Καταστολή και οπισθοδρόμηση στην Παιδεία

Αναμένοντας να αποσαφηνιστούν οι θέσεις της κυβέρνησης της ΝΔ στην Παιδεία στις προγραμματικές εξαγγελίες του σαββατοκύριακου, τα πρώτα δείγματα γραφής στον τομέα μόνο ενθαρρυντικά δεν μπορούν να θεωρηθούν. Η μεταφορά του τομέα της έρευνας στο υπουργείο Ανάπτυξης, η κατάργηση του ασύλου, η απουσία δέσμευσης για μόνιμους διορισμούς εκπαιδευτικών, οι δηλώσεις περί επαναφοράς αρκετών κακώς κειμένων από την εποχή της υπουργού Διαμαντοπούλου, δείχνουν το κατασταλτικό και νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα των πολιτικών που προτίθεται να ακολουθήσει η νέα ηγεσία του υπουργείου.

Υπονόμευση της έρευνας

Το πρώτο πολιτικό μέτρο που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, είναι η αποπομπή της έρευνας από το υπουργείο Παιδείας. Σε ανακοίνωσή της, η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών τονίζει την αντίθεσή της στην απόφαση, όπως και τους κινδύνους που κρύβει τόσο για τον ίδιο τον τομέα, όσο και για την οικονομία.
Με την απόφαση αυτή υποβαθμίζεται η ποιότητα και η ανεξαρτησία της έρευνας, καθώς θα είναι προσανατολισμένη και ευάλωτη στις επιταγές της εκάστοτε επιχείρησης. «Πρόκειται για εργαλειοποίηση της έρευνας, δηλαδή από την αρχή θέλουν να είναι προσανατολισμένη προς τα κάπου. Υπάρχει το ιδεολόγημα που λέει ότι η έρευνα πρέπει να γίνεται για την καινοτομία και την ανάπτυξη, αλλά δεν συνοδεύεται από τη δέσμευση ότι οι εταιρείες θα πρέπει να βάζουν και χρήματα για να αξιοποιήσουν την καινοτομία. Υπάρχει έτσι ο κίνδυνος να έχεις καινοτόμα πράγματα και οι εταιρείες να θέλουν να τις ενισχύσει το κράτος για να μπορέσουν να τις αξιοποιήσουν. Δεύτερον, όταν γίνονται τέτοιες μεταφορές, τα πρώτα θύματα είναι οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, που είτε αγνοούνται, είτε εργαλειοποιούνται και αυτές. Το να έχεις π.χ. μεγάλη χρηματοδότηση για την ηθική των επιχειρήσεων και την ψυχολογία στο στρατό, ενέχει ένα στοιχείο προσανατολισμένης και εργαλειοποιημένης έρευνας. Συνήθως όμως αυτό που γίνεται, είναι ότι πέφτει κατακόρυφα η χρηματοδότηση αυτών των επιστημών, που εμείς την είχαμε αυξήσει κατά πολύ, από το ’74 δεν είχαν ξαναδεί τέτοια χρηματοδότηση», σημειώνει ο Κώστας Γαβρόγλου, απερχόμενος υπουργός Παιδείας. Υπογραμμίζει δε την υποκριτική στάση της ΝΔ, που όσο ήταν αντιπολίτευση κατηγορούσε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ότι προχωρούσε σε πράγματα χωρίς αξιολόγηση, ενώ τώρα η ίδια φέρνει μια τόσο μεγάλη αλλαγή, χωρίς καμία διαβούλευση, αξιολόγηση και προετοιμασία.
Ενάντια στη μεταφορά βρίσκονται και οι πανεπιστημιακοί, καθώς κρίνεται ότι ο λόγος πίσω από αυτή την απόφαση δεν είναι άλλος από τη σταδιακή υπονόμευση του δημόσιου πανεπιστημίου, ώστε να στρωθεί ο δρόμος για την ίδρυση των ιδιωτικών, σύμφωνα με την Λίλιαν Αντωνίου, επίκουρη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Δυτ. Αττικής και μέλος της εξελεγκτικής γραμματείας της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Διδακτικού & Ερευνητικού Προσωπικού (ΠΟΣΔΕΠ). «Μετά από κοινό αίτημα των πανεπιστημιακών και των ερευνητών, πετύχαμε το 2009 τη συνύπαρξη των δύο τομέων. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν μια σειρά από χρηματοδοτούμενα προγράμματα έρευνας, που δεν γνωρίζουμε τι θα απογίνουν, και αποτελούν στήριγμα και αναβάθμιση του δημοσίου πανεπιστημίου. Ουσιαστικά μιλάμε για την αποδόμηση της δημόσιας τριτοβάθμιας παιδείας, με στόχο τη δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων».
Αντίστοιχα, διαφωνία έχουν εκφράσει και πλήθος των φοιτητικών παρατάξεων, αφού «η κυβέρνηση της ΝΔ προσπαθεί να μειώσει την κρατική χρηματοδότηση στην έρευνα και εν γένει στην εκπαίδευση, που ούτως ή άλλως είναι μικρή, και να βγάλουν κέρδος οι επιχειρήσεις σε βάρος των φοιτητών που θα δουλεύουν δωρεάν για αυτές, μετατρέποντας τη γνώση σε εμπόρευμα», σύμφωνα με τον Αντώνη Αντωνιάδη, φοιτητή της ΑΣΟΕΕ και μέλος της Αριστερής Ενότητας.

