Κινηματογράφος

«ΦΥΓΑΔΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΕΝΤΡΙΞ»
Η αποδόμηση τής Πράσινης Γραμμής

Του Στράτου Κερσανίδη

Το 1974, όταν έγινε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, η Λευκωσία χωρίστηκε στα δύο. Σήμερα, 45 χρόνια μετά, η κυπριακή πρωτεύουσα παραμένει η τελευταία χωρισμένη πόλη στον κόσμο, κατάλοιπο της ανθρώπινης παράνοιας που γεννά το σοβινιστικό μίσος. Όμως, υπάρχουν άνθρωποι και από τις δύο πλευρές της Πράσινης Γραμμής οι οποίοι θέλουν να ζήσουν μαζί, ειρηνικά και να κυκλοφορούν ελεύθερα και από τις δύο πλευρές. Με αυτό το θέμα, δηλαδή με τη χωρισμένη Λευκωσία και με τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει αυτός στη ζωή των ανθρώπων, ασχολείται η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του Μάριου Πιπερίδη, «Φυγαδεύοντας τον Χέντριξ», η οποία συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Μόνο που ο Πιπερίδης βλέπει το όλο ζήτημα με μια τελείως διαφορετική ματιά.
Κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας είναι ο Γιάννης, ένας νέος άνδρας ο οποίος σχεδιάζει να φύγει από την Κύπρο σε μερικές μέρες. Στο μεταξύ χρωστά λεφτά σε κάποιους ύποπτους τύπους αλλά και πέντε ενοίκια. Ενώ προετοιμάζει το ταξίδι του και προσπαθεί να βρει λύση στα προβλήματά του, ένα νέο πρόβλημα έρχεται να προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα. Μια μέρα ενώ βολτάρει με τον σκύλο του τον Τζίμι, εκείνος το σκάει, περνά τη Νεκρή Ζώνη και βρίσκεται από την άλλη πλευρά της Πράσινης Γραμμής, στην κατεχόμενη Λευκωσία! Έτσι αναγκάζεται να περάσει κι αυτός από την άλλη πλευρά για να τον αναζητήσει. Τον βρίσκει και παίρνουν το δρόμο για να επιστρέψουν στο σπίτι. Αλλά στην επιστροφή τον περιμένει ένα αναπάντεχο πρόβλημα. Ενώ κανείς δεν ζητά διαβατήριο, οι Ελληνοκύπριοι δεν του επιτρέπουν να περάσει τον Τζίμι στην ελληνοκυπριακή πλευρά επειδή απαγορεύεται να εισέρχονται ζώα από το Βορρά στο Νότο. Έτσι αναγκάζεται να ζητήσει τη βοήθεια ενός Τουρκοκύπριου ο οποίος θα τον συστήσει σε κάποιον λαθρέμπορο για να περάσει παράνομα τον Τζίμι από τα κατεχόμενα στην ελεύθερη Κύπρο. Μεγάλο μπλέξιμο!
Έχουμε να κάνουμε με μια ταινία την οποία βλέπει κανείς με τέτοια ευχαρίστηση που δεν καταλαβαίνει πώς περνά η ώρα. Βασισμένη σε ένα πολύ έξυπνο και δεμένο σενάριο και μια σκηνοθεσία σφιχτή, χωρίς να κάνει κοιλιά ούτε στιγμή αποτελεί αυτό που αποκαλούμε «σινεμά με τα όλα του». Η ταινία έχει δράση, ανατροπές, χιούμορ, πολύ καλές ερμηνείες, ωραίο φινάλε. Αλλά δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό. Γιατί όλο το «ζουμί» είναι η ιδιαίτερη ματιά του σκηνοθέτη επάνω στο Κυπριακό. Ο παραλογισμός των συνόρων, η βαρβαρότητα της κατοχής και το πώς επηρεάζονται οι ζωές των ανθρώπων και από τις δύο πλευρές. Αφήστε δε που δεν αφήνει στο απυρόβλητο ούτε τις παγιωμένες ιδέες που έχουν τόσο οι μεν όσο και οι δε για τους «άλλους».
Στην ταινία πρωταγωνιστεί ο Αδάμ Μπουσδούκος, τον οποίο γνωρίζουμε από τις ταινίες του Φατίχ Ακίν. Ο ίδιος ο Μπουσδούκος, σε συνέντευξη που παραχώρησε στην Μερόπη Μωυσέως για την κυπριακή εφημερίδα «Πολίτης», λέει: «Αισθάνομαι περισσότερο Έλληνας, αλλά στη Γερμανία γεννήθηκα, μιλάω τα γερμανικά καλύτερα από τα ελληνικά. Στη Γερμανία αισθάνομαι σπίτι μου. (…) Η αλήθεια είναι ότι όλα τα μέλη της παρέας μου ήταν ξένοι. Και ήμασταν πάντα μαζί: Τούρκοι, Γιουγκοσλάβοι, Ιταλοί, Έλληνες. Αλλά πιο πολύ Τούρκοι. Οι καλύτεροί μου φίλοι ήταν Τούρκοι. Αλλά μεγαλώσαμε, πώς να σ’ το πω, ήμασταν πάντα δεύτερης κατηγορίας άνθρωποι. Όπως παθαίνουν σήμερα οι πρόσφυγες. (…) Κατάλαβα νωρίς πως αν χωρίσεις δύο λαούς και ο ένας δεν ξέρει τίποτα για τον άλλον, φυσικά θα μάθουν αυτά που μας μαθαίνουν και ξεκινά ένα μίσος μεταξύ τους. Γι’ αυτό το πιο βασικό είναι να γνωρίσει ο ένας τον άλλον και να καταλάβουν ότι υπάρχουν πιο πολλά κοινά παρά πράγματα που τους χωρίζουν.»

strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com

 

«ΟΛΟ ΓΕΛΟΥΣΕ»
Φόρος τιμής στον φίλο

Ο Θόδωρος Μαραγκός, στη μακρόχρονη καριέρα του, έχει σκηνοθετήσει πολλές ταινίες: μυθοπλασίας, ντοκιμαντέρ και κινουμένων σχεδίων. Ανάμεσα στις ταινίες του εκείνη η οποία έχει μείνει αξέχαστη και το κοινό την απολαμβάνει ακόμη και σήμερα όποτε και όπου προβάλλεται, είναι το «Μάθε παιδί μου γράμματα», που γυρίστηκε το 1981. Στην ταινία εκείνη πρωταγωνιστούσε ο ταλαντούχος ηθοποιός Κώστας Τσάκωνας.
Όμως ο Μαραγκός γνωρίστηκε με τον Τσάκωνα πολλά χρόνια πριν, από το 1973, όταν είχαν συνεργαστεί στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη, «Λάβετε θέσεις», η οποία είχε κερδίσει αρκετά βραβεία στο 14ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Έκτοτε οι δύο άνδρες δέθηκαν και μια δυνατή φιλία. Έτσι, ο Θόδωρος Μαραγκός, γύρισε το ντοκιμαντέρ, «Όλο γελούσε» θέλοντας να τιμήσει το φίλο και συνεργάτη του, Κώστα Τσάκωνα, ο οποίος πέθανε το 2015 σε ηλικία 72 ετών. Τσάκωνας και Μαραγκός συνεργάστηκαν επίσης στις ταινίες «Από πού πάνε για τη χαβούζα», 1978 και «Θανάση σφίξε κι άλλο το ζωνάρι», 1980, στις οποίες πρωταγωνιστούσε ο Θανάσης Βέγγος. Στο ντοκιμαντέρ αυτό ο Θόδωρος Μαραγκός καταγράφει το πέρασμα ενός καλλιτέχνη μέσα από πολύ δύσκολες συνθήκες που αντιμετώπισε στη ζωή του, αλλά και μέσα από όλες τις κωμικοτραγικές καταστάσεις της εποχής που έζησε.
Η ταινία βραβεύτηκε τον περασμένο Νοέμβριο στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Χαλκίδας, όπου απέσπασε το πρώτο βραβείο γέλιου του κοινού και το δεύτερο βραβείο της κριτικής επιτροπής.
Μαζί θα προβληθεί και η ταινία κινουμένων σχεδίων «Το όραμα του Θοδωράκη», διάρκειας 18 λεπτών. Η πορεία του Θοδωράκη ξεκινάει από το 1969 και φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Σε όλη του τη διαδρομή σατιρίζει ζωγραφίζοντας την τραγελαφική πραγματικότητα των εποχών που μας διαπερνούσαν και ανακαλύπτει τη βαθύτερη ανάγκη του να καταφέρει να ζωγραφίσει και το όραμά του.

Σ. Κ.

