τα μωρά που έχει σώσει στο ανοιχτό πέλαγο, τον γιατρό, την ιατροδικαστή, τον διασώστη, τον αξιωματικό της Ακτοφυλακής, τα μέλη των ομάδων αλληλεγγύης, τον πολιτιστικό διαμεσολαβητή και άλλους και άλλες.
Πολλοί πρόσφυγες, φτάνοντας σε άθλια κατάσταση και προτού στοιβαχτούν στα κέντρα κράτησης, διηγούνται την ιστορία τους, τη διαρκή απειλή, τη βία, τους βιασμούς, τις δολοφονίες, τη διαρκώς αυξανόμενη τιμή για τη μεταφορά, τον αγώνα να μαζευτούν τα 2.000 δολάρια που κοστίζει να διασχίσει κανείς τη Μεσόγειο, τις φυλακίσεις στη Λιβύη, τις στιγμές αγωνίας στο ναυάγιο, τον πόνο όταν κάποιος δίπλα τους πνίγεται.
Ο συγγραφέας αποτυπώνει την κρατική σκληρότητα που απαγορεύει την προσέγγιση σκαφών με ναυαγούς διατυμπανίζοντας «καμία αποβίβαση στη Λαμπεντούζα», την υποκρισία (όταν με τις αλλεπάλληλες μαζικές αφίξεις μετά την Αραβική Άνοιξη, «ο κόσμος χειροκροτούσε την Αραβική Άνοιξη και μετά φυλάκιζε τους εμπνευστές της»), τη γραφειοκρατία, τον πατερναλισμό, αλλά και την αλληλεγγύη και το κρίσιμο βήμα των ανθρώπων από το «πάμε να κλειστούμε μέσα» στο «πάμε να βοηθήσουμε».
Καταγράφει το πώς το νησί κατακλύζεται από τηλεοπτικά συνεργεία μόνον όταν γεμίζει με φέρετρα («ελλείψει πτωμάτων, νέο δεν υπάρχει»), τις μέρες με τις πολλαπλές αφίξεις ή διασώσεις στη θάλασσα («ένα πρωί τραβήξαμε πάνω από χίλια τριακόσια άτομα»), τις μέρες με τα ναυάγια και τους πνιγμένους και αγνοούμενους, με ορόσημο το ναυάγιο της 3ης Οκτωβρίου 2013, όταν περισυλλέχθηκαν από τη θάλασσα 368 πτώματα.
Τα τελευταία χρόνια εκατοντάδες χιλιάδες άτομα έχουν περάσει από τη Λαμπεντούζα και ο συγγραφέας ξέρει πως οι πιο πολλές από τις ιστορίες τους θα μείνουν μόνο μέσα τους: «τα λόγια μας δεν καταφέρνουν να αποδώσουν απόλυτα την αλήθεια τους. Την ιστορία της μετανάστευσης μόνο εκείνοι οι ίδιοι μπορούν να τη διηγηθούν»…

Ζυστίν Ωζιέ «Με ζέση. Η ιστορία της Ραζάν Ζαϊτούνε, Σύριας δικηγόρου» (μτφ. Αριάδνη Μοσχονά, εκδ. Πόλις, 2020)

