Καντακουζηνοί

«Δυο πρίγκιπες
στην Ελληνική Επανάσταση
«Επιστολές αυτόπτη
μάρτυρα και ένα υπόμνημα
του πρίγκιπα
Γεωργίου Καντακουζηνού
για την Ελληνική Επανάσταση»
Χάλλη της Σαξονία 1824
Μετάφραση: Χρίστος
Μ. Οικονόμου
Εισαγωγή – σχόλια – επιμέλεια
Βασίλης Παναγιωτόπουλος
Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών
Εκδ. Ασίνη, 2015

Η συνέχεια από την προηγούμενη Κυριακή, με τον τίτλο του βιβλίου του Βασίλη Παναγιωτόπουλου. Να θυμίσουμε, πως η Ελληνική Επανάσταση έχει ήδη δυο γνωστούς πρίγκιπες, τους Υψηλάντηδες, Αλέξανδρο και Δημήτριο. Δεδομένου, μάλιστα, ότι οι εν λόγω Καντακουζηνοί ανήκουν, το πιθανότερο, σε κλάδο της οικογένειας των Καντακουζηνών, που απαντάται κατά τον 16ο αι. στην Κωνσταντινούπολη, μέλη του οποίου κατέλαβαν ηγετικές  θέσεις σε Βλαχία και Μολδαβία, θα ήταν προτιμότερο, ο γερμανικός τίτλος furst”, με umlaut στο φωνήεν, να αποδοθεί ως ηγεμόνας, που, στα συμφραζόμενα της εποχής, είναι ο υψηλότερος τίτλος στη Μολδοβλαχία. Οι συγκεκριμένοι, καθώς και όσοι επιλέγονταν να επανδρώσουν τις ανώτατες στρατιωτικές και διοικητικές θέσεις, έρχονταν από την τάξη των βογιάρων. Όπως αναφέρει ο Παναγιωτόπουλος, στην πρώτο μέρος της “εισαγωγής στις επιστολές”, οι αδελφοί Καντακουζηνοί είναι υιοί του Ματθαίου Ιωάννου Καντακουζηνού, βογιάρου, και της Ραλλούς Καλλιμάχη του Γρηγορίου. Παραλείπει την πληροφορία πως ο Ματθαίος Ιωάννου Καντακουζηνός είχε τον τίτλο του Μέγα Βορνίκου, τον οποίο όφειλε στην τάξη του, όπως και ότι το γένος εκ μητρός της Ραλλούς ήταν Μαυροκορδάτου.
Ενώ, φαίνεται να κάνει μια επί τροχάδην βιβλιογραφική ενημέρωση, κατά την αναδιάταξη των δικών του στοιχείων, ορίζει ως κάπως μεγαλύτερο σε ηλικία τον Αλέξανδρο, με έτος γεννήσεως το 1781, χωρίς να αναφέρει χρονολογία γέννησης του Γεωργίου. Κι όμως, τα βιογραφικά της Familia Cantacuzino είναι γνωστά. Κατά τους λημματογράφους των παλαιών εγκυκλοπαιδειών, αλλά και τους νεότερους συγγραφείς ξενόγλωσσων συγγραμμάτων, μεγαλύτερος είναι ο Γεώργιος, που αναφέρεται ως Egor, με ένα έτος διαφορά από τον Αλέξανδρο. Γεννηθέντες, αντίστοιχα, το 1786 και το 1787, και αποθανόντες, ο πρεσβύτερος στην Οδησσό το 1841 και ο νεότερος στο Κισνόβι το 1857 και όχι το 1851. Κατά τα άλλα, δεδομένης της δομής που επέλεξε ο Παναγιωτόπουλος για το βιβλίο του, προηγείται η περιγραφή του ντοκουμέντου.

