Καθρέφτες που ραγίζουν: αστυνομικές ιστορίες και ψυχογραφήματα

Άρνε Νταλ «Επτά μείον ένα» (μτφ. Γρηγόρης Κονδύλης, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)

 

Ζορζ Σιμενόν «Ο ένοικος» (μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ, εκδ. Άγρα, 2018)

 

 

Τρεβάνιαν «Η Λεωφόρος» (μτφ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, εκδ. Πόλις, 2018)

 

Η αστυνομική λογοτεχνία αρκετά συχνά παίζει με την ψυχολογία των χαρακτήρων της. Πολλές φορές η καταβύθιση στον ψυχολογικό κόσμο των ηρώων κινείται παράλληλα με την αστυνομική πλοκή, αλλά εξίσου συχνά η έμφαση στο ψυχογράφημα των ηρώων υπερκαλύπτει την αστυνομική έρευνα και γίνεται το κυρίαρχο στοιχείο του βιβλίου. Τρία τέτοια δείγματα αστυνομικής λογοτεχνίας που μετατοπίζουν το κέντρο βάρους στις ψυχολογικές διαδρομές των πρωταγωνιστών έχουμε εδώ, αν και κάποια από αυτά δίνουν εξίσου μεγάλη έμφαση και στον κοινωνικό περίγυρο μέσα στον οποίο εξελίσσεται η (όποια) αστυνομική πλοκή.

Μια βουτιά σε κόσμους ζοφερούς

Οι πιστοί αναγνώστες του Άρνε Νταλ θα βρεθούν αντιμέτωποι με ένα βιβλίο κάπως διαφορετικό από τα προηγούμενα του Σουηδού συγγραφέα. Το παραδέχεται άλλωστε και ο ίδιος: «Το βιβλίο αυτό είναι κάπως πιο… εσωτερικό», λέει σε συνέντευξή του στην Εφημερίδα των Συντακτών, προσθέτοντας: «ένιωθα πως ήταν καιρός να γίνω ακόμα πιο δηκτικός απέναντι στη σουηδική κοινωνία». Μάλιστα, σε άλλη συνέντευξή του στα Νέα λέει: «Ύστερα από 15 βιβλία νομίζω ότι φτάνει ως εδώ. Θέλω λιγότερη πολιτική και περισσότερη ψυχολογία», προσθέτοντας βέβαια πως «ο συγγραφέας αστυνομικών που σέβεται τον εαυτό του ποτέ δεν αποφεύγει την πολιτική».
Το Επτά μείον ένα παρακολουθεί την απεγνωσμένη προσπάθεια του επιθεωρητή Σαμ Μπέργερ να πείσει τους δύσπιστους ανωτέρους του ότι δεν έχουν να αντιμετωπίσουν έναν τυχαίο δολοφόνο αλλά έναν σίριαλ κίλερ. Η διερεύνηση κάποιων εγκλημάτων και η προσπάθεια του Μπέργερ να τα συνδέσει μεταξύ τους, καθώς και η σχέση του με τους και τις αστυνομικούς της υπόλοιπης ομάδας, βυθίζουν τον επιθεωρητή σε έναν ζοφερό κόσμο αλλά και στα εξίσου σκοτεινά σημάδια που κουβαλάει μέσα του από το παρελθόν του.
Ο Άρνε Νταλ είναι από τους συγγραφείς που διακρίνονται από το –σχεδόν μονότονα ομοιογενές– «κύμα» των Σκανδιναβών συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας, ξεχωρίζοντας για την τολμηρή πολιτική ματιά και το κοφτερό κοινωνικό σχόλιο αλλά και γράφοντας κατά κανόνα καλή λογοτεχνία. Έτσι, ακόμα κι όταν αποφασίζει να διαφοροποιηθεί από τον δρόμο τον οποίο έχει ο ίδιος χαράξει για τον εαυτό του και τον κάνει τόσο αγαπητό στο αναγνωστικό κοινό, γράφει πάντα βιβλία που αξίζει να διαβαστούν. Το Επτά μείον ένα είναι ένα τέτοιο, καθώς ο Νταλ έχει καταφέρει να γράψει ένα δυνατό «εσωτερικό, πυκνό, ψυχολογικό θρίλερ», όπως έλεγε και ο ίδιος πως ήταν η επιθυμία του, στη συνέντευξη τύπου που έδωσε πρόσφατα, όταν είχε έρθει στην Αθήνα.

