Κάποτε θα γράψω για τον έρωτα

Τον έρωτα δεν τον έμαθα ποτέ. Δεν ξέρω να το πιάσω στα χέρια μου και να τον χρωματίσω. Δεν ξέρω να τον κατανοώ. Τον έρωτα δεν τον έμαθα ποτέ κι όμως το στομάχι μου τον ξέρει.

Έρωτας

Έχω ερωτευτεί μια φορά πριν χιλιάδες χρόνια. Και μία τώρα. Όλα τα ενδιάμεσα ουρλιαχτά κι οι λαχτάρες της Σάρας Κέην εμένα μου θύμιζαν Κατερίνα Στανίση και κακό ουίσκι. Είχαν την χάρη τους.
Δεν έχω σχέση με τον έρωτα δυναμιτισμένη. Τον υπέθεσα, τον έψαξα, τον πήρα εγωιστικά, τον υπέφερα θεατρικά.
Τον ανακήρυξα σε κάτι μεγαλειώδες, ενώ ήταν κάτι μικρό. Όχι έρωτας, έστω. Σίγουρα όχι.
Ήταν κινηματογράφος. Ήταν τα Κόκκινα Φανάρια κι η Στέλλα.
Ποια ανάγκη μας σπρώχνει στην υποκρισία;
Να υποκρινόμαστε πως αγαπιόμαστε τάχα με πάθος; Είδατε; Όλα με τραγούδια ξέρω να τα πω. Άλλων λόγια. Υπάρχεις αν δε σε αγαπούν; Αξίζεις αν δε σε αγαπούν; Και γιατί να κυληθείς στα χαμηλότερα σκαλοπάτια της αξιοπρέπειας για να αποδείξεις πως ζεις; Πως νιώθεις;
Ερχόμαστε στον κόσμο με κάποιον σκοπό. Μερικοί, ας πούμε, ερχόμαστε για να τον αλλάξουμε. Άλλοι έρχονται για να βάζουν γκολ, με ένα τους γκολ και μόνο σβήνουν την θλίψη των ανθρώπων, έστω και για μόλις 90 λεπτά. Άλλοι έρχονται για να υποφέρουν.
Κι ο έρωτας;
Όλοι δεν λένε ποιήματα για τον έρωτα; Όλοι τα λένε. Μικρά ή μεγάλα ή σπουδαία. Πιο σπουδαίο εγώ ακούω τούτο το μικρό:
Κι ακόμα δε μπόρεσα να καταλάβω
πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα
που αγαπιέται.

Θάνατος

Έχω ερωτευτεί μία φορά, στα 23 μου. Έτσι νομίζω. Αλλά τι σημασία να είχε, άμα δεν ξέρεις τι είναι ζωή, ανάσα κι εαυτός; Ξέρω τώρα.
Πρώτη φορά στην ζωή μου όλη φοβάμαι το θάνατο. Και πρώτη φορά στην ζωή μου όλη καταλαβαίνω τι σημαίνει να ερωτεύεσαι χωρίς να έχει σημασία τι θα κερδίσεις από όλο αυτό.
Ίσως μόνο λίγα ψίχουλα χαράς. Για τον άλλον. Όχι για εσένα. Αυτό νομίζω πως είναι τελικά ο έρωτας για μένα. Κανένας άλλος ορισμός.
Κι αν νιώθεις στο σβέρκο την ανάσα του θανάτου, κάτι σε σπρώχνει, θαρρείς, στη ζεστασιά της ζωής. Τι να με νοιάζει η ζωή, αν είναι παγωμένη; Αν η μόνη σου αλυσίδα είναι στενή, μόνο για σένα; Για να υπάρχεις εσύ, να αναπνέεις εσύ, να ζεις εσύ. Την χαρά, την ηδονή, την ευλογία να σε αγαπούν. Εσύ. Μόνος. Μόνος.
Τι σημασία έχει να κερδίζεις τον θάνατο, αν δεν ζεις για να πολεμάς κάθε μέρα, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό για τη ζεστασιά μιας άλλης καρδιάς;
Δεν ξέρω.

Ο σχοινοβάτης

Σκέφτομαι τη μοναξιά του σχοινοβάτη. Περπατάς χωρίς να κοιτάς κάτω. Κάτω άμα κοιτάξεις, πέφτεις. Ευθεία πας. Προς το φως, προς την ανάσα, προς την αγκαλιά.
Σκέφτομαι πως ο δρόμος δεν υπάρχει, «τον δρόμο τον ανοίγεις προχωρώντας».
Σκέφτομαι πως δεν ξέρω αν έχω μέλλον, ούτε παρόν, ξέρω πως κάτω από το σκοινί μου υπάρχουν μόνο άχρηστα αντικείμενα. Άνθρωποι, μικρότητες. Φθηνό ουίσκι.
Σκέφτομαι πως ο εγωισμός παύει να υπάρχει όταν ανεβαίνεις στα τεντωμένα σκοινιά κι αρχίζει μόνο να σου μιλάει η καρδιά σου σα να είναι παιδική, ανόθευτη από τα σκληρά Εγώ κι αυτό φτάνει για να κάνεις ένα βήμα πάνω από το χάος.
Κι ο δρόμος δεν υπάρχει. Τον δρόμο είπανε: Τον ανοίγεις προχωρώντας.
Ακόμα κι αν αύριο τελειώσουν όλα τα μονοπάτια.
Μέχρι το τέλος, ανοίγουμε δρόμους.

Έρωτας και θάνατος

Λένε οι σοφοί, πως ο φόβος του θανάτου μας κάνει να αποζητούμε την αγάπη. Μα εγώ σοφή δεν είμαι και γι’ αυτό θα διαφωνήσω. Δεν έχω ιδέα, ούτε γιατί αποζητούμε την αγάπη, ούτε τι σημαίνει για τον καθένα. Υποθέτω μόνο ότι συμβαίνει, γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μπαίνει χρώμα στα κύτταρα. Είναι ο εύκολος δρόμος ο εαυτός. Ο δύσκολος είναι να φτιάχνεις αγαλματίδια κοινά από λιωμένα κορμιά που έγιναν ένα. Σαν το μολυβένιο στρατιώτη και την μπαλαρίνα. Πάντοτε κουτσοί, μα δίπλα δίπλα.
Σκέφτομαι διαρκώς το σκοινοβάτη. Που πάει μόνος του, με το βλέμμα μόνο μπροστά, να βρει κάτι στο τέρμα του σκοινιού.
Στο τέρμα του σκοινιού θα βρεις αυτό που είσαι. Ή έναν καθρέφτη, ή έναν τρόμο, ή τις μικρές κουκίδες που ενώνουν εσένα με την ‘Υπαρξη. Γι’ αυτό δεν είμαι σοφή, γιατί δεν πιστεύω στο θάνατο σαν εργαλείο, σαν μοχλό. Μόνο ίσως να σε σκουντάει να πάψεις να κοιτάς κάτω από το σκοινί. Από εκεί και πέρα, μαθαίνεις βηματισμό. Μέχρι την Ύπαρξη.
Αλλά σήμερα δεν έγραψα τίποτα απολύτως. Κάποτε, όμως, θα γράψω για τον έρωτα. Μόλις τον κατανοήσω πάνω από τον εαυτό μου. Τι μυστήριο, ε;

Όλγα Στέφου