Καταστολή των κοινωνικών αγώνων

Την έντονη αντίδραση του ακαδημαϊκού κόσμου, και όχι μόνο, έχει προκαλέσει και το δεύτερο δείγμα γραφής του υπουργείου Παιδείας, όσον αφορά την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, που αναμένεται να έρθει προς ψήφιση την ερχόμενη Τρίτη. Το μέτρο, μάλιστα, συνοδεύτηκε και με δήλωση της υπουργού Παιδείας, Νίκης Κεραμέως, πως η αστυνομία θα μπορεί να μπαίνει στα πανεπιστήμια με ένα απλό τηλεφώνημα οποιουδήποτε πολίτη, θυμίζοντας τις πιο σκοτεινές εποχές της χώρας.
«Είναι φανερό ότι η ΝΔ δεν έχει καταλάβει τι σημαίνει πανεπιστημιακό άσυλο. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μελέτη του Πανεπιστημίου της Μακεδονίας που έχει δημοσιευθεί, καταγράφεται ότι όταν ήταν σε ισχύ ο νόμος 4009, που καταργούσε το άσυλο, υπήρχαν περισσότερα φαινόμενα ανομίας σε σχέση με σήμερα. Σημειώνεται ότι προβλήματα εντοπίζονται σήμερα σε 2-3 από τα 23 πανεπιστήμια της χώρας, στο προαύλιο χώρο της ΑΣΟΕΕ, στο Πολυτεχνείο και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, και το σημαντικότερο, ότι ο νόμος δίνει τη δυνατότητα στην αστυνομία να παρεμβαίνει αυτεπάγγελτα σε περιπτώσεις κακουργηματικού χαρακτήρα. Οπότε η κατάργηση του ασύλου που προωθείται, είναι περισσότερο ζήτημα εντυπωσιασμού και έχει ως πραγματικό στόχο να εμποδίσει μελλοντικούς αγώνες των φοιτητών και των εργαζομένων του πανεπιστημίου», εξηγεί ο καθηγητής Αλέξανδρος Λυκουργιώτης, συντονιστής πανεπιστημιακών ΣΥΡΙΖΑ, ΑΕΙ – ερευνητικών κέντρων.
Την ίδια σκοπιμότητα διακρίνουν και οι φοιτητικοί σύλλογοι, που καλούν την ίδια μέρα ψήφισης του νομοσχεδίου σε πορεία για την ανατροπή του. «Το άσυλο δεν έχει καμία σχέση με το ζήτημα της ασφάλειας και η πραγματική παραβατικότητα υπάρχει έξω από τα πανεπιστήμια. Η υπουργός δήλωσε ότι με ένα απλό τηλεφώνημα από τον οποιοδήποτε, η αστυνομία θα παρεμβαίνει στα πανεπιστήμια. Αυτή είναι η ζοφερή εικόνα του μέλλοντος που θέλουν. Το άσυλο είναι άσυλο ιδεών, των κοινωνικών αγώνων και διεκδίκησης που δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να καταργηθεί», τονίζει ο Ευθύμης Λαμπαδάς, φοιτητής στο Γεωπονικό, γραμματέας Σπουδάζουσας ΣΥΡΙΖΑ και μέλος του Μπλόκο.
Αντίστοιχα τοποθετούνται σε ανακοίνωσή τους και τα ΕΑΑΚ. Ενώ ο Αντώνης Αντωνιάδης από την ΑΡΕΝ υπογραμμίζει πως «πρόκειται για συνέχεια μιας επίθεσης που για εμάς είχε ξεκινήσει ήδη από τον ΣΥΡΙΖΑ, με το νόμο για τα μεταπτυχιακά π.χ., που τώρα σαφώς θα ενταθεί από τη ΝΔ. Δεν είναι τυχαίο ότι προσπαθούν να το περάσουν με κλειστές τις σχολές, για να μην μπορούν να αντιδράσουν οι φοιτητές. Το άσυλο είναι σημαντικό, πέραν από της ιστορικότητάς του με τους αντιδικτατορικούς αγώνες, γιατί συμβάλλει στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και στον κοινωνικο-πολιτικό χαρακτήρα των πανεπιστημίων. Στόχος τους είναι να μην υπάρχει ο ελεύθερος χώρος για τους φοιτητές να συζητάνε και να αποφασίζουν για τους κοινωνικούς αγώνες, που θα δημιουργηθούν απέναντι στα αντιλαϊκά τους μέτρα».

