Καταραμένη Γκορίτσια

ΕΝΑΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΝΟΗΜΑ, ΠΟΥ ΑΦΗΣΕ ΠΙΣΩ ΤΟΥ 16 ΕΚΑΤ. ΝΕΚΡΟΥΣ

Καταραμένη Γκορίτσια

teleytaia

 

Την Παρασκευή, 30 Μάρτη, το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο παρουσίασε ένα θέαμα με ακορντεόν, τραγούδι, μονολόγους και ανάγνωση κειμένων με θέμα τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τους Αλεσάντρο Αντεριόνι, αφηγητή, τη Ραφαέλα Μπενέτι, τραγούδι, και τον Τόμας Σινιγκάλια στο ακορντεόν.

 

Εκατό χρόνια από τη Μεγάλη Σφαγή

 

Τη φετινή χρονιά κλείνουν ακριβώς 100 χρόνια από το Μεγάλο Πόλεμο, έτσι έμεινε στην ευρωπαϊκή ιστορία. Θα έπρεπε όμως να ονομάζεται Μεγάλη Σφαγή. Είναι ανυπολόγιστος ο αριθμός των νεκρών και των αναπήρων που άφησε πίσω του αυτός ο πόλεμος σε όλη την Ευρώπη. Κατά προσέγγιση υπολογίζονται πάνω από 16 εκατομμύρια νεκροί και πάνω από 20 εκατομμύρια τραυματίες και ακρωτηριασμένοι, στρατιωτικοί και άμαχοι. Δεν υπολογίζονται οι μετατραυματικές ψυχικές διαταραχές γνωστές ως Schell Shock, με κρίσεις πανικού, αμνησία, αλαλία, πονοκεφάλους, τρεμούλα, διαταραχές που για κάποιους υπήρξαν μόνιμες.

Ένας πόλεμος χωρίς νόημα, όπου η άρχουσα τάξη και η ηγεσία του στρατού εξάντλησαν τη σκληρότητα και την απανθρωπιά τους πάνω στους φτωχούς προλετάριους των χωρών τους, που δεν κατανοούσαν γιατί έπρεπε να πολεμήσουν. Στην πλειονότητά τους οι στρατιώτες ήταν εργάτες και αγρότες.

 

Σιωπή για τα θύματα, έπαινοι για τους σφαγείς

 

Στην Ιταλία, πολλοί δρόμοι έχουν το όνομα στρατηγών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως του Λουίτζι Καντόρνα και του Αρμάντο Ντίατς, αλλά και του Πιέτρο Μπαντόλιο, του στρατηγού που κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο προσπάθησε να απαγκιστρώσει την Ιταλία από τον Άξονα. Όλοι αυτοί απολαμβάνουν τιμές και δόξες ακόμη και μετά θάνατον, ενώ πρωτοστάτησαν στη σφαγή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο στρατηγός Καντόρνα, γόνος στρατιωτικής οικογένειας, ο κατ’ εξοχήν χασάπης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αυτός που διέτασσε αναίτιους τουφεκισμούς στρατιωτών, συχνά χωρίς δίκη, έχει αφιερωμένη στο πρόσωπό του την κεντρικότατη Πλατεία Καντόρνα, στο Μιλάνο, αντί αυτός και οι όμοιοί του να δικαστούν ως εγκληματίες πολέμου. Τα ονόματα των φτωχών παιδιών που τουφέκισε χωρίς λόγο παραμένουν ως επί το πλείστον άγνωστα, έχει διαγραφεί και η ύπαρξή τους, σαν να μην πέρασαν ποτέ από αυτή τη γη.

Για πολλά χρόνια δεν θυμόταν κανείς τα θύματα της δολοφονικής μανίας των στρατηγών, γιατί ελάχιστοι τολμούσαν να γράψουν γι’ αυτά μέχρι τη δεκαετία του ’60, όταν άρχισαν να βγαίνουν οι πρώτες ουσιαστικές μαρτυρίες, τα πρώτα βιβλία. Μαρτυρίες ανατριχιαστικές, για τη ζωή των στρατιωτών στο μέτωπο και για την απανθρωπιά των ανωτέρων.

Στα χαρακώματα, μέσα τις λάσπες και το αίμα, έμεναν οι στρατιώτες για εβδομάδες, χωρίς ξεκούραση, για μέρες πεινασμένοι και χωρίς νερό, χωρίς να μπορούν να πλυθούν ούτε να αλλάξουν ρούχα, οι ζωντανοί μαζί με τους πεθαμένους, με το σώμα τους γεμάτο παράσιτα και με τους ποντικούς να τριγυρίζουν ανάμεσά τους και να περπατάνε πάνω τους.

