«Καλωσορίσατε στην Ιταλία», καλωσορίσατε στην Ελλάδα…

Τζουλιάνο Σαντόρο «Στην κολόνα του θανάτου»
(μτφ. Πέτρος Ραντίν, εκδ. angelus novus, 2019)

«Πρόθεσή μου ήταν να ερευνήσω μια δολοφονία αφαιρώντας τους φακούς του ποινικού κώδικα, να καθαρίσω το συγκεκριμένο συμβάν από τη νομική αφήγηση, πηγαίνοντας πέρα από την ατομική ευθύνη και προσπαθώντας να αναπαραστήσω την κοινωνική αλληλουχία», λέει στην εξαιρετική εισαγωγή του στην ελληνική έκδοση ο συγγραφέας, αφού πρώτα μας έχει θυμίσει ότι (στην Ιταλία, όχι βέβαια στην Ελλάδα…) «μάθαμε να κάνουμε αντιπολίτευση χρησιμοποιώντας δικαστικά έγγραφα αντί για κοινωνικές αναλύσεις και πολιτικές προτάσεις». Ο Σαντόρο μας λέει στις σελίδες του πως «πρόκειται για μια πολιτική υπόθεση που απαιτεί πολιτική απάντηση» και, μιλώντας για μια προφανώς καθαρή δολοφονία –μια ποινική πράξη με γνωστό θύτη και θύμα–, προσπαθεί να πάει πέρα και πίσω από την προσωπική εγκληματική πράξη και «την καθησυχαστική ποινική καταδίκη για να ανασυστήσ[ει] τις κοινωνικές ευθύνες».
Ξεκινώντας από κάποια πρώιμα γεγονότα, την εποχή που «το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα της Δύσης αγωνιζόταν να υποβάλει τα φιλελεύθερα διαπιστευτήριά του», υπενθυμίζοντας βέβαια προηγουμένως τόσο ότι «το 1968 η ακροδεξιά απομονώνεται και εκδιώκεται από τα πανεπιστήμια χάρη στους αγώνες των κινημάτων» όσο και τη «στρατηγική της έντασης» που δημιουργούσαν οι ακροδεξιοί και παρακρατικοί μηχανισμοί, περνώντας από τη μαύρη εποχή του Μπερλουσκόνι και φτάνοντας στην πρωθυπουργία του Ματέο Ρέντσι (όπου «συντελείται οριστικά η μοιραία μετατόπιση της ιταλικής αριστεράς προς το μετριοπαθές κέντρο και η αντιπαράθεση των κομμάτων σε ένα επίπεδο εξ ολοκλήρου θεαματικό»), ο Σαντόρο καταδύεται στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που σταδιακά διαμορφώνουν αυτή τη νέα πραγματικότητα.
Περιγράφει τόσο τις αντιμεταναστευτικές νομικές μεταρρυθμίσεις (π.χ. τον νόμο Μπόσι-Φίνι) αλλά και την τραγικά άθλια στάση δημάρχων της Κεντροαριστεράς (ο ένας «ξεκινά μια σειρά εκκενώσεων καταυλισμών όπου κατοικούν πολίτες της Ανατολικής Ευρώπης» και καταθέτει νέο πολεοδομικό σχέδιο που προκαλεί την αντίδραση κινημάτων, περιβαλλοντικών οργανώσεων κ.λπ., αφού μ’ αυτό «η περιθωριοποίηση θα οδηγηθεί στα άκρα» και θα δημιουργηθεί «μια πόλη δύο ταχυτήτων», ο άλλος κηρύσσει εκστρατεία εναντίον αυτών που πλένουν τα τζάμια των αυτοκινήτων κ.ο.κ.).