Απονεύρωση των πανεπιστημίων χάριν των κολλεγίων

Έντονη ανησυχία προκαλείται επίσης και από τις προθέσεις του υπουργείου όσον αφορά στη χρηματοδότηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η υπουργός δήλωσε στην «Καθημερινή» πως η κρατική χρηματοδότηση προς τα ανώτατα ιδρύματα θα βασίζεται σε «αντικειμενικά κριτήρια και δείκτες», όπως και «στα αποτελέσματα της αξιολόγησης».
Τι σημαίνει αυτό, εξηγεί ο Αλέξανδρος Λυκουργιώτης: «Η ΝΔ θεωρεί ότι η χρηματοδότηση πρέπει να συνδέεται με την αξιολόγηση, δεν συζητά όμως για το τι είδους αξιολόγηση μιλούν, προς όφελος ποιου γίνεται, από ποιον και για ποιο σκοπό. Αυτή η αντίληψη είναι μακριά από αυτή της εκπαίδευσης, σε μία χώρα που ακόμα το σύνολο της χρηματοδότησης για την παιδεία είναι πολύ χαμηλό, στο 2,9% του ΑΕΠ. Μία τέτοια σύνδεση θα δημιουργούσε πολλά προβλήματα στα πανεπιστήμια, ειδικά σε τομείς που δεν υπάρχει η αγοραία αντίληψη της επιστήμης και της έρευνας».
Ενώ όπως επισημαίνεται και από τον φοιτητή Ευθύμη Λαμπαδά, «η ΝΔ φαίνεται πως θέλει να αντιστρέψει ό,τι θετικό έγινε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, να διαγράψει φοιτητές, όπως γινόταν επί Σαμαρά, να ιδιωτικοποιήσει ό,τι μπορεί μέσα στα πανεπιστήμια, όπως φοιτητικές εστίες, καθαριότητα κτλ, και να ανοίξει το δρόμο στα ιδιωτικά».
Το σχέδιο προώθησης των ιδιωτικών κολλεγίων, άλλωστε, δεν κρύβεται ούτε από την ίδια την υπουργό, αφού σε δηλώσεις της έχει κάνει λόγο για αναγνώριση ίσων επαγγελματικών και ακαδημαϊκών δικαιωμάτων των κολλεγίων με τα πανεπιστήμια. «Τα κολλέγια λειτουργούν σε ένα άγνωστο καθεστώς, αδιαβάθμητο και ανεξέλεγκτο. Αν η κ. Κεραμέως επιθυμεί να δώσει δικαιώματα και ισοτιμίες στα κολλέγια αυτά, θα πρέπει να περάσουν όλα από την ΑΔΙΠ, που η ΝΔ είχε δημιουργήσει, να αξιολογηθούν οι καθηγητές, τα κτίρια, το πρόγραμμα σπουδών, τα συγγράμματά τους και όλα τα άλλα, όπως ακριβώς συμβαίνει στα δημόσια πανεπιστήμια. Τότε θα βλέπαμε πόσα κολλέγια θα μπορούσαν να περάσουν την αξιολόγηση», τονίζει η Λίλιαν Αντωνίου.
Ταυτόχρονα, η υπουργός έχει δηλώσει την πρόθεσή της να «απελευθερώσει» τα μεταπτυχιακά προγράμματα, εννοώντας την ελεύθερη επιβολή διδάκτρων που θα αποκλείουν την ισότιμη δυνατότητα φοίτησης σε αυτά.
Το μόνο που φαίνεται ότι προς το παρόν δεν έχει πέσει στη μήνη της νέας ηγεσίας είναι η νέα αρχιτεκτονική στα πανεπιστήμια, μετά τις συνέργειες των ΤΕΙ.
