Κόντρα στον άνεμο του νεοφασισμού

Της Αθηνάς Αθανασίου

Η μάχη για την κύρωση της Συνθήκης των Πρεσπών είναι μια τομή ριζοσπαστικής δημοκρατίας μακρόπνοης εμβέλειας. Πρόκειται για ένα συμβάν που αναδιοργανώνει το πολιτικό σκηνικό και το δημόσιο αίσθημα στην Ελλάδα αλλά και πέρα από αυτήν, με όρους προωθητικής υπεράσπισης της δημοκρατίας και ειρηνικής συνύπαρξης των λαών.
Σε μια ζοφερή ιστορική συγκυρία εθνικών περιχαρακώσεων, σε μια διεθνή σκηνή όπου το πολιτικό φάσμα μετατοπίζεται προς τα δεξιά, και σε μια Ευρώπη όπου εκκολάπτονται εθνοφυλετικοί σοβινισμοί στα συντρίμμια της επιθετικής καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, έγινε δυνατό αυτό που φάνταζε αδύνατο. Με αποφασιστική πολιτική αρχών και συμμαχιών, χωρίς το φόβο του πολιτικού κόστους, και απαλλαγμένη από τους ιδεολογικούς περιορισμούς που έθετε ο ελάσσων κυβερνητικός εταίρος, η ελληνική κυβέρνηση αξιοποίησε τις ρωγμές στους υφιστάμενους συσχετισμούς δυνάμεων για να διαμορφώσει νέους.
Η ειρηνική και δίκαιη επίλυση μιας διακρατικής διαφοράς τριάντα (τουλάχιστον) χρόνων αποτελεί υπέρβαση από τα εμπεδωμένα εθνικά αφηγήματα, τις αποσιωπήσεις και τους μύθους που σημάδεψαν την ελληνική διπλωματία της δεκαετίας του 1990. Ήταν η εποχή που η ελληνική εξωτερική πολιτική στόχευε στην αποσταθεροποίηση της ΠΓΔΜ (σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η συμμαχία με τον εθνικιστή Σέρβο ηγέτη Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διάλυση της πολυεθνικής Γιουγκοσλαβίας). Ήταν η εποχή που η αναγνώριση της ισότιμης ύπαρξης γειτονικών λαών επέσυρε νομικές και άλλες κυρώσεις, ενώ δημαγωγοί έχτιζαν πολιτικές καριέρες δημιουργώντας εχθρούς που απειλούσαν, υποτίθεται, να υφαρπάξουν την κληρονομιά και την ιστορία του ελληνισμού. Είχαν προηγηθεί δεκαετίες χλευασμού και κρατικής καταστολής της σλαβογλωσσίας στην ελληνική περιοχή της Μακεδονίας.