Ο σκοτεινός και επικίνδυνος ρόλος των ΜΜΕ

Ο συγγραφέας αφιερώνει πολλές σελίδες για να αποτυπώσει τον σκοτεινό και επικίνδυνο ρόλο των ΜΜΕ στην καλλιέργεια του ρατσισμού και την ανάδυση των φασιστικών ομάδων, αφού πρώτα μιλήσει για τη γλώσσα ως φορέα και εργαλείο ρατσισμού και θυμηθεί τον Βίκτορ Κλέμπερερ («οι λέξεις μπορεί να λειτουργήσουν σαν ελάχιστες δόσεις αρσενικού, αν τις καταπιείς χωρίς να το ξέρεις φαίνεται να μην έχουν καμία επίδραση, αλλά ύστερα από λίγο καιρό εμφανίζεται το τοξικό αποτέλεσμα»), για να προσθέσει ότι «στις πτυχώσεις των λέξεων, καραδοκούν ρητορικές παγίδες, γλωσσικοί αυτοματισμοί και πολιτισμικά τικ που συνδράμουν την οικοδόμηση του εχθρού». Μισή σελίδα σχεδόν πιάνει «το οπλοστάσιο απ’ όπου θα ψαρεύει ο ρατσισμός το λεξιλόγιό του», για να περιγράψει χώρους στους οποίους ζουν (αναγκαστικά…) οι μετανάστες («μπαρουταποθήκη έτοιμη να εκραγεί, ανθρώπινη χωματερή» κ.λπ., κ.λπ.).
Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι, ενώ οι πολίτες βομβαρδίζονται με «ρεπορτάζ που μοιάζουν περισσότερο με πολεμικά ανακοινωθέντα», μέχρι και ο αρχηγός της αστυνομίας μιλάει για τις ευθύνες των ΜΜΕ, «που λειτουργούν σαν μεγάφωνο, μεγεθύνοντας τα μεμονωμένα εγκληματικά συμβάντα». Αναδεικνύεται έτσι πώς «μια μεμονωμένη περίπτωση γίνεται το έναυσμα για να στοχοποιηθεί μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων», μεταναστών εν προκειμένω.

Ρητορική της ασφάλειας και αντιστάσεις

Ο συγγραφέας μιλάει για τη «ρητορική της ασφάλειας» αλλά και του φιλελευθερισμού που καλλιεργούσε «το μύθο του φτωχού που τα καταφέρνει και το φόβητρο του εύπορου που ξεπέφτει», για την εμφάνιση των ακροδεξιών ομάδων (με το προσωπείο των ομάδων πολιτών που είναι μακριά από την πολιτική…) και τις εκρήξεις βίας «των φτωχών εναντίον των φτωχότερων», αλλά και για την άμεση αντίδραση συνοικιακών επιτροπών που κατεβαίνουν σε συγκέντρωση μαζί με μετανάστες με πανό «Η πραγματική υποβάθμιση είναι ο πόλεμος μεταξύ των φτωχών».
Μιλάει για τη χρήση του ιατρικού λόγου και τον «αναμενόμενο συσχετισμό μετανάστευσης και μόλυνσης», για τα σχέδια «εξευγενισμού» ολόκληρων περιοχών, για τη δημιουργία γκέτο μέσα στις πόλεις και τη μεταστροφή ολόκληρων αριστερών και προοδευτικών συνοικιών σε θερμοκήπια φασιστών, για τη δημιουργία της «τεχνητής κατάστασης συναγερμού που είχε προκληθεί από πανικόβλητες ανακοινώσεις των μίντια» και τις «συνοικιακές περιπολίες», για τον ηθικό πανικό, ακόμα και «για την άφιξη 210 προσφύγων σε μια περιφέρεια που μετρά 5 εκατομμύρια κατοίκους», για το πώς η προπαγάνδα κρύβει τη φτώχια «κάτω από το χαλί της ένδοξης ιστορίας», για το πώς οι «νομοταγείς πολίτες» που σπέρνουν κατά τα άλλα τον ξενοφοβικό πανικό αξιοποιούν το παράνομο καθεστώς των μεταναστών των οποίων «η μαύρη εργασία μετατρέπει τα μαύρα λεφτά των ενοικίων σε νόμιμη πρόσοδο», για τις επιχειρήσεις εκκαθάρισης και ευταξίας με κάθε αφορμή και πρόσχημα («ανάμεσα στα θύματα του πρωταθλήματος Italia ’90 είναι και οι μετανάστες. Η πόλη πρέπει να φανεί περιποιημένη για χάρη των τουριστών»)…
Μετά από όλη αυτή τη συζήτηση βέβαια, δεν προκαλεί μεγάλη εντύπωση πώς τελικά αναδύονται στην πολιτική σκηνή της Ιταλίας φαινομενικά απίστευτες φιγούρες, όπως ο Σαλβίνι…
Τελικά, ο Σαντόρο, σκιαγραφώντας ένα πανόραμα από κοινωνικοπολιτικά αίτια, πολιτικές διαδικασίες, αντιδραστικές στροφές και αντιστάσεις, επιδιώκει και πετυχαίνει με τον καλύτερο τρόπο «να αφηγηθεί αυτό που συνέβη για να ανακαλύψουμε τις δυνητικές του προεκτάσεις».

Κώστας Αθανασίου