«Η ουσία της αρχιτεκτονικής που εισάγαμε, δηλαδή οι συνέργειες ΑΕΙ και πρώην ΤΕΙ και τα νέα τμήματα, οι διετείς σπουδές μετά το επαγγελματικό λύκειο, τα πανεπιστημιακά ερευνητικά κέντρα, είναι πολύ δύσκολο να ανατραπεί. Έχουν πάρει ένα πολύ στέρεο σύστημα και δεν τολμούν, παρά τις προηγούμενες εξαγγελίες, να το διαλύσουν. Προφανώς χρειάζεται ενίσχυση, καθώς τώρα μόλις δημιουργήθηκε, και μακάρι να την υλοποιήσουν», σημειώνει σχετικά ο Κώστας Γαβρόγλου.

Τι δεν ξηλώνεται (ακόμα)

Ομοίως φαίνεται ότι η δεξιά κυβέρνηση θα αναγκασθεί, κάτω από το κοινωνικό βάρος, να συνεχίσει και την πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ σε ό,τι αφορά τη δίχρονη υποχρεωτική προσχολική εκπαίδευση.
Σημειώνεται ότι η δίχρονη υποχρεωτική εφαρμόζεται σε όλους τους δήμους, με εξαίρεση περίπου 40. «Σε αυτούς τους δήμους είχαν δοθεί τα απαραίτητα χρήματα από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και έτοιμες αίθουσες για να τοποθετηθούν στους προαύλιους χώρους των σχολείων, αλλά ολιγώρησαν και δεν προχώρησαν στην υλοποίηση του νόμου. Η κ. Κεραμέως στη συνάντησή μας, είπε πως δεν θα αφήσει παιδιά εκτός νηπιαγωγείου. Δεν ξεκαθάρισε όμως με ποιο τρόπο. Πιθανά να δώσει voucher για να πάνε σε αυτές τις περιοχές σε παιδικούς σταθμούς και οι ηλικίες 4-6, ή θα βγάλει απλώς αναστολή του νόμου για εκεί, με αποτέλεσμα τα παιδιά να μείνουν στο σπίτι, που θα είναι ό,τι χειρότερο. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να δώσουμε τη μάχη και να βρεθεί λύση για να ισχύσει η υποχρεωτική προσχολική εκπαίδευση παντού», σημειώνει ο Ζήσης Καπρανάς, γενικός γραμματέας του ΔΣ της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας (ΔΟΕ).
Επίσης, τουλάχιστον για το 2020, το υπουργείο δεν πρόκειται να αλλάξει το νέο σύστημα της Γ’ Λυκείου και εισαγωγής στην τριτοβάθμια. «Ξέρουν ότι δεν υπάρχει Γ’ Λυκείου και ότι το νέο σύστημα είναι η μόνη λύση για να υπάρξει, όπως γίνεται και σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Με αυτό το σύστημα καταφέραμε να ενισχύσουμε το δημόσιο σχολείο και να απελευθερωθεί από την παραπαιδεία. Προς το παρόν το μόνο που έχει ειπωθεί, είναι η μείωση της ύλης, όμως με αυτό τον τρόπο θα δυσκολέψουν τα ερωτήματα των εξετάσεων και θα πρέπει να υπάρξει προσοχή σε αυτό», εξηγεί ο Κώστας Γαβρόγλου.