Φαντάσματα της μετεμφυλιακής εθνικοφροσύνης

Σ’ αυτή την τομή, οι δυνάμεις του συστημικού συντηρητισμού στην Ελλάδα απάντησαν με εθνικιστικό παροξυσμό, τοκίζοντας σ’ ένα εκρηκτικό μίγμα κηρυγμάτων μίσους, παραφιλολογίας, πολιτικών σκοπιμοτήτων και έμμονης προσήλωσης στις «αυτονόητες» βεβαιότητες της αυτο-αναφορικής ταυτότητας. Ο αλόγιστος φόβος και η μνησίκακη απαξίωση του άλλου-ως-εχθρού βγήκαν στο δρόμο και έδωσαν τον τόνο στο συλλαλητήριο της περασμένης Κυριακής, με μισαλλόδοξα και αντισημιτικά συνθήματα (το άθλιο πανό μπροστά στη Βουλή “Εβραίοι της Βουλής τη βάψατε”), έξαλλες κραυγές περί “γυφτοσκοπιανών” μαζί με τα “Μετανοείτε” της ακροδεξιάς του Κυρίου, και επιχείρηση νεοναζιστικών ομάδων (που ο ΣΚΑΙ ονόμασε «αναρχικούς και αντιεξουσιαστές») εξοπλισμένων με σιδηρολοστούς να καταλάβουν το κοινοβούλιο υπό τις ιαχές «αλήτες, προδότες, πολιτικοί». Το σκοταδιστικό αυτό σκηνικό συμπλήρωσε η οργανωμένη εκστρατεία στοχοποίησης, εκφοβισμού και εκβιασμού βουλευτών/βουλευτριών, με την κάλυψη του αναπληρωτή εκπροσώπου της ΝΔ, η οποία συνάντησε την εκκωφαντική δημόσια σιωπή της αντιπολίτευσης αλλά και της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.
Οι εκδηλώσεις αυτές επιχείρησαν να ζωντανέψουν τα φαντάσματα μιας μετεμφυλιακής εθνικοφροσύνης που ήθελε την αριστερά να ισοδυναμεί με εθνική μειοδοσία και τον ιδεολογικό εχθρό του εθνικού κράτους. Μας πήγαν πίσω στα συλλαλητήρια της δεκαετίας του 1990, όταν, νομιμοποιώντας και πυροδοτώντας αντανακλαστικά εθνικοπατριωτικής μνησικακίας, ιεράρχες και ενώσεις εφέδρων εισέβαλαν στη δημόσια ζωή, τα σχολεία έκλειναν για να κατέβουν στο κέντρο της πόλης οι μαθητές και οι μαθήτριες, τελούνταν ολονύκτιες αγρυπνίες, και τα αστικά λεωφορεία μετέφεραν “τον κόσμο” δωρεάν. Σ’ εκείνα τα συλλαλητήρια της πατριδοκαπηλείας, ο δήμος της δημοκρατίας ράγιζε μπροστά στην κοινότητα των δεσμών αίματος –“πατρίς, θρησκεία, οικογένεια”. Λίγους μήνες μετά το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, τον Δεκέμβρη του 1992 στην Αθήνα, έκανε την πρώτη αιματηρή δημόσια εμφάνισή της η Χρυσή Αυγή, μετατρέποντας το “κοινό αίσθημα” της “φυσικής” εθνικής ανωτερότητας σε ρατσιστικό όπλο μίσους και εξάλειψης όσων δεν χωρούν στο νεοναζιστικό δόγμα του “ανήκειν”: στο όνομα της “μιας και ελληνικής” Μακεδονίας, τάγματα εφόδου βιαιοπραγούσαν εναντίον όσων δεν τους έμοιαζαν να εμπίπτουν στο πρότυπο (της λευκής χριστιανικής λεβεντο-αρρενωπότητας) του «σωστού Έλληνα».
Σήμερα, η Νέα Δημοκρατία υιοθετεί την ακροδεξιά ατζέντα του Αντώνη Σαμαρά (που κατηγορούσε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ότι ξεπούλησε τη Μακεδονία το 1992) και του Άδωνι Γεωργιάδη (που απέδιδε την ίδια κατηγορία στον Κώστα Καραμανλή το 2008). Στηρίζει και συμμετέχει στο συλλαλητήριο με το αλυτρωτικό σύνθημα «Η Μακεδονία είναι μια και είναι ελληνική», ενάντια στην κάποτε κομματική γραμμή της σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό για όλες τις χρήσεις. Το ΚΙΝ.ΑΛΛ. συνεχίζει απτόητο στον κατήφορο της νεοσυντηρητικής αναδίπλωσης, πανικόβλητος ουραγός της ΝΔ. Σ’ αυτό το κλίμα πολιτικού ανταγωνισμού, η στάση της αριστεράς εκτός ΣΥΡΙΖΑ εγείρει ερωτηματικά και ανησυχία. Το ΚΚΕ προσχωρεί στη λογική του ελληνικού εθνικισμού περί αλυτρωτισμού της ΠΓΔΜ, και παραμένει προσηλωμένο στη μηχανιστική, υπερκαθοριστική λογική ότι τη συμφωνία «την επέβαλαν οι ξένοι» και άρα είναι κακή. Μεγάλο μέρος του χώρου της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, της εγκλωβισμένης στη ναρκισσιστική αντι-ΣΥΡΙΖΑ εμπάθεια, αναπαράγει με θέρμη στερεότυπα αφηγήματα περί προδοσίας και παραχώρησης της ταυτότητας και της ιστορίας.