Ταξίδι στο φόβο

Στον Ένοικο, ο δολοφόνος είναι γνωστός εξαρχής. Όταν ο Ελί Ναζεάρ σκοτώνει και ληστεύει έναν πλούσιο επιβάτη μέσα σε ένα τρένο και ο ελεγκτής θυμάται το χαρακτηριστικό κίτρινο παλτό που φοράει και δίνει την περιγραφή του, ο Ελί αναγκάζεται να καταφύγει στο Βέλγιο και να κρυφτεί στο σπίτι της ερωμένης του, Συλβί – συγκεκριμένα στον ξενώνα τον οποίο διευθύνει η μητέρα της. Εκεί, στον μικρόκοσμο της οικογένειας και των υπόλοιπων ενοίκων όπου «στην ουσία ο καθένας ζούσε τη δική του ζωή», ο Ελί πλασάρει το παραμύθι ότι είναι ένας «εξόριστος λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων» (δηλώνει πορτογαλικής καταγωγής, γεννημένος στην Ιστανμπούλ). Αυτός ο μικρόκοσμος του ξενώνα, όπου ζουν άνθρωποι διαφορετικής θέσης και καταγωγής, δίνει την ευκαιρία στον Σιμενόν να σκιαγραφήσει όλες τις –ολισθηρές, συνήθως– ψυχολογικές ατραπούς στις οποίες κινούνται οι πρωταγωνιστές, αλλά και τις συγκρούσεις μεταξύ τους, είτε αυτές έχουν αιτία προσωπική είτε αντανακλούν τις συγκρούσεις του ταραγμένου κόσμου εκείνης της εποχής.
Όσο ο κλοιός σφίγγει γύρω από τον Ελί και ταυτόχρονα η Συλβί πασχίζει όλο και πιο πιεστικά να τον κάνει να φύγει από το σπίτι της, ο φόβος είναι αυτό που αρχίζει να κυριαρχεί και να σκεπάζει τα πάντα – ο φόβος, η προδοσία, η απελπισία, ο πανικός, η αγωνία του κυνηγημένου. Καθώς σε αυτό το ζοφερό κλίμα οι προσωπικές σχέσεις μετασχηματίζονται σε παιχνίδια εξουσίας (είναι χαρακτηριστικό πώς μετά τον φόνο παίρνει τα ηνία η Συλβί) και ο Ελί νιώθει το τέλος να πλησιάζει, ο τρόμος σπάει και τους τελευταίους φραγμούς: «ήταν ένα ουρλιαχτό τρόμου, ένα από αυτά τα ουρλιαχτά όπου η ανθρώπινη φωνή γίνεται ίδια με θηρίου που βρίσκεται σε κίνδυνο».
Σε ένα ακόμη από τα «σκληρά» μυθιστορήματά του, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1934, ο Ζορζ Σιμενόν ακολουθεί τους βασικούς κανόνες της λογοτεχνίας του: κατά πόδας ιχνηλάτηση των ψυχολογικών δαιδάλων των χαρακτήρων του και ανατομική ματιά στην κοινωνική πραγματικότητα στην οποία τοποθετεί τα μυθιστορήματά του. Ως προς αυτό το τελευταίο, χωρίς καμία μεγαλόστομη περιγραφή, είναι χαρακτηριστική η θλιβερή και τρομακτική πομπή των καταδικασμένων σε καταναγκαστικά έργα που μετατρέπεται σε θέαμα: «της είπαν ότι νοίκιαζαν παράθυρα στη διαδρομή που θα ακολουθούσαν οι κατάδικοι και εκείνη νοίκιασε ένα. Όμως όταν την πληροφόρησαν ότι τα παντζούρια θα παρέμεναν κλειστά, πήγε και ζήτησε τα χρήματά της πίσω».

