Ιχνηλατώντας (σ)τα όρια του ιστορικού μαρξισμού

Με αφορμή τη συλλογή κειμένων του Ετιέν Μπαλιμπάρ: «Κράτος, μάζες, πολιτική»

Του Χρήστου Βαλλιάνου* 

Στον απόηχο των μεγάλων μαζικών κινημάτων σε πολλές χώρες της Δύσης αλλά και του αναδυόμενου «τρίτου κόσμου», στη διάρκεια των δεκαετιών του 60 και του 70, της ριζοσπαστικής αμφισβήτησης και των ελπίδων που εξέθρεψαν, αναπτύχθηκε στο εσωτερικό του μαρξισμού, κυρίως μετά το 1970, πλούσιος διάλογος σχετικά με το κράτος, κυρίως ως οργανωτή και εγγυητή ταξικής κυριαρχίας, και την εξ αυτού κατάλληλη στρατηγική στόχευση της αριστεράς. 
Αν ο πλέον προβεβλημένος από τους θεωρητικούς αυτού του διαλόγου, είναι ο «δικός μας» Ν. Πουλαντζάς, θα πρέπει να δεχτούμε ότι εξ ίσου καίρια ήταν η συμβολή στα ζητήματα αυτά ενός άλλου μαρξιστή και φιλοσόφου, που κινήθηκε σε μια (σχεδόν) παράλληλη πορεία με αυτόν, αλλά μέσα από ιδιαίτερα και εξαιρετικά δύσβατα μονοπάτια.

Η αναζήτηση της «προλεταριακής πολιτικής»

Πράγματι, ο μεν Πουλαντζάς εργάστηκε ως εκπρόσωπος ενός ιδιαίτερου χώρου που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «μαρξιστική πολιτική επιστήμη», ορίζοντας ως ειδικότερα αντικείμενα της έρευνάς του τη μορφή του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους, τις κοινωνικές συμμαχίες που προωθούνται μέσω κάθε μιας ιδιαίτερης μορφής, κλπ. αξιοποιώντας βεβαίως και συχνά εμβαθύνοντας τις θεωρητικές υποδείξεις του ώριμου Μαρξ, αλλά και του Γκράμσι και του Αλτουσέρ. Η μέθοδος του Μπαλιμπάρ ήταν διαφορετική. Στο ζήτημα του κράτους (αλλά και της ανάλυσης αυτού που αποκλήθηκε «πολιτική βαθμίδα») ο Μπαλιμπάρ είδε την ένδειξη μιας σοβαρής (καθ)υστέρησης της μαρξιστικής θεωρίας, τα αίτια της οποίας θέλησε να αναζητήσει στις θεωρητικές και φιλοσοφικές συντεταγμένες που καθόρισαν τη σκέψη του Μαρξ και επομένως και τον ίδιο τον ιστορικό μαρξισμό, αφού οι συντεταγμένες αυτές, στις συνθήκες φετιχοποίησης των γραπτών του Μαρξ από το σοβιετικό μαρξισμό, ουδέποτε αποτέλεσαν αντικείμενο σοβαρής κριτικής αποτίμησης. Συγχρόνως, το εγχείρημα αυτό εμπεριείχε ένα θεωρητικό στοίχημα: να δείξει ότι οι μεγάλες θεωρητικές τομές στις οποίες οδήγησε η σκέψη του Μαρξ (έστω κι αν φαινομενικά δεν έχουν κάποια συνάφεια με τα ζητήματα της πολιτικής και του κράτους), μπορούν να είναι εξαιρετικά χρήσιμες όχι μόνοι στο να εντοπίσουμε θεωρητικά δάνεια, ασύμβατα προς τον επαναστατικό μαρξισμό, που λαθροβιούν ακόμα και στα έργα της ωριμότητάς του, αλλά και να διατυπώσουμε συνεκτικές απαντήσεις στα ερωτήματα σχετικά με τη (ζητούμενη) «προλεταριακή πολιτική», το αντικείμενό της, τους ιστορικούς φορείς της, κλπ.
Η συλλογή «Κράτος, μάζες, πολιτική»  (εκδόσεις «Εκτός Γραμμής», μτφρ. Τ. Μπέτζελος), που κυκλοφόρησε πρόσφατα, περιλαμβάνει ορισμένες από τις πιο καίριες θεωρητικές παρεμβάσεις (άρθρα, δοκίμια, εισηγήσεις) στα ζητήματα αυτά, που εκτείνονται στη χρονική περίοδο 1972 – 1984, οι οποίες διατηρούν ακέραιο το θεωρητικό τους ενδιαφέρον (η σχετική συζήτηση δεν εμπλουτίστηκε ιδιαίτερα μετά από το 1984), και καλύπτουν ένα σημαντικό κενό στην ελληνική βιβλιογραφία, συμπληρώνοντας τη σχετική συλλογή έργων εκείνης της περιόδου («Για τη δικτατορία του προλεταριάτου», το συλλογικό «Ο Μαρξ και η πολιτική», κ.ά.). Η συλλογή των επτά άρθρων του γάλλου φιλοσόφου συνοδεύεται από ένα πολύ ενδιαφέρον Επίμετρο του Π. Σωτήρη, που παρουσιάζει το νήμα που συνέχει τις φαινομενικά διάσπαρτες αυτές εργασίες, αλλά και κάποια στοιχεία για την μετέπειτα εξέλιξη των θεωρητικών αναζητήσεων  του Μπαλιμπάρ. 
Πράγματι, η δημοσίευση της διόρθωσης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, το 1872, εγκαινιάζει για τον Μπαλιμπάρ μια περίοδο θεωρητικών αναζητήσεων γύρω από το ζήτημα του αστικού κράτους, της παρουσίας των μαζών στο εσωτερικό του και του περιεχομένου μιας κομμουνιστικής ή προλεταρικαής πολιτικής, που θα αμφισβητεί και θα τείνει να ανατρέψει την αστική κυριαρχία και εκμετάλλευση. 