Η αγωνιστική δημοκρατία απέναντι στον εθνικό σοβινισμό

Η Συμφωνία είναι μια ακόμη, ίσως η πιο κρίσιμη, πολιτική πράξη που αποτυπώνει ότι τα κινήματα και οι κοινωνικές διεργασίες που οδήγησαν στην εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 αναχαίτισαν στην Ελλάδα τον κίνδυνο της ανόδου του νεοφασισμού, όπως δεν μπόρεσε να γίνει στην Ιταλία, την Αυστρία, την Πολωνία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, τη Δανία, τη Φινλανδία. Παρά τους περιορισμούς που θέτουν οι διεθνείς συσχετισμοί, αλλά και τις υποκειμενικές αδράνειες που επιδέχονται εύλογη κριτική, η δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ στην πολιτική της αλληλεγγύης και της ισότιμης συνύπαρξης αντί του μίσους για τον/την άλλο/η είναι το αντίδοτο στην αξίωση των συνοδοιπόρων της ελληνικής (ακρο)Δεξιάς για μια κλειστή και ευρωκεντρική Ευρώπη – λευκό χριστιανικό φρούριο. Είναι αντίδοτο στους Όρμπαν, Σαλβίνι και Λεπέν που θέλουν να κάνουν ο καθένας το έθνος του «μεγάλο ξανά».
Η πολιτική επιτελεστικότητα της Συμφωνίας των Πρεσπών έγκειται στο ότι ενεργοποιεί τη δημοκρατία απέναντι στον εθνικισμό. Αναπροσανατολίζει το πολιτικό σώμα ως δήμο της δημοκρατίας και όχι ως εθνικά περιχαρακωμένη κλειστή κοινότητα. Αυτή είναι άλλωστε σήμερα η ιστορική ευθύνη της αριστεράς: τη στιγμή που οι άνεμοι του νεοφασισμού απειλούν να παρασύρουν τους νικημένους της νεοφιλελεύθερης κρίσης για να τους εγκλωβίσουν στον οικονομικό εθνικισμό, να αγωνίζεται, με διπλό μέτωπο απέναντι στην ακροδεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό, ώστε η κοινωνική οργή και οδύνη που προκαλεί ο κοινωνικός δαρβινισμός της λογικής της αγοράς να μην μεταφράζεται σε εθνικό σοβινισμό αλλά σε ριζοσπαστική και αγωνιστική δημοκρατία με ορίζοντα τον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Πεδία δυνατότητας και ο ορίζοντας προσδοκίας

Μάιος του 2018: ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης πεσμένος στο έδαφος από τα χτυπήματα των τραμπούκων που συνέχιζαν να τον κλωτσούν. «Αυτή η χολέρα, αυτό το πολιτικό τραβέλι ξεπουλάει τη Μακεδονία», κραύγαζε λίγο πριν ο πρώην περιφερειάρχης. Η πρόκληση για τη δημοκρατία είναι να αναχαιτίσει τις συνθήκες επανάληψης του τρομακτικού αυτού γεγονότος. Να φροντίσει να μην φράζεται ο δημόσιος χώρος από τα τάγματα της φασιστικής βίας, της μισαλλοδοξίας και του εκφοβισμού.
Νοέμβριος του 2018: το σύνθημα “η δημοκρατία πούλησε τη Μακεδονία” γράφτηκε σε σχολική κατάληψη κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών, όταν εκπρόσωποι της ΝΔ δήλωναν συγκλονισμένοι από την ευαισθησία των μαθητών/τριών για τα “σύνορα της Μακεδονίας μας”. Ήταν άραγε τα ίδια σχολεία που κλειδώνονταν για να μην διαβούν τις πύλες τους τα προσφυγόπουλα; Η πρόκληση για τη δημοκρατία είναι να φροντίσει τα σχολεία να μην κλειδώνουν απ’ έξω τις κριτικές γνώσεις του αντιρατσισμού, της ισότητας, της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά να χτίζουν αναχώματα στη μετατροπή της ιστορίας σε εθνική μυθολογία και προκατάληψη ενός περιούσιου έθνους.
Έτσι θα πέσει στο κενό το κήρυγμα του αρχηγού της ΝΔ για κατά το δοκούν ιστορική μνήμη όταν ο ίδιος ζητά να ξεχαστεί ο Γρηγόρης Λαμπράκης και η δολοφονία του –σε εκδήλωση για την ειρήνη- από το ακροδεξιό παρακράτος: «Πείτε μου τώρα αν το παιδί δεκαεφτά χρόνων που θα ψηφίσει για πρώτη φορά και το ενδιαφέρει πώς θα είναι η Ελλάδα το 2030 αν το ενδιαφέρει τι έγινε το 1963». Έτσι δεν θα βρίσκει έδαφος η αυτάρεσκη και χειραγωγητική ιδεολογική απαξίωση της κριτικής σκέψης που συμπυκνώνεται κωμικοτραγικά στον τοξικό λόγο του Κυριάκου Μητσοτάκη: οι ανισότητες που είναι στην ανθρώπινη φύση, οι εξωγήινοι που διατάζουν αλλαγές φύλου στον Υμηττό…
Υπάρχουν στιγμές που επαναστατικό είναι το να τραβήξουμε το φρένο κινδύνου στο τρένο της ιστορίας, έγραφε υπό το πρίσμα του δικού του καταστροφικού παρόντος ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, κορυφαίος μαρξιστής θεωρητικός του μεσοπολέμου, στις «Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας». Ναι, η πολιτική αναχαίτισης του νέου κινδύνου του φασισμού είναι σήμερα επαναστατική. Αυτή είναι η ιστορική ευθύνη της αριστεράς σε στιγμές κινδύνου: να μετατρέπει τις ρωγμές των συσχετισμών δυνάμεων σε πεδία χειραφετησιακής δυνατότητας και σε ορίζοντα προσδοκίας.

* Η Α. Αθανασίου είναι καθηγήτρια στο τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.