Κουλτούρα μνήμης και αλληλεγγύη

Σκέψεις για ένα κοινό αφήγημα στην Ευρώπη

Της Σελίν Σπίκερ*

Τα αποτελέσματα των ευρωπαϊκών εκλογών του Μαΐου 2019 πιστοποιούν ότι οι ακροδεξιές δυνάμεις κερδίζουν στην Ιταλία, στην Γαλλία, στην Ουγγαρία και στην Μεγάλη Βρετανία. Σ΄ αυτήν τη συγκυρία, η Αριστερά οφείλει να υπερασπιστεί τα ευρωπαϊκά κεκτημένα χειραφέτησης, όπως τα δικαιώματα, την ισότητα, την κοινή προστασία του κλίματος και του περιβάλλοντος και φυσικά δεν μπορεί να αποτελεί επιλογή της να τα θυσιάσει στους ακροδεξιούς Λεπέν, Όμπαν ή Σαλβίνι. Αντιθέτως, οφείλει να τα αναδείξει εκ νέου, μέσω ενός κοινού ευρωπαϊκού αφηγήματος και να δημιουργήσει ένα όραμα για μία ζωή που αξίζει, ελκυστικό και για τις νέες γενιές, που θα πηγαίνει πολύ πιο πέρα από το αυτονόητο: «ταξιδεύουμε ελεύθερα χωρίς να δείχνουμε διαβατήρια».
Για να ενισχύσουμε τη δημοκρατική συνείδηση της Ευρώπης, πρέπει να υποκινήσουμε μία ευρύτερη συζήτηση και να ξαναζωντανέψουμε το κοινό πρότζεκτ, που θα εδράζεται στην κοινωνία των πολιτών. Οφείλουμε να αναλογιστούμε τι θα μπορούσε να αποτελέσει ένα νέο ευρωπαϊκό αφήγημα, βασισμένο σε μία κοινή μνήμη.

Σε ένα πλαίσιο ευρωπαϊκής μνήμης

Η κουλτούρα μνήμης συνίσταται, μεταξύ άλλων, από τα Μνημεία όπως τα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης, την ετήσια ημέρα μνήμης στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων στις 27 Ιανουαρίου, τα Μνημόσυνα και τις εκδηλώσεις στους Μαρτυρικούς Δήμους, τις επισκέψεις στα Μνημεία και πολλές άλλες πρωτοβουλίες ενεργών πολιτών και αντιφασιστών.
Είναι γεγονός, ότι η ιστορική συνείδηση για τα εγκλήματα του φασισμού, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα, αποτελεί βασικό παράγοντα εκδημοκρατισμού της κοινωνίας και αντιμετώπισης των ακροδεξιών παρατάξεων. Ποια επιλογή ταύτισης με την ιστορία θα πρέπει να κάνει η Ευρωπαϊκή Αριστερά, εάν θέλει να εμπεδώσει ένα κοινό ευρωπαϊκό αφήγημα και να αντιστέκεται στους εθνικιστικούς μύθους φυλετικής καθαρής ταυτότητας και υπεροχής π.χ. της λευκής ράτσας; Ποια θα μπορούσε να είναι η μορφή μίας κοινής ευρωπαϊκής μνήμης;
Ειδικά στο ζήτημα μίας κοινής ελληνογερμανικής μνήμης ενυπάρχει ο κίνδυνος να «ταυτιστεί» με την άρνηση δίκαιων διεκδικήσεων των θυμάτων. Μέσα σε συνθήκες ανισότητας στην Ευρώπη και ταυτόχρονης γερμανικής ηγεμονίας, θα πρέπει να τονίσει τη διαφορά μεταξύ θυμάτων και θυτών του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου.
Πώς να υπερασπιστούμε σε ένα πλαίσιο κοινής μνήμης τη θυσία των μαρτυρικών χωριών και της αντίστασης στην Ελλάδα – όταν από την μια το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών, υποστηρίζει το «Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον» και χρηματοδοτεί ανταλλαγές νέων και, από την άλλη, αρνείται κατηγορηματικά την υποχρέωση χορήγησης αποζημιώσεων και επανορθώσεων για τα εγκλήματα κατοχής; Και στο σημείο αυτό, από την άλλη μεριά, η ελληνική βουλή, η ελληνική κυβέρνηση, η Εβραϊκή Κοινότητα Θεσσαλονίκης και πολλοί επιζώντες στα μαρτυρικά χωριά, συνεχίζουν να διεκδικούν τις ηθικά και νομικά απαιτούμενες αποζημιώσεις;
Με δεδομένο την εκκρεμότητα μίας κοινής ευρωπαϊκής κουλτούρας μνήμης, η οποία θα σέβεται τα συναισθήματα και τα δικαιώματα των θυμάτων των μαρτυρικών πόλεων και χωριών, προτείνω αυτή να βασίζεται σε δύο πυλώνες: να διαχειριστούμε ενεργά, πρώτον, το παράδειγμα των εργατικών και κοινωνικών κινημάτων του εικοστού αιώνα και, δεύτερον, να αναφερθούμε στο αρνητικό αφήγημα ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης· ότι δηλαδή η συνεργασία ευρωπαϊκών κρατών, αρχικά το 1950 με το Σχέδιο Σουμάν, αποτελούσε πέρα από τα οικονομικά συμφέροντα, ένα σχέδιο ειρήνης που βασίστηκε στα γεγονότα του Ολοκαυτώματος και τις θηριωδίες του ναζισμού, καταλήγοντας στο «Ποτέ ξανά» [Ποτέ ξανά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης. Ποτέ ξανά βία και θαυμασμός πόλεμου. Ποτέ ξανά ανταγωνισμός μεταξύ των ανθρώπων και λαών της Ευρώπης. Ποτέ ξανά ιδεολογίες καθαρής φυλής και υπεροχής της εθνικής ταυτότητας.]