Με την εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας

Στο άρθρο αυτό, ο Μπαλιμπάρ σχολιάζει τα συμπεράσματα που άντλησε ο ίδιος ο Μαρξ από την εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας και με βάση τα οποία προχώρησε στη γνωστή «διόρθωση» του Μανιφέστου, που περιελήφθη στον πρόλογο της έκδοσης του 1872, και τον οποίο με τη σειρά του επικαλείται ο Λένιν στο «Κράτος και Επανάσταση». Κωδικοποιώντας λοιπόν  τα συμπεράσματα αυτά, ο Μπαλιμπάρ καταλήγει ότι το σύγχρονο κράτος θα πρέπει να εννοηθεί ως μια σύνθετη πραγματικότητα, που περιλαμβάνει μια κρατική εξουσία και ένα κρατικό μηχανισμό. Οι ανάγκες αναπαραγωγής των συνθηκών εκμετάλλευσης της εργασίας επιβάλλουν την «επικάλυψη» της κυριαρχίας του κεφαλαίου επί της εργασιακής διαδικασίας από μια πολιτική κυριαρχία, την οποία δεν ασκεί το κεφάλαιο «αυτοπροσώπως», αλλά ένας ιδιαίτερος μηχανισμός, τυπικά αυτόνομος από τον ταξικό ανταγωνισμό, που έχει αναπτυχθεί γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό, και επί του οποίου το κεφάλαιο ασκεί τον κυριαρχικό του έλεγχο. Το γεγονός αυτό έχει κρίσιμη σημασία, γιατί ο μηχανισμός αυτός δεν μπορεί να λειτουργήσει «για λογαριασμό» μιας άλλης τάξης που θα επιχειρήσει να αποτινάξει την οικονομική εκμετάλλευση και την πολιτική υποτέλεια: «Είτε δεν λειτουργεί καθόλου, είτε λειτουργεί για λογαριασμό κάποιου άλλου, ο οποίος δεν μπορεί να είναι παρά ο ταξικός αντίπαλος». Το προλεταριάτο δεν είναι δυνατόν «να κατακτήσει και στη συνέχεια να κρατήσει και να ασκήσει την πολιτική εξουσία χρησιμοποιώντας ένα εργαλείο ανάλογο με εκείνο που χρησιμοποιούσαν οι κυρίαρχες τάξεις, διότι τότε χάνει αναγκαστικά την πολιτική εξουσία, με τη μια ή την άλλη μορφή, “βίαιη” ή “ειρηνική”». (σελ. 51-52). 