 

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

«Euforia» της Βαλάρια Γκολίνο: Ο Ματέο και ο Ετόρε είναι αδέλφια αλλά πολύ διαφορετικοί ως χαρακτήρες. Ο πρώτος είναι δυναμικός επιχειρηματίας ο οποίος ζει έντονα μια ζωή γεμάτη προκλήσεις. Αντίθετα, ο δεύτερος ζει μια ήσυχη και μετρημένη ζωή ως καθηγητής στη μικρή επαρχιακή πόλη που γεννήθηκαν. Ενώ τα δυο αδέλφια φαίνεται να έχουν απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλον, σε κάποια κρίσιμη καμπή της ζωής τους θα βρεθούν μαζί. Η στιγμή αυτή είναι όταν ο Ετόρε αρρωσταίνει σοβαρά, αλλά αποφασίζει να το κρύψει από τον Ματέο. Αυτή η συνάντηση, η οποία θα περιλαμβάνει εντάσεις και συγκρούσεις, θα τους δώσει την ευκαιρία να έρθουν κοντά, να ανοίξουν τις καρδιές τους και να προσπαθήσουν μέσα από την αλληλοκατανόηση να ανακαλύψουν ξανά ο ένας τον άλλον.

«Άκρα» της Δήμητρας Μπαμπαδήμα: Η απόσταση ανάμεσα στη Ρόδο και το Καστελλόριζο είναι 140 χιλιόμετρα. Τον Οκτώβριο του 2018, ένας άνθρωπος βούτηξε στο Αιγαίο με σκοπό να κάνει κολυμπώντας αυτήν την απόσταση! Μοιάζει εξωπραγματικό και ακατόρθωτο, κι όμως ο Σπύρος Χρυσικόπουλος κατάφερε να το πραγματοποιήσει. (από τις 11 Μαΐου)

«Το μυστήριο του κυρίου Πικ» (Le mystere Henry Pick) του Ρεμί Μπεζανσόν: Σε μια παράξενη βιβλιοθήκη, η οποία ονομάζεται Βιβλιοθήκη των Απορριφθέντων Βιβλίων και βρίσκεται στη Βρετάνη, ανακαλύπτεται ένα χειρόγραφο. Η νεαρή εκδότρια η οποία το ανακάλυψε αποφάσισε να το εκδώσει και σύντομα έγινε μπεστ σέλερ. Ως συγγραφές του βιβλίου φέρεται κάποιος ιδιοκτήτης πιτσαρίας, ο Ανρί Πικ, ο οποίος όμως έχει πεθάνει δυο χρόνια πριν. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της χήρας του Πικ, ωστόσο, ο άνδρας της δεν θα μπορούσε να γράψει κάτι τέτοιο, δεν είχε τις ικανότητες να το κάνει. Τι συμβαίνει, λοιπόν; Με τη βοήθεια της κόρης του νεκρού συγγραφέα, ένας κριτικός λογοτεχνίας αποφασίζει να ερευνήσει την υπόθεση, σχεδόν βέβαιος πως κάποια απάτη κρύβεται πίσω από την ιστορία αυτή. Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Νταβίντ Φενκινός.

«Η πιο μεγάλη απάτη» (Jeremaiah Trminator LeRoy) του Τζάστιν Κέλι: Η Λόρα Άλμπερτ γράφει ένα βιβλίο υποδυόμενη πως είναι κάποιο άλλο πρόσωπο. Υποδύεται έναν ομοφυλόφιλο άνδρα με το όνομα Τζ.Τ. ΛεΡόι. Όταν όμως το βιβλίο της γνωρίζει μεγάλη επιτυχία και ο συγγραφέας γίνεται ο αγαπημένος του κόσμου της λογοτεχνίας, η Λόρα πρέπει να βρει μια λύση. Αποφασίζει να διατηρήσει την ανωνυμία της βάζοντας στη θέση του ανύπαρκτου συγγραφέα την ανδρόγυνη αδελφή του φίλου της, Σαβάνα Κνουπ. Οι δυο τους θα μπουν στην ελίτ της λογοτεχνίας και θα ανακαλύψουν τον πραγματικό τους εαυτό. Αληθινή ιστορία η οποία βασίζεται στα απομνημονεύματα της Σαβάνα Κνουπ.

«Τα ασχημογλυκούλικα» (Ugly dolls) του Κέλι Άσμπουρι: Κάπου ανάμεσα στο τέλος της γραμμής συναρμολόγησης και το ράφι των παιχνιδιών στα καταστήματα υπάρχει μια μαγευτική γη όπου ζουν όλες οι κούκλες. Όμως, μέχρι σήμερα καμία από όσες φτάνουν στα παιδιά δεν προέρχεται από την Ασχημούπολη, το μέρος όπου ζουν όλες οι αταίριαστες, παρατημένες και ατελείς κούκλες.

Σινεφίλ