Αναχρονισμός σε έναν κόσμο όλο και πιο άγριο

Σε άρθρο που υπάρχει στο εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης της Λεωφόρου, εντοπίζονται οι αναλογίες ανάμεσα στην αστυνομική λογοτεχνία του Ζορζ Σιμενόν και του Τρεβάνιαν: «ο καμβάς είναι απλός», πλοκή που «χρησιμοποιείται ως ο αναγκαίος μοχλός για μια ιστορία με διαφορετικούς στόχους», «μελέτη της γειτονιάς [που] προσεγγίζει τη ματιά του κοινωνιολόγου, κυρίως μέσω των λεπτομερών περιγραφών αυτού του ετερόκλητου πλήθους, των ηθών και των εθίμων του», καθώς και χειρουργική ανατομή στην ψυχολογία των χαρακτήρων.
Τρεβάνιαν είναι ένα από τα λογοτεχνικά ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε ο Ρόντνεϊ Ουίλιαμ Ουιτάκερ (Νέα Υόρκη 1931 – Αγγλία 2005), συγγραφέας που ασχολήθηκε με πολλά είδη και κράτησε επίμονα την πραγματική του ταυτότητα κρυφή για πολλά χρόνια, μέχρι το 1998. Υπήρξε καθηγητής στο πανεπιστήμιο, ενώ τα βιβλία του έχουν πουλήσει πολλά εκατομμύρια αντίτυπα.
Στις σελίδες της Λεωφόρου συμβαίνει στην πραγματικότητα μόλις ένας φόνος στην εξέλιξη της πλοκής (γύρω στην 90η σελίδα του βιβλίου), και μάλιστα ένας φόνος «ήσσονος σημασίας» – σε ένα σκοτεινό και βρόμικο σοκάκι μαχαιρώνεται ένας κομψευόμενος Ιταλός μετανάστης για τον οποίο στην ουσία ουδείς ενδιαφέρεται.
Γίνεται πολύ σύντομα φανερό ότι το βάρος του βιβλίου ελάχιστα πέφτει στην αστυνομική έρευνα, η οποία είναι σχεδόν προσχηματική για την περιπλάνηση του επιθεωρητή Λαπουάντ στον άγριο και βρόμικο κόσμο της Λεωφόρου. Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται κυρίως για τους χαρακτήρες του και για τον κοινωνικό περίγυρο στον οποίο κινούνται. Οι καταπληκτικές πρώτες (και αντίστοιχα οι τελευταίες) σελίδες του μυθιστορήματος αποτελούν μια κινηματογραφική βουτιά στην πολύχρωμη και σκοτεινή περιοχή της Λεωφόρου, στο Μόντρεαλ: «η λέξη Λεωφόρος αναφέρεται σ’ έναν δρόμο και ταυτόχρονα σε μια ολόκληρη περιοχή» – «έναν δρόμο εξαθλιωμένο και θορυβώδη, με μικρομάγαζα και χαμηλά ενοίκια, [που] ήταν φυσικό να αποτελέσει την πρώτη στάση για τα κύματα των μεταναστών που εισέρρεαν στον Καναδά». Σε αυτά τα στενά και βρόμικα σοκάκια τριγυρίζει εδώ και τριάντα δύο χρόνια ο υπαστυνόμος Λαπουάντ, ελέγχοντας τα λουκέτα και βάζοντας τη γειτονιά για ύπνο, μιλώντας με μαγαζάτορες και πόρνες, τρώγοντας σε άθλια εστιατόρια και πίνοντας «τον τούρκικο καφέ με το παχύ κατακάθι που οι Έλληνες θεωρούν ελληνικό», παίζοντας πινάκλ με παπάδες και ναυάγια, πίνοντας αρμανιάκ και δοκιμάζοντας ούζο.
Ο μοναχικός και θλιμμένος Λαπουάντ, όμως, είναι ένας αναχρονισμός – «δεν φαίνεστε ικανός ν’ αλλάξετε και να προσαρμοστείτε στην εποχή μας», του λέει ο προϊστάμενός του, όταν του ανακοινώνει ότι «με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, φεύγετε. Σας ζητώ να παραιτηθείτε χωρίς φασαρίες». Ένας αναχρονισμός που με τρόπο οδυνηρό συνειδητοποιεί, μεταξύ παραίτησης και οργής, ότι δεν χωράει πια σε μια πόλη, στη δική του πόλη, που εκσυγχρονίζεται αυτοκαταστρεφόμενη.

Κώστας Αθανασίου