Σιωπή για τους διορισμούς

Από εκεί και πέρα, όλες οι υπόλοιπες δηλώσεις του υπουργείου όσον αφορά την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, και πάλι κρίνονται ως προβληματικές.
Πρωταρχικό πρόβλημα είναι η απουσία δέσμευσης για μόνιμους διορισμούς εκπαιδευτικών, που είναι απαραίτητοι για την εύρυθμη λειτουργία των σχολείων. Πέραν της υλοποίησης των 4.500 διορισμών για την ειδική αγωγή, όπως είχαν προγραμματιστεί από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, η νέα κυβέρνηση δεν τοποθετείται ότι θα προχωρήσει και στους αντίστοιχους 10.500 για την τυπική εκπαίδευση, λέγοντας μάλιστα πως δεν έχουν εξασφαλιστεί τα χρήματα από την απερχόμενη κυβέρνηση.

«Λένε ψευδώς πως δεν υπάρχει πρόβλεψη για αυτές τις προσλήψεις. Έχουμε βγάλει πράξη υπουργικού συμβουλίου για την πρόσληψη 10.500, δέσμευση δηλαδή ότι στον προϋπολογισμό του 2020 θα δοθούν τα χρήματα γι αυτό το λόγο. Δεν μπορούσε να προβλεφθεί η χρηματοδότησή τους στο προϋπολογισμό του 2019 προφανώς αφού πρόκειται για το 2020, τεχνικά δεν γινόταν. Αν δεν τους υλοποιήσει θα οδηγηθούμε σε μια εξαιρετικά σοβαρή κρίση γιατί το σύστημα αρχίζει και βασίζεται υπερβολικά στους αναπληρωτές, ανεξάρτητα που οι άνθρωποι κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους. Πρόκειται για το 22% του εκπαιδευτικού προσωπικού, όταν στην Ευρώπη είναι στο 5%», απαντά ο πρώην υπουργός Παιδείας.
Αντίστοιχα, τόσο η ΔΟΕ, όσο και η Ομοσπονδία Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΟΛΜΕ), όπως δηλώνει στην «Εποχή» ο αντιπρόεδρός της Θοδωρής Μαλαγάρης, υπογραμμίζουν την επιτακτική ανάγκη υλοποίησης των διορισμών, καθώς «υπάρχουν σημαντικά κενά και δεν μπορεί άλλο να στηρίζεται το σύστημα σε αναπληρωτές καθηγητές, που αναπληρώνουν τον εαυτό τους».

