Κινηματογράφος

«ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ, ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΕΤΡΟΥΝΙΑ»
Ο Θεός είναι γυναίκα!

Του Στράτου Κερσανίδη

Στις οργανωμένες κοινωνίες υπάρχουν νόμοι. Υπάρχουν όμως και παραδόσεις, οι οποίες πολλές φορές –τις περισσότερες– έρχονται σε αντίθεση με τους νόμους και στα συντηρητικά κυρίως κοινωνικά στρώματα αυτές είναι που γίνονται αποδεκτές και όχι οι νόμοι.
Τα παραδείγματα είναι πολλά και έχουμε τέτοια και στη χώρα μας. Ένα από αυτά έχει να κάνει με τα ζητήματα θρησκευτικής πίστης. Στην ταινία της βορειομακεδόνισσας Τεόνα Στρούγκαρ Μιτέφσκα «Υπάρχει Θεός και το όνομά του είναι Πετρούνια», η σκηνοθέτιδα αφηγείται μια τέτοια ιστορία σύγκρουσης ανάμεσα στον ορθολογισμό των νόμων και τον παραλογισμό του θρησκευτικού φανατισμού, ανάμεσα στη θέση που πρέπει να έχει η γυναίκα στο σύγχρονο κόσμο και αυτήν που στην πραγματικότητα έχει.
Η Πετρούνια είναι 32 ετών, πτυχιούχος Ιστορίας, άνεργη, ανύπαντρη και όχι ιδιαίτερα όμορφη η οποία ζει με τους γονείς της σε μια μικρή κωμόπολη στη Βόρεια Μακεδονία. Μετά από μια αποτυχημένη συνέντευξη για δουλειά γραμματέως σε μια βιοτεχνία επιστρέφει απογοητευμένη στο σπίτι της. Είναι ημέρα των Θεοφανείων και την ώρα που περνάει το ποτάμι από τη γέφυρα, γίνεται ο αγιασμός των υδάτων. Ο ιερέας πετάει το σταυρό, μια ομάδα νέων ανδρών βουτά για να τον πιάσει, αλλά εκείνη τη στιγμή η Πετρούνια από μια παράξενη παρόρμηση βουτάει και πιάνει εκείνη το σταυρό. Όμως η ενέργειά της αυτή αντιβαίνει στην παράδοση, σύμφωνα με την οποία μόνον άνδρες δικαιούνται να βουτούν στο νερό για να ανασύρουν το σταυρό. Η Πετρούνια αρνείται να παραδώσει το σταυρό, θεωρεί πως της ανήκει επειδή εκείνη τον έπιασε. Η αστυνομία αναλαμβάνει να δώσει λύση ενώ οργισμένοι άνδρες –υποστηριζόμενοι από την πλειοψηφία της τοπικής κοινωνίας– πολιορκούν το αστυνομικό τμήμα. Την ίδια ώρα μια δημοσιογράφος από τα Σκόπια θεωρεί πως το γεγονός αυτό πρέπει να πάρει δημοσιότητα για να αφυπνιστεί ο κόσμος.
Οι πατριαρχικές δομές και η θέση της γυναίκας στο κοινωνικό περιθώριο δεν μας είναι κάτι άγνωστο, παρά το γεγονός πως τέτοιες νοοτροπίες έχουν υποχωρήσει αρκετά. Η Μιτέφσκα μέσα από τη μυθοπλασία αναπαριστά την πραγματικότητα και την καθημερινότητα μιας κοινωνίας η οποία προσπαθεί να βρει το βηματισμό της στο σύγχρονο κόσμο. Όμως δεν είναι μόνον η πατριαρχία η οποία στηλιτεύεται. Αναδεικνύεται ακόμη η πολιτική κατάσταση στη γειτονική χώρα, η αστάθεια του πολιτικού συστήματος, η διαφθορά, οι κοινωνικές ανισότητες, αλλά, κι αυτό είναι το πλέον ενδιαφέρον, και ο εθνικισμός. Όταν η Πετρούνια συζητά με τον εισαγγελέα και του λέει πως είναι πτυχιούχος Ιστορίας, εκείνος της λέει «και προφανώς η περίοδος που σας ενδιαφέρει είναι εκείνη του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα». Όμως η γυναίκα του απαντά, «όχι, είναι η περίοδος της Κινεζικής Επανάστασης. Με ενδιαφέρει η διείσδυση της δημοκρατίας στον κομμουνισμό και οι ανισότητες που υπάρχουν».
Εξαιρετικά πειστική η ερμηνεία της Ζόριτσα Νούσεβα, σε μια ταινία η οποία μιλά έξω από τα δόντια. Κάποιες στιγμές, φαίνεται πως χάνει το σκηνοθετικό της ρυθμό αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για να χαλάσει τη συνολική θετική εικόνα. Στην ταινία, η γειτονική χώρα αναφέρεται ως Μακεδονία. Αλλά, για να προλάβω τους θερμόαιμους, γυρίστηκε πριν από την ιστορική Συμφωνία των Πρεσπών.

strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com

 

«ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΤΩΝ ΣΑΡΓΑΣΣΩΝ»
Δυο γυναίκες στη λιμνοθάλασσα

Οσο πιο περιορισμένο είναι ένα σύνολο, τόσο πιο εσωστρεφές γίνεται. Tα στοιχεία που το αποτελούν γίνονται θύματα μιας ιδιότυπης ιδρυματοποίησης και ενώ οι μεταξύ τους σχέσεις είναι προβληματικές, συχνά εχθρικές, δεν τολμούν να σπάσουν το κέλυφος και να απελευθερωθούν. Φαινόμενο που συναντάμε στις κλειστές κοινωνίες, κυρίως στην επαρχία, όπου κυριαρχεί η μυστικοπάθεια και τα κρυμμένα μυστικά.
Η νέα ταινία του Σύλλα Τζουμέρκα, «Το θαύμα της θάλασσας των Σαργασσών», είναι ένα θρίλερ με φόντο την ελληνική επαρχία και με όλα όσα εκείνη κρατά κρυμμένα. Η Ελισάβετ, υψηλόβαθμη αστυνομικός στην Αντιτρομοκρατική, μετατίθεται για λόγους ασφαλείας στο Μεσολόγγι ως αστυνομική διοικήτρια. Πίνει πολύ, διατηρεί σχέση με έναν παντρεμένο γιατρό, ενώ είναι σκληρή στη δουλειά της κι απότομη με τους υφισταμένους της. Στο Μεσολόγγι ζει και η Ρίτα, εργάτρια σε μονάδα καλλιέργειας και επεξεργασίας χελιών, εγκλωβισμένη στην επαρχιακή πόλη ενώ αναζητά διέξοδο από το προσωπικό της δράμα. Οι ζωές αυτών των δύο γυναικών θα συναντηθούν μετά από ένα βίαιο θάνατο. Η Ελισάβετ η οποία θα διερευνήσει την υπόθεση θα βρεθεί μπροστά σε αποκαλύψεις και κρυμμένα μυστικά που αναστατώνουν τη μικρή τοπική κοινωνία.
Πρώτα απ’ όλα έχουμε ένα καλοδουλεμένο σενάριο που υπογράφει ο Σύλλας Τζουμέρκας μαζί με τη Γιούλα Μπούνταλη –η οποία ερμηνεύει τη Ρίτα. Από εκεί και πέρα ο Τζουμέρκας αναλαμβάνει να το σκηνοθετήσει ξεδιπλώνοντας για μια ακόμη φορά το ταλέντο του, κάτι που είχε φροντίσει ο ίδιος να καταδείξει από τις προηγούμενες ταινίες του, δηλαδή τη «Χώρα προέλευσης» (2010) και την «Έκρηξη» (2014). Έτσι έχουμε έναν άκρως ικανοποιητικό αποτέλεσμα, ένα αστυνομικό θρίλερ, με ίντριγκες, σασπένς κι αποκαλύψεις. Και φυσικά με στοιχεία νουάρ, μόνο που ο πρωταγωνιστικός ρόλος –και εδώ έχουμε μια πρωτοτυπία– ανήκει σε γυναίκα.
Ο Τζουμέρκας σκιαγραφεί τη ζωή στην επαρχία, ιδίως εκείνων οι οποίοι αποκαλούνται «επιφανείς πολίτες», που έχουν την έξωθεν καλή μαρτυρία αλλά που, κατά πως φαίνεται, δεν αρκεί. Τελικά είναι μια ταινία σκληρή, όπως προκύπτει από την εξέλιξή της. Όχι βέβαια για όλους αλλά κυρίως για εκείνους που είναι θύματα. Αλλά βλέποντας την ταινία αναρωτιέται κανείς, ποιος εν τέλει είναι αθώος; Υπάρχει κάποιος που να είναι απλά, το «θύμα»; Μπορεί ναι μπορεί και όχι.
Μόλις τελείωσε η προβολή αναρωτιόμουν μήπως θα μπορούσε η ταινία να είναι λιγότερο «φορτωμένη». Δηλαδή να ήταν κάπως περιορισμένη η πολυπλοκότητα του σεναρίου. Όμως δεν κατάφερα να καταλήξω με βεβαιότητα αν όντως είναι έτσι, επειδή όταν σκεφτόμουν τι θα μπορούσε να έχει παραλειφθεί, ανακάλυπτα πως αυτομάτως θα απουσίαζε κάποια ψηφίδα του παζλ.

