Υπό την απειλή του αναπόφευκτου

Του Στράτου Κερσανίδη

Το σινεμά, όπως κι όλες οι τέχνες, είναι βαθιά γειωμένο στην πραγματική ζωή. Όπως η αληθινή ζωή δεν είναι μονοδιάστατη, έτσι και το σινεμά ως ένα είδος κατόπτρου, αναπαριστά το πολυδιάσταστο του βίου. Μετά από την παρακολούθηση μιας ταινίας, πάντοτε κατακλυζόμαστε από περισσότερο ή λιγότερο έντονα συναισθήματα. Νιώθουμε ικανοποιημένοι ή δυσαρεστημένοι, χαρούμενοι ή λυπημένοι, προβληματισμένοι ή αδιάφοροι, κεφάτοι ή συνοφρυωμένοι. Το ζητούμενο είναι να μην βγαίνουμε αδιάφοροι επειδή αυτό θα σημάνει πως η ταινία δεν πέτυχε το σκοπό της.


Η Σάνον Μέρφι με το «Babyteeth» δεν ανήκει στην τελευταία κατηγορία. Η ταινία της, από την πρώτη στιγμή κερδίζει το ενδιαφέρον και στη συνέχεια, με τρόπο σχεδόν εκβιαστικό, παίρνει το θεατή και τον βυθίζει στην καθημερινότητα της ζωής των ηρώων της. Τον βάζει μέσα στο σπίτι τους για να παρακολουθήσουν εκ του σύνεγγυς το δράμα το οποίο κορυφώνεται, καθώς η απειλή του αναπόφευκτου που καραδοκεί, παύει να είναι απλή απειλή.
Ο Μόζες, ένας παράξενος νεαρός ο οποίος ζει στα όρια του νόμου, γνωρίζεται τυχαία με την 15χρονη Μίλα. Το κορίτσι στο πρόσωπο του γνωρίζει τον πρώτο έρωτα τον οποίο νιώθει να φουντώνει μέσα της. Τον φέρνει στο σπίτι των καλοβολεμένων αστών γονιών της, οι οποίοι δεν τον βλέπουν με καλό μάτι. Προσπαθούν, όμως, να είναι όσο πιο ευγενικοί μπορούν μαζί του, επειδή δεν θέλουν να δυσαρεστήσουν την κόρη τους. Αφενός επειδή την υπεραγαπούν, αφετέρου επειδή η Μίλα είναι άρρωστή και η ζωή της κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή.
Συμβαίνουν διάφορα περιστατικά, όχι ιδιαίτερης έντασης, που όμως κινούνται σε εύθραυστες ισορροπίες. Η Μίλα νιώθει ευτυχισμένη με τον Μόζες, εκείνος φαίνεται αδιάφορος αλλά κατά βάθος την νοιάζεται. Όσο για τους γονείς της κοπέλας, αυτοί θέλουν το καλύτερο για την κόρη τους και της κάνουν όλα τα χατίρια.
Εν τω μεταξύ ο χρόνος περνά και το διαφαινόμενο δράμα πλησιάζει απειλητικά επηρεάζοντας καταλυτικά τις ζωές των πρωταγωνιστών. Καταργώντας συμβάσεις, γκρεμίζοντας ηθικές νόρμες, φτάνοντας στα άκρα.
Η σκηνοθέτιδα έχει μιλήσει για τη «δυαδικότητα του χιούμορ και του πόνου που πλαισιώνουν κάθε σκηνή της ταινίας». Προσωπικά αυτό που ένιωσα ήταν μόνο ο πόνος των ηρώων. Το χιούμορ στο οποίο αναφέρεται η σκηνοθέτιδα, δύσκολα διακρίνεται, καθώς η αίσθηση του αναπόφευκτου το οποίο θα έρθει ό,τι και να κάνουν οι πρωταγωνιστές, δεν αφήνει περιθώρια ούτε καν για απλά μειδιάματα.
Η αφήγηση που έχει επιλέξει η Σάνον Μέρφι, «είναι στιλιζαρισμένη, με εναλλαγές διαλόγου και κοψίματα μουσικής, ώστε να επιτρέπει στον θεατή να κινείται και να μετατοπίζεται ανάλογα με τον επιταχυνόμενο ρυθμό της Μίλα», όπως λέει η ίδια. Είναι μια αφήγηση η οποία προσδίδει στην ταινία ρυθμό ανάλογο με τις ανάσες των ηρώων της, εναλλασσόμενες ανάσες αγωνίας και ανακούφισης. Σε αυτή την εναλλαγή βρίσκεται η Μίλα, η ουσιαστική πρωταγωνίστρια της ταινίας, η οποία φαίνεται αποφασισμένη να ζήσει τον έρωτα. Και τον ζει παρά την απειλή. Άλλωστε είναι ο μόνος ο οποίος, ακόμη κι αν στο τέλος ηττηθεί, μπορεί να αντιπαρατεθεί στα ίσα με το θάνατο.
Ταινία σχέσεων οι οποίες όμως λειτουργούν υπό την πίεση του συμβάντος. Που εάν δεν υπήρχε αυτό το συμβάν, ως απειλή που πλησιάζει, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικές. Όμως η ζωή δεν συμβαίνει ερήμην συμβάντων, γεγονότων και περιστατικών. Κινείται και ως κίνηση νοείται ο κίνδυνος της ανατροπής των ισορροπιών. Η Σάνον Μέρφι γνωρίζει πώς να χειριστεί την καθημερινότητα των ηρώων της, πώς να προσεγγίσει την ανθρώπινη κατάσταση όπως αυτή διαμορφώνεται ερήμην τους.
Η ταινία είναι βασισμένη στο θεατρικό έργο της Αυστραλής συγγραφέα και ηθοποιού Ρίτα Καλνεζάις, το οποίο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά, με μεγάλη επιτυχία, το 2012 στο Σίδνεϊ.

strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com