Η πολιτικοποίηση στο χώρο της παραγωγής

Η ανάγκη μιας ριζικής αντιπαράθεσης όχι με τα κόμματα του αστικού κοινοβουλίου, αλλά με τον κρατικό μηχανισμό και τις ιδεολογικές και πολιτικές λειτουργίες που αυτός υπηρετεί, αλλά και την ίδια την οργάνωση της παραγωγής που επίσης αναπαράγει την υποταγή της εργασίας στις επιταγές τού κεφαλαίου, επιβάλλει τη συνολικοποίηση της αντιπαράθεσης, ή μάλλον την πολιτικοποίση των συγκρούσεων σε όλα τα μέτωπα όπου εμπλέκεται η αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας. Ο Μπαλιμπάρ επιμένει ειδικά στην ανάγκη πολιτικοποίησης των αγώνων στους χώρους παραγωγής, για την ανάγκη να αναδειχθεί και να υποστηριχτεί η αυθόρμητη αντίσταση του εργάτη στην εκμετάλλευσή του, με τη «διείσδυση της πολιτικής πρακτικής στη σφαίρα της εργασίας, της παραγωγής». Με τον τρόπο αυτό εγκαινιάζεται μια νέα πρακτική της πολιτικής, που αρνείται έμπρακτα την απόλυτη διάκριση ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία, η οποία αναπτύχθηκε στα πλαίσια του καπιταλισμού και του αστικού κράτους. Όπως εξηγεί ο Μπαλιμπάρ, «όχι με την ουδόλως πρωτότυπη έννοια μιας «οικονομικής πολιτικής», ούτε επίσης μόνο με τη μεταβίβαση της πολιτικής εξουσίας στους εργαζόμενους, αλλά για να μπορούν ακριβώς να ασκούν την πολιτική εξουσία ως εργαζόμενοι, και χωρίς να πάψουν να είναι εργαζόμενοι, με τη μεταβίβαση ενός ολόκληρου μέρους της πολιτικής πρακτικής μέσα στη σφαίρα της παραγωγής» (σ. 53). 
Είναι φανερό ότι οι σκέψεις αυτές σχετικά με το περιεχόμενο αυτής της νέας πρακτικής της πολιτικής που θα αγκαλιάζει το σύνολο των μηχανισμών του κράτους, της παραγωγικής μηχανής συμπεριλαμβανομένης, παραπέμπουν ευθέως στην εμπειρία της κινεζικής πολιτιστικής επανάστασης, στην οποία εξ άλλου αναφέρεται ονομαστικά: «Καθώς [η ΠΕ] υποστήριζε ότι η ταξική πάλη (ανάμεσα στους «δύο δρόμους») συνεχίζεται στους κόλπους ολόκληρης της μετάβασης, χωρίς το ζήτημα της πραγματικής άσκησης της εξουσίας από τις μάζες να διευθετείται ποτέ οριστικά, (…) έδινε νέο νόημα στη μετάβαση, το οποίο διόρθωνε δυνητικά τις μηχανιστικές και τελοκρατικές όψεις της (η μετάβαση δεν είναι πλέον πρόγραμμα οικοδόμησης, με προβλέψιμα, αν όχι υπολογίσιμα, οικονομικά και θεσμικά βήματα, αλλά – όπως έλεγε ο Μαρξ – «μακρά ακολουθία αγώνων, σειρά ιστορικών διαδικασιών», δηλ. αντιφατική τάση)» (σ.72).