Αποδυναμωμένα σχολεία και για λίγους

Παρά τον κίνδυνο κατάρρευσης του δημόσιου σχολείου σε λίγα χρόνια, αν δεν ενισχυθεί το διδακτικό προσωπικό, το μόνο μέλημα της νέας ηγεσίας φαίνεται να είναι η δημιουργία πρότυπων σχολείων, στα οποία τα παιδιά θα μπαίνουν κατόπιν εξετάσεων και όχι κλήρωσης, με μετατροπή ήδη υπάρχοντων μονάδων σε σχολεία για λίγους, γεγονός που θα σημαίνει και την αύξηση του αριθμού των παιδιών ανά τμήμα στα υπόλοιπα σχολεία – δεύτερης ταχύτητας της κάθε περιοχής.
«Η εκπαιδευτική κοινότητα είναι αντίθετη στη δημιουργία σχολείων για λίγους. Πρόκειται για διάκριση μεταξύ παιδιών και δεν είναι μακριά από την επιβολή τροφείων σε αυτά τα “πρότυπα” δημόσια σχολεία», υπογραμμίζει ο Ζήσης Καπρανάς.
Τέλος, στις προθέσεις του υπουργείου, από τις μέχρι τώρα δηλώσεις, είναι και το ξήλωμα των υποστηρικτικών δομών και η οπισθοδρόμηση στο θεσμό των σχολικών συμβούλων. «Μας βρίσκει σκληρά αντίθετους η κατάργηση των υποστηρικτικών δομών. Οι σχολικοί σύμβουλοι έκλεισαν ένα κύκλο, γιατί είχαν σαν αντικείμενό τους αποκλειστικά τα μαθησιακά προβλήματα, ενώ κυρίως τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν είναι κοινωνικά. Με τις διεπιστημονικές δομές που ιδρύσαμε, συμμετέχουν και σχολικοί σύμβουλοι και ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί κτλ, όπου το κάθε σχολείο, ανάλογα με τα προβλήματα που έχει, στην αρχή της χρονιάς ζητάει την παρέμβασή τους και στο τέλος της χρονιάς γίνεται αποτίμηση από το σχολείο να κρίνει αν υπήρξε βελτίωση στα προβλήματα που είχε εντοπίσει στο προγραμματισμό του. Δεν γίνεται να εξαφανίσεις όλο αυτό το σύστημα και να επανέλθεις σε ένα πολύ μικρό σκέλος του μόνο από όσα μπορεί να προσφέρει, υπονομεύεις έτσι τη δημόσια παιδεία και αδιαφορείς για τα κοινωνικά προβλήματα του σχολείου», εξηγεί ο Κώστας Γαβρόγλου.
Σε κάθε περίπτωση, ο εκπαιδευτικός και φοιτητικός κόσμος βρίσκεται σε επιφυλακή και οι οποιεσδήποτε απόπειρες οπισθοδρόμησης και καταστολής της νέας ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας φαίνεται ότι θα συναντήσουν ισχυρές κοινωνικές αντιδράσεις.

Τζέλα Αλιπράντη

 

 

Ηχηρό «ναι» Πατρινών για την ίδρυση Νομικής στην Πάτρα

 

Θύελλα αντιδράσεων έχει προκαλέσει μία από τις πρώτες αποφάσεις της υπουργού παιδείας Ν. Κεραμέως σχετικά με την ανάκληση της ίδρυσης της Νομικής σχολής στο Πανεπιστήμιο Πατρών με το επιχείρημα πως η Ελλάδα, άρα και η Πάτρα, δεν χρειάζεται νέα Νομική. Την αντίθεσή τους με την απόφαση αυτή έχουν δηλώσει οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στην Αχαΐα, Σία Αναγνωστοπούλου και Κώστας Μάρκου, η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, η Πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών, Β. Κυριαζοπούλου, καθώς και ο Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών και άλλοι φορείς. Τιμωρία για το εκλογικό αποτέλεσμα στην Αχαΐα χαρακτήρισε ο Αλέξης Τσίπρας τη συγκεκριμένη απόφαση για την κατάργηση της ίδρυσης της Νομικής στην Πάτρα.

