Κλαρίσε Λισπέκτορ: Η ώρα του αστεριού

xigaki

Μεγαλώνοντας, χάνουμε την προσδοκία ότι μια ταινία που θα δούμε ή ένα βιβλίο που θα διαβάσουμε θα μας αλλάξει τη ζωή ή ότι το να επιχειρήσουμε να μιλήσουμε γι’ αυτό, θα μοιάζει πολύ φτωχότερο της εμπειρίας μας. Αυτήν τη σπάνια πια απόλαυση μας την προσφέρει «Η ώρα του αστεριού», το τελευταίο βιβλίο που έγραψε πριν το θάνατό της η Κλαρίσε Λισπέκτορ, η βραζιλιάνα μοντερνίστρια συγγραφέας που τώρα κυκλοφορεί στα ελληνικά, σε θαυμάσια μετάφραση του Μάριου Χατζηπροκοποίου, από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Της Σοφίας Ξυγκάκη

Η Κλαρίσε Λισπέκτορ είχε γεννηθεί το 1920 σε ένα shtetl, όπως ονόμαζαν τα χωριά της Ουκρανίας με μεγάλη εβραϊκή κοινότητα, σε συνθήκες τεράστιας φτώχειας όταν, την περίοδο ακριβώς μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Οκτωβριανή Επανάσταση, οι Εβραίοι, εν μέσω του ρώσικου εμφυλίου πολέμου, σφαγιάζονταν σε καταστροφικά πογκρόμ που μέχρι σήμερα δεν έχουν ξεχαστεί. Το 1919, σύμφωνα με τον βιογράφο της, Μπέντζαμιν Μόσερ, σε μια από αυτές τις αντισημιτικές επιθέσεις, ο παππούς της δολοφονείται και ρώσοι στρατιώτες βιάζουν τη μητέρα της μεταδίδοντάς της σύφιλη που θα την οδηγήσει στο θάνατο 10 χρόνια αργότερα. Επειδή, σύμφωνα με τις δοξασίες της περιοχής, η γέννηση ενός παιδιού μπορούσε να θεραπεύσει τη νόσο, η Κλαρίσε γεννιέται με αυτή την προσδοκία από τους γύρω της κι η ίδια πάντα αισθανόταν ότι είχε αποτύχει στην «αποστολή» της. Η οικογένεια εξασφαλίζοντας διαβατήρια και διασχίζοντας πολλές χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, επιβιβάζεται τελικά σε πλοίο για την Βραζιλία, όπου την υποδέχονται συγγενείς στο βορειανατολικό τμήμα της χώρας, το πιο φτωχικό, εκεί «που είναι ευτυχείς όσοι βρίσκουν να φάνε έναν ποντικό», και στη συνέχεια μετακομίζουν στη Ρεσίφε, η οποία κατοικείται αποκλειστικά από Εβραίους.