Ένας κοινός τρόπος έκφρασης

Να αναλογιστούμε, λοιπόν, πώς μπορεί να υλοποιηθεί η συναίνεση αυτή και ποιοι τόποι θα μπορούσαν να την εκφράσουν ως Μνημεία κοινής Ευρωπαϊκής μνήμης και τόποι κοινής αναφοράς, φέροντας δημοκρατικό πρόσημο και έχοντας ως βασικό μήνυμα το ‘Ποτέ Ξανά’. Σίγουρα ένα από αυτά θα μπορούσε να είναι το στρατόπεδο συγκέντρωσης Buchenwald στην πόλη της Βαϊμάρης (Θουριγγία), όπου εκεί αντιστασιακοί από όλη την Ευρώπη φυλακίστηκαν και σκοτώθηκαν, αλλά ταυτόχρονα ίδρυσαν και μία μυστική ομάδα αντίστασης. Ίσως θα μπορούσαν μαρτυρικοί τόποι, όπως το Δίστομο, τα Καλάβρυτα, ή οι Λιγκιάδες, να γίνουν τόποι ευρωπαϊκής μνήμης. Τέτοιες ιδέες βρίσκονται ήδη υπό συζήτηση από Γερμανούς ιστορικούς, όπως ο Constantin Goschler.
Είναι γεγονός ότι στην περίπτωση της γερμανοελληνικής σχέσης η ιστορική αφήγηση των δύο λαών εκκρεμεί. Η επεξεργασία του κοινού κατοχικού παρελθόντος πάσχει και στις δύο εμπλεκόμενες χώρες. Στην Ελλάδα, αφενός, λείπει η διδασκαλία της Κατοχής στα σχολεία και στην πανεπιστημιακή διδασκαλία και η προθυμία για την ιστοριογραφική αναβάθμιση της Εθνικής Αντίστασης. Στην Γερμανία, αφετέρου, υπάρχει ελλιπέστατη ενημέρωση. Η αφήγηση θυμάτων και θυτών οφείλει να είναι πολυφωνική (Aleida Assmann, 2018), και να συναποτελείται από βιογραφικά αφηγήματα ανθρώπων και των δύο λαών. Πρόσφατα, δημιουργήθηκε το ερευνητικό πρόγραμμα «Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα», το οποίο υποστηρίζει και το νέο ψηφιακό αρχείο προφορικών μαρτυριών με 93 μαρτυρίες επιζώντων της περιόδου της κατοχής και παρουσιάστηκε στην Ελλάδα στις 26 Μαρτίου 2019 από τους ιστορικούς Άννα Μαρία Δρουμπούκη και Ιάσονα Χανδρινό [βλ. www.occupation-memories.org].
Ένα δεύτερο παράδειγμα για μία κοινή και πολυφωνική μνήμη μας δίνει το πρόσφατο ντοκιμαντέρ «Το Μπαλκόνι. Μνήμες Κατοχής» για το χωριό Λιγκιάδες του σκηνοθέτη Χρύσανθου Κωνσταντινίδη. Σ’ αυτό παρουσιάζονται τα εγκλήματα των Ναζί μέσα από τις προσωπικές αφηγήσεις των επιζώντων και των συγγενών τους. Από τη άλλη μεριά, παρουσιάζεται ο γερμανός ιστορικός Schminck-Gustavus να διερευνά την ιστορία. Με αυτόν τον τρόπο υιοθετείται ένας κοινός τρόπος έκφρασης, ο οποίος αποτελεί σημαντική προϋπόθεση μιας διμερούς συνεννόησης, πέραν των άλλων και για να βρεθεί μία λύση στο εκκρεμές ζήτημα των αποζημιώσεων.