Μαρξ και Μακιαβέλι

Ο στοχασμός στα όρια της σκέψης του Μαρξ είναι διάχυτος σε όλα τα άρθρα της συλλογής. Αξίζει όμως τον κόπο να αναφερθούμε πολύ συνοπτικά στην επιχειρηματολογία που αναπτύσσει ο Μπαλιμπάρ στο μεγαλύτερο δοκίμιο («Μαρξ ο τζόκερ, ή ο μη αποκλειόμενος τρίτος», 1981). Εκεί λοιπόν ο Μπαλιμπάρ παρατηρεί αρχικά ότι ο Μαρξ ταλαντεύτηκε μέχρι τέλους ανάμεσα σε δύο αντίθετες θέσεις σχετικά με τις αντιλήψεις του για την πολιτική, που αντίστοιχα τροφοδότησαν δύο αντίθετες αναγνώσεις: Από τη μια μεριά, αναπτύχθηκε μια παράδοση (Γκρότσε, Γκράμσι) που έβλεπε τον Μαρξ σαν τον «Μακιαβέλι του προλεταριάτου», θεωρώντας ότι ο Μαρξ, όπως και ο Μακιαβέλι, είναι ένας πρωτίστως πολιτικός θεωρητικός, ο στοχασμός του οποίου ασκείται επί συσχετισμών δυνάμεων, προκειμένου να παρέμβει σ’ αυτούς  μέσω της πολιτικής δράσης, και επομένως η θεωρία του είναι εξ αρχής υποταγμένη στο πρωτείο της πολιτικής. Από την άλλη μεριά, ο Μαρξ θεωρήθηκε ως κάποιος οικονομολόγος ή κοινωνιολόγος, που επεδίωξε εν είδει αυτοσκοπού να συγκροτήσει μια αφηρημένη επιστήμη των κοινωνικών σχέσεων, απ’ όπου θα μπορούσε εκ των υστέρων να προκύψει μια συγκεκριμένη εφαρμογή. 
Οι δύο αυτές προσεγγίσεις κρίνονται από τον Μπαλιμπάρ εξ ίσου προβληματικές. Η παράδοση των Γκρότσε – Γκράμσι αντιλαμβανόταν ότι το ρόλο του μακιαβελλικού «Ηγεμόνα» καλείται να παίξει η συμμαχία των τάξεων, που υφίστανται την εκμετάλλευση ως υποκείμενο της ιστορίας (και της μελλοντικής εξουσίας) που «συγκεντρώνει ιδεατά στο κεφάλι και τα χέρια του τα μέσα και τους στόχους της». Η δεύτερη παράδοση παραγνωρίζει βεβαίως ότι ο μαρξισμός δεν μπορεί παρά να είναι μια επαναστατική θεωρία σε συνεχή αλληλοτροφοδότηση με τους αγώνες των τάξεων που υφίστανται την εκμετάλλευση. Κατά τον Μπαλιμπάρ και οι δύο προσεγγίσεις μένουν δέσμιες ενός διπόλου, από το οποίο ακόμα και ο ίδιος ο Μαρξ δεν μπόρεσε να απαλλαγεί οριστικά: του διπόλου «κοινωνία των πολιτών»  – «κράτος». Από την άλλη πλευρά, ο γάλλος φιλόσοφος θεωρεί ότι στο έργο του Μαρξ μπορούμε να ανιχνεύσουμε ίχνη μιας άλλης αντίληψης για το περιεχόμενο και τη θέση τής υπό αναζήτηση «προλεταριακής πολιτικής» στο εσωτερικό της μαρξιστικής θεωρίας. Αναπτύσσει την υπόθεση ότι η συμβολή του Μαρξ στο ζήτημα αυτό μπορεί να αναζητηθεί στην ίδια την κριτική της πολιτικής οικονομίας. 
Με τα λόγια του Μπαλιμπάρ: «Η κατ’ εξοχήν μορφή της πολιτικής σκέψης του Μαρξ είναι ακριβώς η κριτική στην πολιτική οικονομία, η ανάλυσή του για τους ταξικούς αγώνες στην παραγωγή, και ο ίδιος ο τρόπος που κάνει τον ανταγωνισμό να ανακύπτει εκεί όπου φαινομενικά ο λόγος των οικονομολόγων είχε καταφέρει να τον ξορκίσει. Ενδεχομένως αυτή η πολιτική σκέψη να είναι μερική, (…) είναι όμως αδύνατον να υποστηριχτεί η ιδέα ότι αυτή η κριτική είναι ατελώς πολιτική ή προπολιτική, ότι είναι ένα είδος προκαταρκτικής κριτικής για την πολιτική (…)» (σ. 110). Η οικονομία  (σε αντίθεση προς τη σύγχρονη αγγλοσαξονική τάση υποβάθμισης του πολιτικού προσδιορισμού της) είναι πρωτίστως πολιτική. Αλλά, «δεν είναι πολιτική επειδή αναλύει τις συνθήκες του πλούτου των εθνών, έτσι όπως μπορεί να τις πραγματοποιήσει ιδεωδώς ή να τις εγγυηθεί ένα κράτος. Είναι πολιτική επειδή ανακαλύπτει μέσα στις ανταγωνιστικές ισορροπίες φαινόμενα κυριαρχίας, μέσα στη συσσώρευση του κεφαλαίου τη λογική της εκμετάλλευσης, μέσα στην αξία την αναγκαία υπερεργασία κλπ. Επομένως, είναι πολιτική αλλάζοντας το νόημα της λέξης» (σ. 111).