Η δικηγόρος και δημοσιογράφος Ραζάν Ζαϊτούνε είναι ακτιβίστρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που στεκόταν συστηματικά στο πλευρό των πολιτικών κρατουμένων και κατέγραφε μαρτυρίες από θύματα βασανιστηρίων και φυλακίσεων, αποκαλύπτοντας κρίσιμα στοιχεία για τα εγκλήματα που διέπραττε η κυβέρνηση της Συρίας αλλά, κατόπιν, και φονταμενταλιστικές οργανώσεις. Τη νύχτα της 9ης προς τη 10η Δεκεμβρίου του 2013, η Ζαϊτούνε και τρεις σύντροφοί της εξαφανίστηκαν, απήχθησαν «από φονταμενταλιστές ισλαμιστές», και από τότε δεν υπάρχει κανένα νέο γι’ αυτούς. Αυτή την ιστορία επιχειρεί να αναπλάσει στο βιβλίο της η Γαλλίδα συγγραφέας Ζυστίν Ωζιέ, η οποία στις αρχές του 2011, «όταν ξεκινούν οι πρώτες διαδηλώσεις στη Συρία», ζει στην Ιερουσαλήμ, πριν φύγει για τη Νέα Υόρκη για να επιστρέψει το 2014 στη Μέση Ανατολή και συγκεκριμένα στη Βηρυτό.
Ανασυνθέτοντας την ιστορία της Ζαϊτούνε, η συγγραφέας χρησιμοποιεί αφηγήσεις, συνεντεύξεις, ντοκουμέντα, φωτογραφίες, βίντεο, αλλά και εικασίες, «ελλείψει άλλων στοιχείων», αποτυπώνοντας παράλληλα και την ιστορία της δικής της έρευνας και της συγγραφής του βιβλίου («δεν ήξερα πώς ακριβώς να διαχειριστώ ένα πλάσμα σαν τη Ραζάν»), καθώς έρχεται αντιμέτωπη με σωρεία από δυσκολίες ή και με δυσπιστία (γιατί για παράδειγμα «χρειαζόταν εντέλει να έρθει μια Δυτική για να αφηγηθεί την Ιστορία της Συρίας, να αφηγηθεί τη δική τους ιστορία»).
Η Ραζάν ήταν μια δικηγόρος που «με το που άκουγε να γίνεται λόγος για κάποιον κρατούμενο συνείδησης επιχειρούσε να έρθει σε επαφή με την οικογένειά του και αναλάμβανε δράση». Ασχολήθηκε συστηματικά με τις συνθήκες κράτησης των φυλακισμένων αντικαθεστωτικών, ενώ, όταν πια είχε αρχίσει η ένοπλη σύγκρουση αλλά και ο αλληλοσπαραγμός των αντικαθεστωτικών δυνάμεων, «εντοπίζει τις παραβιάσεις που διαπράττονται από τις αντικαθεστωτικές δυνάμεις, οι οποίες αντιγράφουν τα εγκλήματα του καθεστώτος, και το πράττουν στο όνομα της επανάστασης». «Πολύ σύντομα μετά την επανάσταση, αναγκάστηκε να ζήσει στην παρανομία», βρίσκοντας καταφύγιο σε διάφορα μέρη και πόλεις της χώρας που αρχίζει να σπαράσσεται από τον εμφύλιο, αποφασισμένη όμως να μείνει πιστή σε αυτό που έχει δηλώσει: «Δεν θα φύγω ποτέ από τη χώρα μου – ποτέ».
Η Ωζιέ αφηγείται την ιστορία της Ζαϊτούνε αποτυπώνοντας παράλληλα τη συνθήκη στη συριακή κοινωνία τα χρόνια της «ακλόνητης» διακυβέρνησης από τον Άσαντ (από τις αρχικές ελπίδες, όταν ανέλαβε ο Μπασάρ αλ-Άσαντ υποσχόμενος μεταρρυθμίσεις μέχρι τη σκληρή καταστολή που ακολούθησε την «Άνοιξη της Δαμασκού», τις εξαφανίσεις, το κλίμα διαρκούς απειλής και διάχυτου φόβου) όσο και στη διάρκεια του εμφυλίου, σκιαγραφώντας συνάμα την πολιτική δράση αλλά και την προσωπικότητα μιας γυναίκας που σε δύσκολες στιγμές πήρε δύσκολες αποφάσεις, ρισκάροντας τελικά και τη ζωή της.

Μελίσα Φλέμινγκ «Μια ελπίδα πιο δυνατή απ’ τη θάλασσα» (μτφ. Τάνια Μποζανίνου, εκδ. Καστανιώτη, 2020)

Η δημοσιογράφος από τις ΗΠΑ Μελίσα Φλέμινγκ είναι τώρα επικεφαλής του Γραφείου Τύπου του Γ.Γ. του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες. Στο βιβλίο αυτό αφηγείται την ιστορία της Σύριας πρόσφυγα Ντουάα αλ Ζάμιλ, από τη στιγμή που αρχίζει να προσπαθεί να διαφύγει μέσω Αιγύπτου για να φτάσει στην Ευρώπη, μέχρι τη στιγμή που ξυπνάει σε ένα νοσοκομείο της Κρήτης, έχοντας στο μεταξύ χάσει συγγενείς και φίλους που πνίγηκαν στη θάλασσα, και μέχρι τις προσπάθειες για μετεγκατάστασή της στη Σουηδία.
Όταν μάλιστα τους πετάνε στη θάλασσα, η Ντουάα έμεινε τέσσερα μερόνυχτα στο νερό παλεύοντας να σωθεί με τη βοήθεια ενός σωσίβιου, χωρίς να φάει ή να πιει τίποτα και προσπαθώντας να σώσει δύο κορίτσια, ενώ γύρω της πνίγονταν διαρκώς άνθρωποι που δεν άντεχαν πια.
Πέρα από τη «διαμεσολαβημένη» αφήγηση, στο τέλος του βιβλίου περιλαμβάνεται και ένα δισέλιδο σημείωμα της ίδιας της Ντουάα αλ Ζάμιλ: «μια μέρα, ελπίζω να επιστρέψω στη Συρία για να μπορέσω να αναπνεύσω πάλι».

Κώστας Αθανασίου