Σημαντικές πρωτοβουλίες αντιφασιστών

Είναι αξιοσημείωτο ότι η κριτική επεξεργασία των γεγονότων στην Γερμανία βασιζόταν μέχρι στιγμής κυρίως σε πρωτοβουλίες γερμανών αντιφασιστών, π.χ. στην πρωτοβουλία «AK Distomo», η οποία υποστηρίζει τις διεκδικήσεις αποζημιώσεων, ή στην πρωτοβουλία «Σεβασμός για την Ελλάδα» από το Βερολίνο, η οποία προτάσσει τρία αιτήματα: Επιστροφή του Κατοχικού Δανείου, επιστροφή των λύτρων που καταβλήθηκαν για την απαλλαγή των εβραίων της Θεσσαλονίκης από τα καταναγκαστικά έργα και τη δημιουργία ειδικού ταμείου για τη βιώσιμη ανάπτυξη της υπαίθρου και στα μαρτυρικά χωριά.
Μία επίσης σημαντική πρωτοβουλία γερμανών αντιφασιστών είναι η ομάδα που από το 2002 διαδηλώνει κατά των βετεράνων προσκυνητών των ναζί στο Mittenwald της Βαυαρίας, την έδρα της μεραρχίας Εντελβάϊς, η οποία διέπραξε την σφαγή των Λιγκιάδων.
Μία εξαιρετικά αξιόλογη προσπάθεια για τη γνωστοποίηση των τόπων μνήμης της Ευρώπης σε ευρύτερο κοινό, αποτελεί η ιστοσελίδα «Τόποι μνήμης στην Ευρώπη» της πρωτοβουλίας «Κύκλος Έρευνας Γερμανική Αντίσταση 1933 -1945». Η ιστοσελίδα αναφέρεται σε χιλιάδες τόπους μνήμης σε χώρες της κατοχής των Γερμανών Ναζί, στις οποίες ακόμη και σήμερα επιζώντες και οικογένειες θυμάτων θυμούνται τα εγκλήματα της κατοχής, του πολέμου και της αντίστασης. Η ιστοσελίδα, η οποία χρηματοδοτήθηκε από τα Γερμανικά ιδρύματα Οττο-Μπρένερ και Ρόζα Λουξεμπούργκ, σκοπεύει να ενθαρρύνει επισκέψεις ταξιδιωτών σ’ αυτούς τους τόπους μνήμης, δείχνοντας τους δρόμους και δίνοντας πρώτες πληροφορίες γι’ αυτούς. Προς το παρόν προβάλλει τόπους στην Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία και Λιθουανία, σκοπεύει όμως να προστεθούν και άλλες χώρες στο μέλλον, όπως η Πολωνία [βλ. www.gedenkorte-europa.eu].

