Ιταλία: Το να εύχεσαι το βιασμό στο διαδίκτυο είναι αδίκημα

Η καταδίκη του δημάρχου Camiciottoli της Λέγκας του Βορρά, δικαιώνει την π. πρόεδρο της Βουλής Boldrini και όλες τις γυναίκες

«Αφιερώνω αυτή τη δικαστική απόφαση στην κόρη μου, ώστε να μπορεί να εμπιστεύεται τη δικαιοσύνη. Την αφιερώνω σε όλες τις κόρες της Ιταλίας, για να μη σκύψουν ποτέ το κεφάλι μπροστά στη βία!». Είναι τα πρώτα λόγια που πρόφερε η Laura Boldrini μετά τη δικαστική απόφαση στις 15 Γενάρη με την οποία καταδικάστηκε για δυσφήμιση ο Matteo Camiciottoli, δήμαρχος της Ποντινβρέα (Επαρχεία της Σαβόνα) του κόμματος της Λέγκας του Βορρά, για μία ανάρτησή του στο facebook, όπου καλούσε τους βιαστές του Ρίμινι να εκτίσουν την ποινή τους στο σπίτι της τότε Προέδρου της Βουλής, προκειμένου «να πράξουν τα δέοντα ώστε να επιστρέψει το χαμόγελο στα χείλη της».

Ο βιασμός και η βία στο διαδίκτυο

Όλα ξεκίνησαν την επομένη των βιασμών στην ακτή του Ρίμινι, τη νύχτα μεταξύ 25 και 26 Αυγούστου 2017, όταν πάρα πολλές εφημερίδες εξιστόρησαν λεπτομερώς τα γεγονότα, ξεσηκώνοντας φράσεις από τα πρακτικά με ωμές και φρικιαστικές περιγραφές. Τα πρώτα θύματα ήταν ένα νεαρό ζευγάρι από την Πολωνία. Το αγόρι αφού του επιτέθηκαν τον κυνήγησαν και τον άφησαν να ψυχορραγεί στην παραλία, ενώ την κοπέλα τη βίασαν επανειλημμένα. Οι βιαστές αφού εγκατέλειψαν το ζευγάρι στη συνέχεια επιτέθηκαν σε μία κοπέλα από το Περού επαναλαμβάνοντας τις απεχθείς πράξεις τους, όπως και στην προηγούμενη. Λίγο αργότερα θα αποκαλυφθεί ότι η αγέλη, όπως τους αποκαλούσαν οι εφημερίδες της εποχής, αποτελείτο από νεαρούς αλλοδαπούς, ένα κονγκολέζο, δύο αδέλφια από το Μαρόκο και ένα Νιγηριανό. Οι αντιδράσεις από τη κοινή γνώμη και ορισμένους πολιτικούς ήταν άμεσες και άγριες. Το τελετουργικό επικοινωνιακό μοντέλο πάντα το ίδιο, η εθνικότητα των βιαστών καθιστά τη βία περισσότερο επαχθή και τους ενόχους περισσότερο κτηνώδεις. Σχηματίζεται η εντύπωση ότι δεν είναι η βία που πρέπει να καταδικάσουμε ως τέτοια, αλλά επειδή διαπράχθηκε από πρόσωπα που απειλούν την ασφάλεια μας, τις αξίες μας, τον πολιτισμό μας. Κατηγορείται η κυβέρνηση, στη συνέχεια συλλήβδην η αριστερά, και ακολουθούν όλοι αυτοί που προσπαθούν να προτάξουν τη λογική, να εξηγήσουν ότι η κοινωνία μας δεν κινδυνεύει, ότι δεν ισχύει η εξίσωση που ορίζει ότι οι αλλοδαποί –κυρίως οι σκουρόχρωμοι- είναι βίαιοι και βιαστές.
Ένα από τα θύματα που επιλέχτηκαν σ’ αυτό το απάνθρωπο παιχνίδι ενοχοποίησης είναι η Laura Boldrini, εξ αιτίας του γεγονότος ότι στο παρελθόν ήταν εκπρόσωπος Τύπου της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, αλλά και λόγω των δηλώσεων της, μέσω των οποίων έκανε πάντα επίκληση στο σεβασμό του νόμου, του Συντάγματος, της υποδοχής των προσφύγων και της ένταξης των μεταναστών. Επιλέχτηκε ως ο κατ’ εξοχήν στόχος και λόγω του ότι είναι μια ανεξάρτητη γυναίκα, σε μια εποχή που αυτό, ακόμη, τρομάζει πολλούς άντρες, οι οποίοι είναι εμποτισμένοι με την πατριαρχική και φαλλοκρατική θεώρηση της κοινωνίας. Ενδεχομένως, είναι ακριβώς αυτό που εξουσιοδοτεί τον λεγκίστα Matteo Camiciottoli, δήμαρχο μιας μικρής πόλης της Ποντιβρέα, να κάνει μία ανάρτηση στο facebook, όπου καλούσε τους βιαστές του Ρίμινι να εκτίσουν την ποινή τους στο σπίτι της Laura Boldrini, προκειμένου «να πράξουν τα δέοντα ώστε να επιστρέψει το χαμόγελο στα χείλη της». Η Boldrini, που τότε ήταν Πρόεδρος της Βουλής, αποφασίζει να τον μηνύσει, γιατί αυτή διαθέτει αναγνωρισιμότητα και έχει τα μέσα για να το κάνει, με τη σκέψη στραμμένη σε όλα εκείνα τα άτομα που καθημερινά εξυβρίζονται και δέχονται απειλές στο διαδίκτυο και δεν έχουν τη δυνατότητα και το κουράγιο να αντιπαρατεθούν.