Όταν ερχόταν η στιγμή της επίθεσης, οι αξιωματικοί τούς έστελναν ως πρόβατα επί σφαγήν, συχνά σε ανοιχτό πεδίο, ενώ τα πυρά της απέναντι πλευράς τους θέριζαν ασταμάτητα. Αν τολμούσαν να αρνηθούν, ή απλά να αργοπορήσουν, οι καραμπινιέροι τους εκτελούσαν επί τόπου. Μάλιστα, ο στρατηγός Καντόρνα επινόησε τη θανάτωση στρατιωτών με κλήρο, ακόμη και αυτών που είχαν μετάλλιο για τον ηρωισμό τους, όταν θεωρούσε ότι υπήρχε ανυπακοή στο στράτευμα.

 

«Κάνω ό,τι θέλω»

 

Το όνομα ενός από τους αδικοχαμένους φαντάρους έμεινε στην ιστορία. Ήταν ο στρατιώτης πυροβολικού Αλεσάντρο Ρουφίνι, ο οποίος, στις 3.11.1917, επιστρέφοντας από το μέτωπο μαζί με το τάγμα του, πέρασε από τη Νοβέντα της Πάντοβα και παρέλασε μπροστά από τον στρατηγό Γκρατσιάνι, τολμώντας να τον χαιρετίσει με την πίπα στο στόμα. Ο στρατηγός, έξω φρενών, τον σταματά και τον χτυπά με το μπαστούνι του. Πολλοί πολίτες παρόντες στη σκηνή διαμαρτύρονται και κάποιος του λέει ότι δεν πρέπει να φέρεται έτσι στους στρατιώτες. Εξοργισμένος ο στρατηγός απαντά: «Τους στρατιώτες τους κάνω ό, τι θέλω» και, για να το αποδείξει, στήνει τον στρατιώτη σε έναν τοίχο και τον τουφεκίζει, μέσα στις κραυγές και στα κλάματα των παρόντων.

Έτσι πέθανε ο 23χρονος Αλεσάντρο Ρουφίνι, και κανείς δεν τιμωρήθηκε για το θάνατό του. Ενώ οι προλετάριοι πέθαιναν σαν τις μύγες στα πεδία των μαχών, για μια σπιθαμή γης, οι καλοντυμένοι και παρφουμαρισμένοι ανώτεροι αξιωματικοί, πρίγκιπες και άλλοι εκπρόσωποι της ιθύνουσας τάξης, περνούσαν τις μέρες τους στα καφέ και στα πολυτελή εστιατόρια, συζητώντας αμέριμνα και φλερτάροντας τις κομψές κυρίες της τάξης τους.

Πολλοί νέοι, για να ξεφύγουν από τον πόλεμο, αλείφουν τα μάτια τους με κοπριά, για να μολυνθούν και να μην στρατολογηθούν. Άλλοι μένουν έξω στο κρύο για να πάθουν πνευμονία και να μην βρεθούν στο μέτωπο και κάποιοι άλλοι κρύβονται σε στάβλους και αχυρώνες για να μην τους βρει η στρατονομία. Στο μέτωπο, κάποιοι άλλοι πυροβολούν το πόδι τους, ή κόβουν δάχτυλα των χεριών τους για να πάνε στο νοσοκομείο, ελπίζοντας ότι θα αποστρατευθούν. Άπειρες ιστορίες υπάρχουν για παρόμοια περιστατικά.

Πολλές οι πολύνεκρες μάχες. Μια από αυτές ήταν η μάχη της Γκορίτσια (περιφέρεια Φρίουλι- Βενέτσια- Τζούλια) της 9ης -10ης Αυγούστου 1916, από τις πιο αιματηρές μάχες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με νεκρούς  1.759 αξιωματικούς και 50.000 στρατιώτες από την ιταλική πλευρά και 862 αξιωματικούς και 40.000 στρατιώτες από την αυστριακή πλευρά.

Την καλύτερη μαρτυρία για τη μάχη της Γκορίτσια αλλά και για όλη τη φρίκη και τον παραλογισμό του πολέμου, τη δίνει το τραγούδι «Γκορίτσια, να’ σαι καταραμένη», που ήταν απαγορευμένο και οι φαντάροι το τραγουδούσαν κρυφά: «Καταραμένη νασαι, Γκορίτσια, Για κάθε καρδιά συνειδητή/ Οδυνηρή ήταν η αναχώρηση, και για πολλούς δεν είχε επιστροφή./ Ονομάζετε πεδίο τιμής/ Αυτή τη γη απ’ τα σύνορα πέρα/ Εδώ πεθαίνουμε με την κραυγή: Δολοφόνοι!/ Καταραμένοι θα είστε μια μέρα.»

Εκατό χρόνια μετά, οι πληγές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν έχουν επουλωθεί, ακριβώς γιατί οι «καταραμένοι» εξακολουθούν να θεωρούνται ήρωες και να υπάρχει το όνομά τους σε δρόμους και πλατείες, ενώ οι προλετάριοι που έχουν δολοφονήσει, δεν βρήκαν ποτέ δικαίωση.

 

Τόνια Τσίτσοβιτς