Η κουλτούρα μνήμης ως πεδίο μάχης

Η εμπέδωση μίας κουλτούρας μνήμης, η γνώση και η επίσκεψη στους τόπους των εγκλημάτων δεν αποτελούν όμως μόνιμο φάρμακο έναντι του φασισμού, με την έννοια μίας αυτόματης κάθαρσης – ότι δηλαδή μετά από την επίσκεψη θα είσαι λιγότερο δεκτικός στη φασιστική ιδεολογία. Πριν από λίγα χρόνια, οι περισσότεροι επισκέπτες των στρατοπέδων συγκέντρωσης ανήκαν στη γενιά των εμπλεκόμενων στο ολοκαύτωμα ή ήταν παιδιά τους. Σήμερα αυτό δεν ισχύει. Λόγω μετανάστευσης και με το πέρασμα δεκάδων χρόνων, πολλοί πολίτες δεν έχουν πια άμεση σχέση με την ιστορία του Ναζισμού. Δεν έχουν δηλαδή συγγενή, ο οποίος να εμπλέκεται με την προσωπική του ιστορία, είτε ως δράστης είτε ως θύμα.
Αυτή η έλλειψη μας οδηγεί να διαπιστώσουμε δύο πράγματα: Πρώτον ότι η κουλτούρα μνήμης πρέπει να αλλάξει και δεύτερον ότι η κουλτούρα μνήμης αποτελεί στις κοινωνίες μας πεδίο σύγκρουσης μεταξύ διαφορετικών σχεδίων και ιδιαίτερα ανάμεσα στις ακροδεξιές και δημοκρατικές δυνάμεις.
Ο διευθυντής του στρατοπέδου συγκέντρωσης Buchenwald στην πόλη της Βαϊμάρης, Volkhard Knigge, τόνιζε το 2016 στην έκδοση της καινούριας έκθεσης του μνημείου – η πιο πρόσφατη έκθεση σε μνημείο στην Γερμανία – ότι αυτή πρέπει να εστιάσει στην ανάλυση των γενικών κοινωνικών μηχανισμών, που οδήγησαν στο Ναζισμό: «Τα εγκλήματα δεν συνέβησαν αλλού, αλλά στην καρδιά του γερμανικού λαού. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνεχής σημασία της ιστορίας και της εμπειρίας του Ναζισμού, βασίζεται στη διαπίστωση του πόσο δηλητηριασμένος ήταν ο στόχος της δημιουργίας μιας εθνικά ομοιογενούς, «φυλετικά καθαρής», αρμονικής «εθνικής κοινότητας», απαλλαγμένης από κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις. Κάτι το οποίο δεν σήμαινε τίποτα άλλο, παρά τη δημιουργία συμπεριφορών, που βασίζονταν στη βία και που προκαλούσαν αδιάκοπα βία. Αφενός, επειδή τα θεμέλια μιας ειρηνικής κρατικής τάξης είχαν καταστραφεί και μαζί τους και ο δημοκρατικός διαχωρισμός των εξουσιών, η ισότητα ενώπιον του νόμου, η ελευθερία της έκφρασης και όλα τα άλλα πολιτικά δικαιώματα. Και αφετέρου, επειδή η κατάταξη σε ανθρώπους μικρότερης και μεγαλύτερης αξίας, πυροδοτούσε και δικαιολογούσε τη βία.»
Ας δούμε, λοιπόν, γιατί η κουλτούρα μνήμης αποτελεί πεδίο σύγκρουσης και αντιπαράθεσης, στο οποίο οι ακροδεξιοί προσπαθούν να κερδίσουν έδαφος.