Το ντοκουμέντο

Σύμφωνα με τον εκδότη του γερμανικού βιβλίου, οι επιστολές “γράφτηκαν από έναν καλά πληροφορημένο Έλληνα ως απάντηση ενός εμπορικού φίλου στη Γερμανία και φτάσανε, από μία ευτυχή σύμπτωση, ως εμπιστευτικές πληροφορίες στα χέρια ενός τρίτου. Αυτός ξαφνιάστηκε ευχάριστα από τον αναμφισβήτητο χαρακτήρα της αλήθειας και της αξιοπιστίας στην περιγραφή των καταστάσεων και των γεγονότων, για τα οποία το γερμανικό κοινό ήταν, μέχρι τώρα, είτε πολύ λίγο ή καθόλου ενημερωμένο, ώστε να τους ήτανε πολύ ευπρόσδεκτη μια επίσημη πληροφόρηση.” Πρόκειται για 33 επιστολές, όπου ο αποστολέας,  στην πρώτη επιστολή του, παραθέτει πληροφορίες “για ό,τι προηγήθηκε πριν από την ίδρυση της Εταιρείας”. Συγκεκριμένα, από “το αρχικό σχέδιο της Εταιρείας που ήταν αυτό του Ρήγα”, διαψεύδοντας την άποψη “ότι η Εταιρεία έχει δεσμό με τον Τεκτονισμό, τον Καρμποναρισμό ή με οποιαδήποτε άλλη μυστική Εταιρεία.” Στη δεύτερη επιστολή, εξιστορεί το τραγικό τέλος του Ρήγα, επικρίνοντας τη Ρωσία, που, στους πολέμους εναντίον της Τουρκίας, εκμεταλλευόταν τον ζήλο των Ελλήνων και μετά τους εγκατέλειπε. Στην τρίτη επιστολή, αναφέρεται στην εικοσαετία μετά τον θάνατο του Ρήγα, 1757 – 1815, όταν οι Έλληνες επεκτείνουν το εμπόριο προς τη Δύση, αποκτούν πλοία, διευρύνουν σημαντικά την περιουσιακή τους κατάσταση και φροντίζουν για τη μόρφωση του λαού.
Στη συνέχεια, αποκαλύπτει ένα πρώτο δικό του ίχνος: “Μόλις το έτος 1815 σκέφτηκαν μερικοί Έλληνες, που ζούσαν στη Ρωσία, να ιδρύσουν την Εταιρεία. Εφτά απ’ αυτούς, μεταξύ των οποίων και εγώ… μαζεύτηκαν στη Μόσχα… έβαλαν τα πρώτα θεμέλια και αφού όρισαν και κάποιους Κανονισμούς, ταξίδεψαν στην Οδησσό” Ονομαστικά αναφέρει μόνο τους δυο αποθανόντες, τον Σκουφά (1818) και τον Γαλάτη (1819), ανιστορώντας τη δράση του δεύτερου, που κατέληξε στη δολοφονία του. Τέλος, συνοψίζει: “Οι υπόλοιποι έξι Έλληνες, μετά από  σύντομη παραμονή στην Οδησσό, χώρισαν και ταξίδεψαν προς διάφορες κατευθύνσεις…”
Στην επόμενη επιστολή, αναφέρεται στην Εταιρεία, τη δομή και τον Κανονισμό της. Μόνο, στην τελευταία παράγραφο, μνημονεύει για πρώτη φορά, τον Αλέξανδρο Καντακουζηνό, τον, κατά Παναγιωτόπουλο, συγγραφέα των επιστολών: “Αφού πέρασε από τη Βιέννη και την Τεργέστη τον Απρίλιο του 1821, ο Πρίγκιπας Αλέξανδρος Καντακουζηνός, έμαθαν οι Έλληνες αυτής της χώρας, που είχαν ήδη πάρει από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη τα πρώτα μηνύματα, τι ακριβώς συνέβαινε.” Στην επόμενη επιστολή, δίνει πληροφορίες για την εκλογή του Πρίγκιπα Υψηλάντη… στην κορυφή της επιχειρήσεως. Εδώ, μνημονεύει και τον Γεώργιο Καντακουζηνό: “Σταματώ εδώ τη συνέχεια της διηγήσεώς μου, γιατί ο Πρίγκιπας Γεώργιος Καντακουζινός γράφει στο Υπόμνημά του για τους λόγους που οδήγησαν τον Υψηλάντη να αποδεχτεί την πρόταση και αναφέρει προηγουμένως τα γεγονότα που συνέβησαν τον ίδιο καιρό στη Μολδαβία και την Βλαχία. Έτσι θα σας αναφέρω μόνο τα γεγονότα εκείνα που, σύμφωνα με τις δικές μου πληροφορίες, του διέφυγαν. Προπαντός όμως διαβάστε το Υπόμνημά του. Σας το στέλνω μαζί και σας δίνω τη βεβαιότητα ότι όλα όσα γράφει ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα”.