Μια ζωή καλλιτεχνικών πειραματισμών

xigaki2

Γράφει από πολύ μικρή, ενώ, στα 23 της, έχοντας μόλις τελειώσει τη Νομική Σχολή, εκδίδεται το πρώτο της μυθιστόρημα «Κοντά στην άγρια καρδιά»*, που ο τίτλος προέρχεται από το «Πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία» του Τζέιμς Τζόις και θεωρείται από τα καλύτερα μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί στη πορτογαλική γλώσσα και ακολουθεί το «Τα κατά G. H. πάθη», που την καθιερώνει ως την πιο σπουδαία εβραία συγγραφέα, μετά τον Κάφκα. Μετά τον γάμο της με τον συμφοιτητή της Μαουρί Γκουρζέλ Βαλέντε που ακολουθεί διπλωματική καριέρα, θα ζήσει για δεκαπέντε χρόνια σε πολλές χώρες, στη Δυτική Αφρική και την Ευρώπη, θα γεννήσει δύο γιους και, παρόλο που αντιπαθεί τις υποχρεώσεις και τις επισημότητες της ζωής των διπλωματών, θα της δοθεί έτσι η δυνατότητα να αφιερώνει χρόνο στο γράψιμό της· όταν θα χωρίσει, επιστρέφει στη Βραζιλία, για ένα διάστημα αρθρογραφεί με ψευδώνυμο, γράφει παιδικά βιβλία, ενώ, από το 1974, ασχολείται συστηματικά και με τη μετάφραση.
Όπως επισημαίνει ο Μπένζαμιν Μόσερ, όλη η ζωή της Κλαρίς Λισπέκτορ εμπεριέχεται στο έργο της το οποίο ακολουθεί τις διάφορες φάσεις της ζωής της: η πρώιμη ηλικία κι η πιο ώριμη, ο χωρισμός της, η εκθαμβωτική ομορφιά της που αλλοιώνεται, όλα παρουσιάζονται στα βιβλία της – όπως και τα εμπόδια και οι προκαταλήψεις που συνάντησε για τον ρόλο της ως γυναίκα. Στην αναπόφευκτη σύγκριση με τη Βιρτζίνια Γουλφ η ίδια αντέτεινε ότι η Γουλφ είχε παραιτηθεί ενώ «το τρομακτικό καθήκον είναι να φτάσεις μέχρι το τέλος».
Η ελλειπτική γλώσσα, η χρήση του εσωτερικού μονολόγου και της συνειδησιακής ροής την κατατάσσουν στους μοντερνιστές· αλλόκοτες εικόνες, όπως αυτή της πλούσιας κυρίας που στην κορύφωση μιας μυστικιστικής παραφοράς βάζει στο στόμα της μια μισοπεθαμένη κατσαρίδα, στο «Τα κατά G.H. πάθη», φέρνουν στο νου τον Κάφκα.
Στη διάρκεια 33 χρόνων, από το 1944 μέχρι το 1977, δημοσίευσε 9 μυθιστορήματα, 70 διηγήματα, πολλά δοκίμια και μεταφράσεις.