Αίτημα 20 χρόνων

Η ίδρυση τέταρτης Νομικής σχολής στην αχαϊκή πρωτεύουσα αποτελεί αίτημα 20 χρόνων. Ήδη από το 1998 είχαν συγκεντρωθεί υπογραφές 45.000 Αχαιών, οι οποίοι διεκδικούσαν το παραπάνω, ενώ μόλις το 2000 έγινε η πρώτη συζήτηση στην Σύγκλητο του Πανεπιστημίου Πατρών. Το 2017 επανήλθε το αίτημα της Πρυτανείας στον υπουργό Παιδείας Κ. Γαβρόγλου και ελήφθη απόφαση της Πρυτανείας κατά πλειοψηφία. Φορείς και πολίτες της Πάτρας συνεχίζουν να διεκδικούν να μην πραγματοποιηθεί η απόφαση της νέας υπουργού Παιδείας αναφορικά με την 4η Νομική σχολή. Συγκεκριμένα, την Πέμπτη 18 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε ευρεία σύσκεψη υπό την αιγίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών, στην οποία συμμετείχαν το Πανεπιστήμιο Πατρών, η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος, ο δήμος Πατρέων και άλλοι φορείς της πόλης (ΤΕΕ, Επιμελητήριο Αχαΐας, Ομοσπονδία επιχειρηματικών και εμπορικών συλλόγων Πελ/σου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίων νήσων, Εμπορικός Σύλλογος και Σύλλογος Συμβολαιογράφων), βουλευτές και εκπρόσωποι κομμάτων και πολιτών της Πάτρας. Στη σύσκεψη έγινε ξεκάθαρη η εναντίωση των Πατρινών στην απόφαση της Ν. Κεραμέως να μην ιδρυθεί η σχολή, χωρίς διαβούλευση με το Πανεπιστήμιο και τους τοπικούς φορείς. Οι μόνοι που φαίνονται να συμφωνούν με την απόφαση είναι οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας στην Αχαΐα, Ι. Φωτήλας και Χ. Αλεξοπούλου, οι οποίοι άλλωστε τάχθηκαν δημοσίως υπέρ της απόφασης της υπουργού Παιδείας.

Επίθεση στη δημόσια παιδεία

Η πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών δήλωσε πως «κάθε μεγάλο πανεπιστήμιο πρέπει να έχει Νομική Σχολή προς όφελος και συνεργασία όλων των γνωστικών του αντικειμένων, προς όφελος των φοιτητών και προς όφελος της κοινωνίας». Για αυταρχισμό και επίθεση της νέας κυβέρνησης στη δημόσια παιδεία και το αυτοδιοίκητο του πανεπιστημίου έκανε λόγο η βουλεύτρια του ΣΥΡΙΖΑ, Σία Αναγνωστοπούλου, καθώς η απόφασή της ελήφθη μονομερώς χωρίς τη συμμετοχή φορέων της πόλης. Ιδιαίτερα τόνισε πως το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν είναι ΙΕΚ, διότι δεν «παράγει» επαγγελματίες, αλλά επιστήμονες. «Αν ανακληθεί η δημιουργία της Νομικής θα κάνει να ξανατεθεί στο τραπέζι πολλά χρόνια» δήλωσε ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Κ. Μάρκου. Η θέση του περιφερειακού Συμβουλίου Δυτ. Ελλάδος (17/7/2019) είναι ξεκάθαρα υπέρ της ίδρυσης της Νομικής Σχολής και η Περιφέρεια εξέφρασε την βούλησή της να χρηματοδοτήσει τις υποδομές των νεοϊδρυθέντων τμημάτων.
Συνάντηση με την υπουργό Παιδείας θα ζητήσουν φορείς που συμμετείχαν στην ευρεία σύσκεψη του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών, ώστε να μην καταργηθεί η Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών. Η Νομική στην Πάτρα θα λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης, ενώ παράλληλα θα ωθήσει στην πιο ορθολογική κατανομή των φοιτητών στις Νομικές σχολές όλης της Ελλάδας.

Μαρία Γεωργακοπούλου