Αυτό και πράττει, όπως δείχνει η επόμενη επιστολή: “Αφού, χωρίς αμφιβολία, θα έχετε διαβάσει το Υπόμνημα… εγώ συνεχίζω από εκεί τη διήγησή μου.”  Τον Γεώργιο Καντακουζηνό τον αναφέρει εν παρόδω σε δυο ακόμη επιστολές. Στην έβδομη, όπου ονοματίζει τη συνοδεία του Αλέξανδρου Υψηλάντη, όταν πέρασε τον Προύθο και έφτασε στις 22 Φεβρ. στο Ιάσιο, και στην ενάτη, όπου παραπέμπει στο Υπόμνημά του για όσα συνέβησαν στις δυο τελευταίες μάχες στο Σκουλένι της Μολδαβίας. Σε αυτήν την επιστολή, φτάνει μέχρι την 1η Αυγ., ολοκληρώνοντας την εξιστόρηση της επιχείρησης του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδαβία και τη Βλαχία, την οποία, ευθύς εξ αρχής, χαρακτηρίζει ως άκαιρη.
Αντιθέτως, πολλαπλώς αναφέρεται στον Αλέξανδρο Καντακουζηνό, καθώς, από την δεκάτη επιστολή και ύστερα, αφηγείται την κάθοδό του στον Μοριά, όπου προηγήθηκε του Δημήτρη Υψηλάντη. Εδώ, η αφήγηση γίνεται αυτοβιογραφική, αφού ο επιστολογράφος πληροφορεί πως συνόδευε τον Καντακουζηνό σε Μονεμβασιά και Τριπολιτσά. Στην 29η επιστολή, φαίνεται πως οι δρόμοι Υψηλάντη-Καντακουζηνού χώρισαν, με τον επιστολογράφο να ακολουθεί τον Καντακουζηνό: “Ο Πρίγκιπας εγκατέλειψε την Τρίπολη στις 2 (14) Σεπτεμβρίου, με συνοδεία Μαυροκορδάτο… ”. “Στις 8 (20) Σεπτεμβρίου φτάσαμε στα Σάλωνα..”. Ο Καντακουζηνός και ο Μαυροκορδάτος θα πήγαιναν στο Βραχώρι ή το Πέτα… Σύμφωνα με την 31η επιστολή: “Πήραμε το δρόμο για το Μεσολόγγι…διασχίσαμε την οροσειρά της Πίνδου…” Σύμφωνα με την 32η επιστολή: “Από την ώρα που ήρθαμε στο Μεσολόγγι ασχολούμαστε με το να οχυρώσουμε την πόλη… ”
Μακρηγορήσαμε με τα αυτοβιογραφικά ίχνη στην αφήγηση, γιατί δημιουργούν την εντύπωση πως  θα μπορούσε να αποκρυπτογραφηθεί η ταυτότητα του επιστολέα. Ή και το αντίθετο, να αποκλεισθεί η ύπαρξη ενός παρόμοιου προσώπου, οπότε θα αποκτούσε βάση η μυθιστορηματική εκδοχή του Παναγιωτόπουλου. Εκείνος, όμως, ελέγχει ως μη ευσταθούσα μόνο την εικασία, ο επιστολογράφος να είναι ο Κερκυραίος γραμματέας του Καποδίστρια Κωνσταντίνος Καντιώτης,  εκτίμηση την οποία είχε διατυπώσει ο Ευβοέας ερευνητής Γεώργιος Λάιος, ο πρώτος που ασχολήθηκε με το ντοκουμέντο.