Η ώρα του αστεριού

«Η ώρα του αστεριού», το τελευταίο της βιβλίο, είναι η ιστορία ενός κοριτσιού, της Μακαμπέας που, όπως η Λισπέκτορ, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Νορντέστε, το βορειοανατολικό τμήμα της Βραζιλίας, που καταφεύγει στο Ρίο ντε Τζανέιρο για να βρει δουλειά και είναι «τόσο φτωχή που τρώει μόνο χοτ ντογκς»· αλλά είναι κι η ιστορία του Ροντρίγο Σ.Μ., του αφηγητή της ιστορίας, ο οποίος διαρκώς διερωτάται για το ρόλο του, τον αμφισβητεί, αντιδρά σε αυτά που πρόκειται να συμβούν και που εμείς, οι αναγνώστες του βιβλίου, δεν γνωρίζουμε ακόμη ή δεν θα μάθουμε ποτέ, τοποθετώντας εξίσου τον εαυτό του ανάμεσα στους χαρακτήρες του βιβλίου· αποτραβιέται, βυθίζεται στους μονολόγους του, παρακολουθεί τους διαλόγους των προσώπων, επανέρχεται για να εξομολογηθεί τον έρωτά του για τη Μακαμπέα ή ότι είναι αποκαμωμένος από τη λογοτεχνία, επεμβαίνει πάλι στην ιστορία για να διηγηθεί τις τελευταίες στιγμές της Μακαμπέας, αλλά για να δηλώσει και το δικό του θάνατο, αφού έχει πλέον εκπληρώσει την αποστολή του.
Η Κλαρίσε Λισπέκτορ, στην τελευταία της συνέντευξη, λίγο πριν πεθάνει από καρκίνο των ωοθηκών, το 1977, είχε εκμυστηρευτεί στον δημοσιογράφο Χούλιο Λέρνερ ότι η ιδέα για το βιβλίο γεννήθηκε όταν περπατώντας στο Ρίο, πρόσεξε το βλέμμα μια κοπέλας από το Νορντέστε χαμένη στο πλήθος της μεγάλης πόλης. Για να κατορθώσει να αφηγηθεί την ιστορία αυτής της απόκληρης κοπέλας, χρειάστηκε να εμπιστευτεί αυτή την εικόνα μαζί με τα στοιχεία της δικής της ζωής στον Ροντρίγο Σ.Μ. ή καλύτερα να ενδυθεί την ταυτότητα του.
«Πώς γίνεται να ξέρω όλο αυτό που θα ακολουθήσει και που ακόμη αγνοώ, εφόσον δεν το έζησα ποτέ; Είναι που σε ένα δρόμο του Ρίο ντε Τζανέιρο έπιασα μεμιάς στον αέρα το αίσθημα του χαμού στο πρόσωπο μιας κοπέλας από το Νορντέστε» αρχίζει την αφήγηση του αυτός.[…] «Γι’ αυτό θα δοκιμάσω κόντρα στις συνήθειές μου να γράψω μια ιστορία με αρχή, μέση και “γκραν φινάλε”, να ακολουθείται από σιωπή και βροχή που πέφτει».
«Φυσικά, όπως κάθε συγγραφέας, μπαίνω στον πειρασμό να χρησιμοποιήσω χυμώδεις όρους» συνεχίζει παρακάτω. «Δεν θα πλουμίσω όμως τη λέξη γιατί αν αγγίξω το ψωμί του κοριτσιού, το ψωμί αυτό θα γίνει χρυσάφι – και η νεαρή(είναι δεκαεννιά χρονών) [..] δεν θα μπορούσε να το δαγκώσει, θα πέθαινε της πείνας. Πρέπει λοιπόν να μιλήσω απλά για να συλλαβίσω τη λεπταίσθητη και ασαφή της ύπαρξη».
Και η ύπαρξή της είναι τόσο λεπταίσθητη και ασαφής που εσύ ο/η αναγνώστης/στρια δεν μπορείς να σχηματίσεις στη φαντασία σου τη μορφή της, όταν νομίζεις ότι την καταλαβαίνεις, ξεγλιστρά, σε σαστίζει, γιατί η Μακαμπέα, της οποίας το όνομα μαθαίνουμε στο μέσον πια της ιστορίας, είναι ένα χορταράκι που ποτέ δεν είχε ανθίσει, μια ύπαρξη που αντίθετα από μας δεν γνωρίζει τη γεύση του αστακού· τόσο φτωχή που η φτώχεια διαποτίζει τα πάντα: το αίμα, τη γλώσσα, τη μνήμη. Που ανακαλύπτει όμως «στα απλά και έντιμα πράγματα τη χάρη μιας αμαρτίας», όπως το να γεύεται τον απέραντο χρόνο, να πηγαίνει σινεμά στο Ράδιο-Ρολόι θαυμάζοντας απεριόριστα τη Γκρέτα Γκάρμπο ή να κόβει τις διαφημίσεις από παλιές εφημερίδες και να ονειρεύεται ότι εκείνη την κρέμα για το δέρμα των γυναικών αυτή, αν μπορούσε να την αγοράσει, δεν ήταν χαζή, θα την έτρωγε καθώς ο οργανισμός της «ήταν πιο ξερός κι από μισοάδειο σακούλι με θρυμματισμένες φρυγανιές».
Όπως γράφει η Ελέν Σιξού, η Κλαρίσε Λισπέκτορ στο κύκνειο άσμα της «αφηγείται την ιστορία ενός μικροσκοπικού θραύσματος της ανθρώπινης ζωής. Είναι ένα κόκκος σκόνης που έχει μπει στο μάτι του συγγραφέα κι έχει προκαλέσει ποταμούς δακρύων. [..]Είναι επίσης ποταμοί ερωτημάτων, τεράστιων και ταπεινών, που δεν ζητούν απαντήσεις: ζητούν ζωή».

Κλαρίσε Λισπέκτορ, «Η ώρα του φεγγαριού», μτφ. Μάριος Χατζηπροκοπίου, επίμετρο Ελέν Σιξού, Αντίποδες 2016
* Κλαρίσε Λισπέκτορ Κοντά στην άγρια καρδιά, μτφ Αμαλία Ρούβαλη, Εκδόσεις Τυπωθήτω 2008.