Δίκτυο και πραγματική ζωή είναι το ίδιο πράγμα

Η βία, στο διαδίκτυο και εκτός διαδικτύου, είναι ένα φαινόμενο που η Boldrini γνωρίζει καλά. Ήταν αυτή που πρωτοστάτησε ώστε να θεσμοθετηθεί το Μάη του 2016, η Επιτροπή της Βουλής για τη δυσανεξία, την ξενοφοβία, το ρατσισμό και τα φαινόμενα μίσους, η οποία στη συνέχεια θα ονομασθεί Jo Cox, προς τιμή της Βρετανίδας βουλεύτριας του Εργατικού Κόμματος, που δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια προεκλογικής ομιλίας της για το δημοψήφισμα για το Brexit. Η τελική έκθεση της Επιτροπής, που επικυρώθηκε στις 6 Ιουλίου του 2017, παρουσιάζει μια Ιταλία ελάχιστα ενημερωμένη σε θέματα μετανάστευσης, δικαιωμάτων LGBT κοινότητας και σε θέματα κοινωνικού φύλου. Μια Ιταλία τρομαγμένη από τα σλόγκαν που ορισμένοι πολιτικοί είχαν ήδη από καιρό αρχίσει να επαναλαμβάνουν συνεχώς. Σχετικά με τις διάφορες μορφές βίας που μέχρι και σήμερα έχουν ως θύματα τις γυναίκες, στην έκθεση υπογραμμίζεται ότι «οι εκδηλώσεις μίσους προς τις γυναίκες εκφράζονται κυρίως με την υποτίμηση, την υποβάθμιση και την κατάλυση της προσωπικότητάς τους, με χαρακτηριστικά, ως επί το πλείστον, σαφώς σεξουαλικού περιεχομένου. Με άλλα λόγια, το μέσο που χρησιμοποιείται είναι συχνά η αναγωγή της γυναίκας σε σεξουαλικό αντικείμενο και απλός «φορέας» σεξουαλικών οργάνων».
Αναδεικνύει, ότι σε παγκόσμιο επίπεδο, οι τρείς στις τέσσερεις γυναίκες που χρησιμοποιούν το Internet είναι θύματα κυβερνοβίας και κυβερνοεκφοβισμού. Η δικαστική απόφαση που καταδικάζει το δήμαρχο της Παντινβρέα, όμως, ορίζει ξεκάθαρα ότι το δίκτυο και η πραγματική ζωή είναι το ίδιο πράγμα, εκφράζουν δύο διαφορετικές διαστάσεις της ζωής, όπου θα πρέπει να ισχύουν οι ίδιοι κανόνες καλής συμβίωσης. Είναι μία απόφαση ορόσημο, όπως είπε η ίδια η Boldrini, επειδή επιτέλους ορίζεται ότι οι προσβολές και οι απειλές στο δίκτυο έχουν την ίδια βαρύτητα των επιθέσεων που δέχονται οι γυναίκες στην αληθινή ζωή.