Οι τύχες του ντοκουμέντου

Ο Παναγιωτόπουλος πληροφορεί πως το εν λόγω βιβλίο παρέμεινε στη βιβλιογραφία από το 1834, έτος έκδοσής του, ανώνυμο, και σχεδόν αζήτητο, ως το 1958, που το ανέσυρε ο Λάιος. Προφανώς, εννοεί 1824, όσο για το 1958, τότε, ο Λάιος μόλις είχε επιστρέψει από τη Βιέννη, όπου για χρόνια ερευνούσε σε αρχεία και βιβλιοθήκες. Για την αναζήτηση της ταυτότητας του επιστολογράφου, στηρίχτηκε σε δική του μετάφραση του βιβλίου. Άλλη μετάφραση του βιβλίου, σύμφωνα πάντοτε με τον Παναγιωτόπουλο, παρήγγειλε ο Βλαχογιάννης. Ο ίδιος δεν ερεύνησε σε ποιόν, ούτε την πιθανή χρήση της. Την ίδια έλλειψη ενδιαφέροντος δείχνει για τις σχετικές έρευνες των διαδόχων του Βλαχογιάννη στα ΓΑΚ. Το μόνο που βρίσκει άξιο μνημόνευσης είναι, ότι, αφού εκείνοι το χρησιμοποίησαν, δεν το  επανατοποθέτησαν. Την ίδια επί τροχάδην αναφορά επιφυλάσσει στον μεταφραστή, του οποίου τα βιογραφικά στοιχεία παρατίθενται ως υποσελίδια σημείωση στο σημείωμα του μεταφραστή, που επέχει θέση προλόγου της μετάφρασης, στο Μέρος Β΄. Τόσο συνοπτικά, που καταλήγουν ασαφή. Κατά τα άλλα, πληροφορεί πως ο μεταφραστής είχε προσωπική άποψη για τον τρόπο έκδοσης, αλλά δέχτηκε ευγενικά την πρόταση Δημητρόπουλου-Παναγιωτόπουλου.
Μεταφραστής είναι ο Χρίστος Μ. Οικονόμου, όπου το μικρό όνομα με γιώτα και αρχικό πατρώνυμου, ώστε να μην δημιουργηθεί σύγχυση με τον συνονόματό του νεότερο πεζογράφο, με τον οποίο συμπίπτει να έχουν αμφότεροι τρία βιβλία στο ενεργητικό τους, όπου τα δυο τελευταία, με τα οποία έγιναν ευρύτερα γνωστοί, κυκλοφόρησαν τις ίδιες χρονιές 2010, 2014-2015. Ο μεταφραστής Οικονόμου είναι πολιτικός μηχανικός, απόφοιτος του ΕΜΠ, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Ζυρίχη, καθηγητής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Εξ ου η καλή γνώση της αρχαΐζουσας  γερμανικής και της γοτθικής γραφής, ναι μεν σήμερα εν αχρησία αλλά σε ένα όχι και τόσο μακρινό παρελθόν η επίσημη. Με την αποδέσμευση από τις διδακτικές υποχρεώσεις του, εγκαταλείπει την τεχνολογία για την Ιστορία. Ως “εθελοντή της φιλελληνικής ιδέας” τον συστήνει ο Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, στον πρόλογο του δεύτερου βιβλίου του, «Το τάγμα των Φιλελλήνων, η ίδρυση, η εκστρατεία και η καταστροφή του, από το ημερολόγιο του Johann Daniel Elster τέως ιατρού-συνταγματάρχη του τάγματος», γερμανική έκδοση του 1828, που εκδόθηκε στα ελληνικά το 2010.