Στρα. Κερ.

 

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

«Ο Ιρλανδός» (The Irishman) του Μάρτιν Σκορσέζε: Η νέα πολυαναμενόμενη ταινία του μεγάλου Σκορσέζε, με δύο μυθικούς πρωταγωνιστές: Ρόμπερτ ντε Νίρο και Αλ Πατσίνο. Αλλά και με τους Τζο Πέσι και Χάρβεϊ Καιτέλ! Η ταινία καταπιάνεται με ένα από τα αγαπημένα θέματα του σκηνοθέτη, δηλαδή το οργανωμένο έγκλημα στην Αμερική μετά τον πόλεμο. Εδώ αφηγητής είναι ένας πληρωμένος δολοφόνος, ο Φρανκ Σίραν, βετεράνος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και εκτελεστής της Μαφίας. Η ταινία είναι βασισμένη στο βιβλίο του ερευνητή και πρώην γενικού εισαγγελέα, Τσαρλς Μπραντ «Άκουσα πως βάφεις σπίτια». Ο τίτλος του βιβλίου δεν είναι τυχαίος, καθώς η φράση αυτή στον κόσμο του εγκλήματος σημαίνει: Έμαθα πως είσαι εκτελεστής! Ο συγγραφέας στο βιβλίο του δίνει μια εκδοχή για την ανεξιχνίαστη υπόθεση και τη δολοφονία, το 1975, του Τζίμι Χόφα ηγέτη του συνδικάτου των φορτηγατζήδων. Ο Ντε Νίρο ερμηνεύει τον Φρανκ -Ιρλανδό- Σιράν και ο Πατσίνο τον Τζίμι Χόφα.

«Οι άγγελοι του Τσάρλι» (Charlie’s angels) της Ελίζαμπεθ Μπανκς: Η περιπέτεια συνεχίζεται σε εξωτικά μέρη, με καταιγιστική δράση και χιούμορ. Τώρα οι Άγγελοι του Τσάρλι, που δουλεύουν για λογαριασμό του μυστηριώδους Τσαρλς Τόουνσεντ, έχουν ανταγωνισμό. Διασκεδαστική περιπέτεια.

«Depeche Mode: Spirits in the forest» του Άντον Κόρμπιν: Μέσα από τις βαθιά συναισθηματικές ιστορίες έξι φαν των Depeche Mode, η ταινία μελετάει τόσο την εξαιρετική αποδοχή του συγκροτήματος όσο και τη διαχρονικότητά του. Ταυτόχρονα μελετάει την ιδιαίτερη ικανότητα που έχει η μουσική τους να φέρει κοντά διαφορετικούς κόσμους και κοινότητες και να γεφυρώσει το χάσμα της διαφορετικής κουλτούρας που χαρακτηρίζει το σύνολο του πολιτισμού σήμερα.

Σινεφίλ