Ο βιασμός ως πολιτικό όπλο

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο Camiciottoli επανέλαβε ότι η επίθεσή του ήταν μία «πολιτική επίθεση» εναντίον μιας γυναίκας που προήγαγε την ανεξέλεγκτη εισροή μεταναστών στην Ιταλία. Είναι σωστό να αναρωτηθούμε, αν σε μια δημοκρατική χώρα, για να επιτεθείς σε μία πολιτική αντίπαλο – η οποία κατ’ αυτό τον τρόπο καθίσταται εχθρός – επιτρέπεται να εύχεσαι το βιασμό της. Όπως είπε η Boldrini στο δικαστήριο, ο βιασμός χρησιμοποιήθηκε ως πολεμικό όπλο στη Βοσνία, στη Ρουάντα, και χρησιμοποιείται ως τέτοιο μέχρι σήμερα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Πρέπει να αναρωτηθούμε όλοι αν ο εκβαρβαρισμός της δημόσιας και πολιτικής συζήτησης είναι το επιθυμητό ή αν είναι προτιμότερη η αντιπαράθεση και η πολιτισμένη συζήτηση των διαφορών μας. Προκειμένου να αλλάξει η κοινωνία, απαιτείται συχνά χρόνος, ιδίως αν θέλουμε να αλλάξουμε τη γενική αντίληψη για τη γυναίκα και τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να συσχετιζόμαστε μαζί της, αντίληψη ριζωμένη εδώ και αιώνες. Ο δρόμος θα είναι σίγουρα μακρύς, και σε πολιτισμικό επίπεδο, ωστόσο αυτή η δικαστική απόφαση είναι ένα καλό σημείο εκκίνησης.

Μετάφραση από το Μανιφέστο:
Στέλλα Σάμου

 

Ακραίες σεξιστικές επιθέσεις και στην Ελλάδα

Τον τελευταίο καιρό παρακολουθούμε και στη χώρα μια σειρά σεξιστικών επιθέσεων προς τις γυναίκες που συμμετέχουν στο κυβερνητικό σχήμα στο σύνολό τους, από γνωστή για τις ακροδεξιές θέσεις και τη ακραία χυδαιότητάς της εφημερίδα “Μακελειό’’. Ως γυναίκες αισθανόμαστε ότι είμαστε άμεσα θιγόμενες από αυτού του τύπου τις σεξιστικές επιθέσεις, οι οποίες προσβάλουν το σύνολο των γυναικών, άσχετα αν το εκάστοτε θύμα είναι «αναγνωρίσιμη» στη δημόσια σφαίρα, ή η καθημερινή γυναίκα της διπλανής πόρτας, αν κατέχει θέσει εξουσίας ή είναι η απλή εργαζόμενη, αν είναι μάνα ή μια νεαρή φοιτήτρια. Ως γυναίκες όταν αντικρίζουμε αναρτημένα στα περίπτερα ανάλογα δημοσιεύματα αισθανόμαστε ότι θίγεται η αξιοπρέπεια μας και ότι εμείς οι ίδιες είμαστε δέκτριες των αισχρών επιθέσεων. Πεπεισμένες ότι αυτού του είδους οι επιθέσεις πηγάζουν από τον πιο χυδαίο και σκληρό φαλλοκρατισμό που αναπαράγεται αναφορικά με τη θέση της γυναίκας και εδραιώνει στερεότυπα, τα οποία γεννούν την κάθε μορφής βία κατά των γυναικών (φυσική, ψυχολογική, λεκτική) και ως τέτοια θα πρέπει να την εκλάβουμε και να παρθούν όλα εκείνα τα μέτρα, ώστε να δοθεί κάποτε ένα τέλος στον συστηματικό εκφασισμό της κοινωνίας που συντελείται από συγκεκριμένα ΜΜΕ.
Κουρασμένες και αηδιασμένες από τις ύβρεις και τις σεξιστικές προσβολές απαιτούμε την ενεργοποίηση όλων εκείνων των θεσμικών μηχανισμών, ώστε να περάσουμε στη καταδίκη όλων αυτών των «λιονταριών του πληκτρολογίου» και να πάψουν να θεωρούν ότι θα παραμένουν για πάντα ατιμώρητοι. Θα θέλαμε επίσης, οι άμεσα θιγόμενες να προχωρήσουν σε μηνύσεις εναντίον της εφημερίδας, εμπνεόμενες και από το νικηφόρο δικαστικό αγώνα που έδωσε η Boldrini, όχι μόνο για την αξιοπρέπεια των ιδίων, αλλά και για την αξιοπρέπεια όλων των γυναικών. Αν όχι τώρα, πότε;

Στέλλα Σάμου
Αναδημοσίευση από tomov.gr