Κλασική λογοτεχνία από τη Βραζιλία

Ζοακίμ Μαρία Μασάντο ντε Ασίς “Ρεαλιστική τριλογία” (μτφ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Gutenberg, 2017)
Ζοακίμ Μαρία Μασάντο ντε Ασίς “Ελένα” (μτφ. Νίκος Πρατσίνης, εκδ. Gutenberg, 2016)

«Κλάψε καλύτερα τους δύο πρόσφατους νεκρούς, αν μπορείς να κλάψεις. Αν μπορείς μόνο να γελάσεις, γέλα. Το ίδιο κάνει. Ο Σταυρός του Νότου είναι πολύ μακριά για να ξεχωρίσει τα ανθρώπινα γέλια απ’ τα κλάματα», λέει, μιλώντας προς τον αναγνώστη, ο Ζοακίμ Μαρία Μασάντο ντε Ασίς, στο κλείσιμο ενός βιβλίου που δεν ξέρουμε αν είναι αφιερωμένο σε έναν άνθρωπο ή στον συνονόματο σκύλο του.
Αυτή η απεικόνιση της ελαχιστότητας του ανθρώπου είναι ίσως μία από τις πλευρές της ονομαστής πεσιμιστικής ματιάς με την οποία ο συγγραφέας έβλεπε τον κόσμο γύρω του και με την οποία αποτύπωσε τις δικές του εικόνες για τη βραζιλιάνικη κοινωνία της εποχής του.

 

Ο Μασάντο ντε Ασίς θεωρείται ο σημαντικότερος Βραζιλιάνος συγγραφέας του 19ου αιώνα και τοποθετείται ανάμεσα στους μεγάλους κλασικούς της παγκόσμιας λογοτεχνίας –ο Χάρολντ Μπλουμ τον εντάσσει στους εκατό πιο δημιουργικούς συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Γεννήθηκε το 1839 στο Ρίο ντε Ζανέιρο (πόλη που στοιχειώνει το έργο του) και πέθανε το 1908. Έζησε, δηλαδή, σε μια πολύ κρίσιμη εποχή για τη Βραζιλία, μια εποχή μετάβασης για τη χώρα αλλά και για τη λογοτεχνία της, κατά την οποία η Βραζιλία αναζητά (και επιδιώκει να συγκροτήσει) μια εθνική ταυτότητα, στηριγμένη σε στοιχεία από το παρελθόν και το παρόν της (τα οποία κατά κανόνα εξιδανικεύει και εξαγνίζει, όπως π.χ. τη σχέση με τους ιθαγενείς της χώρας ή τη διαδικασία της επιμιξίας ή την υποδοχή των μεταναστών). Σε παρόμοιες ατραπούς αναζήτησης κινείται και η αναπτυσσόμενη λογοτεχνία της χώρας (βλ. το πολύ κατατοπιστικό επίμετρο του Ν. Πρατσίνη για τον συγγραφέα και την εποχή του στο Ελένα).
Ο Μασάντο ντε Ασίς έγραψε ποιήματα, νουβέλες, θέατρο, μυθιστορήματα, κριτικές, χρονογραφήματα. Στη μεταβατική περίοδο που εγκαινιάζεται με το τέλος της αποικιακής περιόδου (που αφήνει πίσω της πιο βαθιά σημάδια απ’ ό,τι νομίζουν τότε πολλοί), ο Μασάντο ντε Ασίς θεωρείται ο θεμελιωτής του βραζιλιάνικου αστικού μυθιστορήματος, «σε μια κοινωνία ελάχιστα και ιδιότυπα αστική», όπως γράφει ο μεταφραστής της Ελένα. Στα μυθιστορήματά του, διακρίνεται συνήθως μια πρώτη περίοδος, η «ρομαντική», στην οποία ανήκει και η Ελένα (ο ίδιος ο συγγραφέας, στον πρόλογο της Ελένα, γράφει «μη με κατηγορήσετε για ό,τι σας φανεί ρομαντικό», αναγνωρίζοντας πως «έχει περάσει καιρός από τότε που έβαλα πλώρη για άλλες σελίδες, αλλιώτικες»), και μια δεύτερη περίοδος, η «ρεαλιστική», στην οποία ανήκει η Ρεαλιστική τριλογία (για τον ιδιότυπο ρεαλισμό του Μασάντο ντε Ασίς, βλ. τον επίσης πολύ κατατοπιστικό πρόλογο της μεταφράστριας Μ. Παπαδήμα στη Ρεαλιστική τριλογία).