Είχε  προηγηθεί το 2008, «Τραγούδια για την Ελλάδα και τους Έλληνες» του γνωστού φιλέλληνα Γουλιέλμου Μίλλερ. Γεννηθείς το 1794 ο Μίλλερ, απεβίωσε 33 ετών, μη προλαβαίνοντας να έρθει στην Ελλάδα, αλλά έχοντας δημοσιεύσει περί τα 77 “griechenlieder”. Ο Οικονόμου, πιστεύοντας πως η αξία τους είναι κατά βάση ιστορική, τα μετέφρασε σε πεζό λόγο και για πρώτη φορά, στο σύνολό τους, όπως ισχυρίζεται, με πρόλογο επίσης του Μαζαράκη περί γερμανικού φιλελληνισμού. Το τρίτο μετάφρασμά του είναι και αυτό ένα ημερολόγιο, “Ημερολόγιο από το ταξίδι μου στην Ελλάδα, Τουρκία, Αίγυπτο και Συρία κατά τα έτη 1834-1835 του dr Jacob Roeser, Συμβούλου και προσωπικού ιατρού Γερμανών ηγεμόνων», το 2015. Ως γιατρός είναι περισσότερο γνωστός ο αδελφός του, καθόσον προσωπικός θεράπων του Όθωνα.
Σχόλια για το δεύτερο βιβλίο δημοσίευσε ο Δημητρόπουλος. Αφού παρουσιάζει τους φιλέλληνες, που βρήκαν “στέγη στον Αγώνα των Ελλήνων”, και το τάγμα που συγκρότησαν τον Μάιο του 1822, εξιστορεί τον βίο και την πολιτεία του Έλστερ, υπογραμμίζοντας  την αξία του Ημερολογίου του. Το ενδιαφέρον είναι η κατάληξη της κριτικής του: “Όπως σημειώνει ο μεταφραστής του βιβλίου Χρ. Οικονόμου, το κείμενο, λόγω γλώσσας και τυπογραφικών στοιχείων, παρουσίαζε δυσκολίες ανάγνωσης ακόμη και για τον ειδικό που θα το αναζητούσε σε κάποια βιβλιοθήκη. Ίσως αυτός ήταν και ο κύριος λόγος για τον οποίο είχε παραμεληθεί από την ελληνική ιστοριογραφία.”
Εικάζουμε πως, κάπως έτσι προέκυψε η ιδέα της μετάφρασης του παρόντος ντοκουμέντου, χρονικά συνομήλικου και γλωσσικά το ίδιο δυσπρόσιτου. Όσο για την άποψη του Οικονόμου σχετικά με την έκδοση, με βάση τα τρία βιβλία που κατήρτισε, είναι μάλλον προφανής. Να αναδείξει την ιστορική του αξία. Μία παρόμοια έκδοση εξακολουθεί να είναι απαραίτητη, καθώς το ντοκουμέντο, έτσι όπως χωνεύεται στο βιβλίο του Παναγιωτόπουλου, απολύει, ακριβώς αυτό, την ιστορική του αξία. Ύστερα, ο ίδιος ο Παναγιωτόπουλος μιλάει ανοιχτά για “φωτογραφική αποτύπωση της έρευνας αυτή τη στιγμή, η οποία αναπόφευκτα θα ανατραπεί”. Ενώ, η ιστορική αξία του ντοκουμέντου παραμένει δεδομένη. Ο Παναγιωτόπουλος καλεί τους νεότερους ερευνητές να εντρυφήσουν περαιτέρω. Αυτός, έτσι κι αλλιώς, έκανε το μεράκι του.

Μ. Θεοδοσοπούλου