Μέσα και έξω από την οικονομική ιδεολογία

Από την άλλη μεριά, κατά τον Μπαλιμπάρ, «ο Μαρξ , όπως και οι σοσιαλιστές της εποχής του – και υπ’ αυτή την έννοια είναι απλώς ένας εξ αυτών – βρίσκεται εντελώς μέσα στην οικονομική ιδεολογία. Για παράδειγμα, αναπαράγει σε ένα τμήμα των αναλύσεών του την οικονομική ιδεολογία του αυτοματισμού ή της αυτόματης ρύθμισης των οικονομικών φαινομένων με ποσοτικούς όρους (…) Ακόμα πιο χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο Μαρξ, ως γνωστόν, υποβάλλει σε κριτική το νατουραλισμό των οικονομολόγων, (…) αλλά η κριτική αυτή τον οδηγεί να «ιστορικοποιήσει» τον καπιταλισμό με πολύ ιδιαίτερη μορφή: εγγράφοντας τις τάσεις της εμπορευματικής παραγωγής σε ένα γενικό νόμο εξέλιξης, τον οποίο μάλιστα ο Ένγκελς θα συγκρίνει με εκείνο του Δαρβίνου» (σ. 117). Ταυτόχρονα βέβαια, όταν ο Μαρξ παρεμβάλει στις αναλύσεις του τα κεφάλαια των ταξικών αγώνων, της απαλλοτρίωσης των αγροτικών πληθυσμών κλπ, βρίσκεται έξω από την οικονομική ιδεολογία και συμβάλει αποφασιστικά στην κατεδάφιση του τρόπου ανάλυσής της. 
Κατά τον Μπαλιμπάρ, αυτή η ταλάντευση του Μαρξ «μέσα» και «έξω» από την οικονομική ιδεολογία παραπέμπει στη «δυσκολία του Μαρξ να πει συγχρόνως ότι υπάρχει επιστημονική οικονομία, ή ότι υπάρχει κάποια επιστημονική διάσταση στην πολιτική οικονομία, και ότι η πολιτική οικονομία είναι η υπ’ αριθμόν ένα ιδεολογία της αστικής τάξης. Και αυτό που τον εμπόδιζε δεν ήταν η ανάλυσή του για τον οικονομικό λόγο (τουλάχιστον των «κλασικών») (…) Τον εμπόδιζε κυρίως το γεγονός ότι δεν διέθετε παρά μόνο ένα θεωρητικό ορισμό της ιδεολογίας ως θεωρησιολογίας, και συνεπώς μια αντίθεση όρου προς όρο μεταξύ επιστήμης και ιδεολογίας – την οποία ακριβώς έθετε υπό αμφισβήτηση η κριτική του στην οικονομία – που καθιστά κυριολεκτικά αδιανόητη την προλεταριακή ιδεολογία (ή την προλεταριακή «ταξική συνείδηση»), και της οποίας η συγγένεια με το ζεύγος Κοινωνία των πολιτών – Κράτος θα μπορούσε εύκολα να καταδειχτεί» (σ. 120 -121). Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια νέα αντίφαση, ενώ ο Μαρξ εργάζεται ακατάπαυστα προκειμένου να εξοπλίσει την «προλεταριακή πολιτική» μέσω μιας κριτικής της πολιτικής οικονομίας, αναγνωρίζοντας εμπράκτως την κρισιμότητα αυτής της κρατικής ιδεολογίας «όχι μόνο για την κυριαρχία, αλλά για τη συγκρότηση και δη για την  ανασυγκρότηση μιας αστικής τάξης» (σ. 121), φαίνεται ότι δεν αξιολογεί σωστά τη διαφορά αυτής της ιδεολογίας από τη νομική ιδεολογία, που είναι μια «επιμέρους ιδεολογία, η οποία συνέχει εκ των έσω, σαν τσιμέντο, τον αστικό κρατικό μηχανισμό, τη συμπεριφορά των υπαλλήλων του, τη δραστηριότητα των διανοουμένων του,  τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών σε σχέση με τον κρατικό μηχανισμό, κλπ (…) είναι δηλ. η ιδεολογία του κοινοβουλευτικού καθεστώτος» (σ. 121). Ο Μπαλιμπάρ δεν απαντά κατηγορηματικά στο ερώτημα κατά πόσο μια θεωρητική έρευνα πάνω σ’ αυτές τις αντιφάσεις του έργου που μας παρέδωσε ο Μαρξ, αλλά και πάνω στην ιστορία και την ιδεολογία των μαζικών κομμάτων που έδρασαν επί 150 χρόνια στο όνομα αυτού του έργου, θα μας οδηγήσει τελικά σε μια υπέρβαση ή «έξοδο» από το μαρξισμό, κατά πόσο δηλ. ο Μαρξ εξάντλησε αυτό που θα είχε να μας προσφέρει ακόμα και με τη μορφή κάποιων υπαινιγμών. Πιστεύω ωστόσο ότι κάποιες παρατηρήσεις που παρουσιάστηκαν προηγουμένως σχετικά με την «υπ’ αριθμόν ένα κρατική ιδεολογία της αστικής τάξης», στη βάση ακριβώς αυτών των υπαινιγμών διατηρούν μια επικαιρότητα για την Ελλάδα του 2015, που ίσως θα εξέπληττε και τον ίδιο τον Μπαλιμπάρ. 

* Ο Χρήστος Βαλλιάνος είναι μέλος της Συντακτικής Ομάδας του περιοδικού «Θέσεις».