Γραφή γεμάτη αμφισημίες και ανατροπές

Η Ελένα είναι η τραγική ιστορία μιας νεαρής γυναίκας που παγιδεύεται ανάμεσα σε οικογενειακά μυστικά και κοινωνικές συμβάσεις, καθώς όλα βαίνουν προς ένα τέλος προφανώς τραγικό. Ένα αρκετά συμβατικό μυθιστόρημα, στο οποίο ωστόσο διακρίνονται πολλά από εκείνα τα στοιχεία που θα χαρακτηρίσουν τη γραφή του Μασάντο ντε Ασίς.
Η Ρεαλιστική τριλογία περιλαμβάνει τα μυθιστορήματα Μεταθανάτιες αναμνήσεις του Μπρας Κούμπας (είναι όντως οι αναμνήσεις που διηγείται ένας νεκρός, ένα «έργο μακαρίτη» –«η ειλικρίνεια είναι η πρώτη αρετή ενός νεκρού»– αφιερωμένο «Στο σκουλήκι που πρώτο έφαγε του κουφαριού μου τις κρύες σάρκες», το οποίο ανατρέπει πλήρως την ευθύγραμμη λογική της αφήγησης), Κίνκας Μπόρμπα (το πιο συμβατικό από τα τρία μυθιστορήματα της τριλογίας, όπου ο ένας πρωταγωνιστής με το όνομα αυτό έρχεται από το προηγούμενο βιβλίο, τις Μεταθανάτιες αναμνήσεις…, όπου τον συναντάμε για πρώτη φορά, αλλά θα αφήσει σύντομα τη σκηνή, παραχωρώντας την στον δεύτερο, συνονόματο πρωταγωνιστή, που όμως δεν είναι άνθρωπος…) και Δον Κασμούρο (όπου, μέσα από τα θολωμένα μάτια ενός ζηλιάρη συζύγου θα γνωρίσουμε τη μαγεία μιας μυστηριώδους πρωταγωνίστριας, της Καπιτού, σε ένα μυθιστόρημα γεμάτο αμφισημίες, ανατροπές, ερωτηματικά, αβεβαιότητα).
Με ύφος λιτό και ελλειπτικό (ο Μασάντο ντε Ασίς έχει πει «απεχθάνομαι τους συγγραφείς που τα λένε όλα») χρησιμοποιεί καινοτόμες τεχνικές, συνομιλεί πολλές φορές με τον αναγνώστη («Κούνα το κεφάλι σου, αναγνώστη, δείξε όλα τα σημάδια της δυσπιστίας. Πέτα το αυτό το βιβλίο, αν δεν το έχεις κάνει ήδη από πλήξη») ή αναστοχάζεται και αμφισβητεί αυτά που γράφει («ή κάνω λάθος ή μόλις έγραψα ένα ανώφελο κεφάλαιο») και δημιουργεί κείμενα που συνομιλούν με τον μοντερνισμό του 20ού αιώνα. Η, ισοπεδωτική ενίοτε, ειρωνεία διαπερνά διαρκώς τα κείμενά του («ο σύμβουλος, παρά το γεγονός ότι δεν είχε να επιδείξει κάποιο υψηλό κρατικό αξίωμα, δεν έπαυε να κατέχει ανώτερη θέση στην κοινωνία, καθότι διέθετε κοινωνικές σχέσεις και γνωριμίες, πλούτη και μόρφωση, και ήταν και από τζάκι»), ενώ δεν παραλείπει να σχολιάσει και τη λογοτεχνία του συρμού της εποχής του («ψυχωφελές το βιβλίο, παρότι κουραστικό και πληκτικό, όπως και άλλα βιβλία της εποχής του»).

Μυθοπλασία με φιλοσοφικές πλευρές

Η μυθοπλασία του Μασάντο ντε Ασίς έχει φιλοσοφικές πλευρές, καθώς σχολιάζει κυρίαρχα ρεύματα της εποχής (π.χ. τη θρησκεία ή τον θετικισμό που κυριαρχούσε εκείνη την εποχή, ειδικά σε χώρες όπως η Βραζιλία). Παρότι έζησε σε πολύ ταραγμένη και πλούσια σε εξελίξεις εποχή, ο Μασάντο ντε Ασίς απέφυγε την όποιου είδους πολιτική ένταξη ή ακόμα και τις πολιτικές αναφορές στα βιβλία του, χωρίς ωστόσο να λείπει από τις σελίδες του ο κοινωνικός σχολιασμός («άμα ζει κανείς μέσα στην αφθονία, είναι αδύνατον να κατανοήσει τον αγώνα για τη ζωή μες στη φτώχεια· και το απόφθεγμα που λέει πως όλοι οι άνθρωποι μπορούν, αρκεί να το προσπαθήσουν, να έχουν τα ίδια λαμπρά αποτελέσματα, είναι μια αλήθεια γεμάτη σοφία… για όποιον μπήγει το πιρούνι του σε μια ψητή γαλοπούλα!»). Έτσι κι αλλιώς, δεν φαίνεται να εκτιμά ιδιαίτερα την πολιτική («άνοιξε μια εφημερίδα, αλλά δεδομένου ότι η τοπική πολιτική ήταν λιγότερο αφηρημένη, ψαλίδισε τα φτερά του ύφους του και κατέβηκε από τα ύψη του στους στενούς διορισμούς εκπροσώπων της περιοχής, στα έργα τοπικού ενδιαφέροντος, στις παροχές, στη διαμάχη με την αντίπαλη εφημερίδα, στις συνεργασίες με πρόσωπα ηθικά, αλλά και ανήθικα»). Ακόμα και για θέματα για τα οποία είχε σαφή άποψη (π.χ. την κατάργηση της δουλείας), ο Μασάντο ντε Ασίς απέφευγε να παίρνει δημόσια θέση και μάλιστα δέχτηκε κριτική γι’ αυτό από άλλους λογοτέχνες της εποχής (μεταξύ των οποίων, για παράδειγμα, ο σπουδαίος Λίμα Μπαρέτο). Ίσως –υποστηρίζουν πολλοί– επειδή δεν εξιδανικεύει αλλά κοιτάζει κατάματα τη σκληρή πραγματικότητα και προσπαθεί να ερμηνεύσει ακόμα και τις πιο δύσκολες πλευρές της (είναι πολύ χαρακτηριστική η σκηνή όπου ο μαύρος πρώην σκλάβος και νυν απελεύθερος μαστιγώνει στη μέση της πλατείας τον δικό του μαύρο σκλάβο).

Κώστας Αθανασίου