Η ακροδεξιά στοχοποιεί την ιστορική συνείδηση

Η καρδιά της δημοκρατικής Γερμανίας, δηλαδή η κοινωνική συνοχή της, βασίζεται στην αρχή, ότι μάθαμε από τα λάθη του φασιστικού παρελθόντος και δεν θα τα επαναλάβουμε. Το θεμελιακό αφήγημα του γερμανικού μεταπολεμικού κράτους στηρίζεται στη μνήμη του Ολοκαυτώματος των Εβραίων. Για την εμπέδωσή του χρειάστηκαν τέσσερις δεκαετίες, την αλλαγή μίας γενιάς και την πολιτισμική συμβολή της Ανανεωτικής Αριστεράς του ΄68.
Άρα δεν είναι τυχαίο ότι τα στελέχη του ακροδεξιού κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία», AFD, το οποίο στις Ευρωεκλογές απόσπασε 11%, χαρακτηρίζουν αυτήν την ενασχόληση με το φασιστικό παρελθόν μας, «ενοχολατρεία», στα Γερμανικά: «Schuldkult» . Μ’ αυτόν τον όρο στοχοποιούν την ιστορική συνείδησή ως δημοκρατικό κράτος.
Άλλα παραδείγματα από την στρατηγική τους στον πολιτικό δημόσιο λόγο είναι:
Ο πρόεδρος του κόμματος Alexander Gauland είπε ότι η εποχή του ναζισμού είναι, «μόνο όσο μια κουτσουλιά ενός πουλιού» σε σύγκριση με την πλούσια ιστορία της Γερμανίας, προσβάλλοντας έτσι την θλιβερή ιστορία των Εβραίων.
Το 2017, ο Björn Höcke, άλλο στέλεχος του κόμματος, είπε, ότι «η συνεχής χαζή πολιτική ενασχόλησή μας με τον ναζισμό, μας αδρανοποιεί. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι να κάνουμε μια στροφή 180 μοιρών, δημιουργώντας μια νέα κουλτούρα μνήμης», η οποία θα βασίζεται στις ένδοξες στιγμές της γερμανικής ιστορίας.
Ακόμη και ο όρος «Εθνικοσοσιαλισμός», δηλαδή ναζισμός, αντικαθίσταται σ’ αυτή τη διαδικασία με τον όρο «αλληλέγγυος πατριωτισμός». Επιπροσθέτως το δημοκρατικό κράτος δέχεται επίθεση από τους ακροδεξιούς λαϊκιστές με τους όρους «σύστημα των ελίτ», «παλιό καθεστώς» κτλ., κάτι το οποίο τους αναδείχνει σε αγωνιστές της ελευθερίας. Οι καταχρήσεις όρων, όπως αυτές, είναι μία στρατηγική, την οποία παρατηρούμε από τα χρόνια του ΄90, όταν είχε επιλεγεί από τους Νεοσυντηρητικούς ως μέθοδος σύγχυσης των ορίων μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς.
Αποτέλεσμα αυτών είναι οι όροι να χάσουν την ουσία και το περιεχόμενό τους, οι αξίες της Αριστεράς να εκτοπίζονται και εν συνεχεία να χάνονται, ειδικά στις νέες γενιές.
Μία δεύτερη στρατηγική τους είναι η μετατόπιση των ορίων της ανεκτικότητας σχετικά με αυτά που λέγονται δημόσια. Η επανάληψη της προκλητικής αυτής ρητορείας, που προανέφερα, οδηγεί από τη μία στη συχνή και υπερβολική προβολή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και, από την άλλη, στην απευαισθητοποίηση του κόσμου, όσον αφορά την υπέρβαση των ορίων του κοινωνικά ανεκτού λόγου.
Αυτή η μετατόπιση έχει αποβεί πολύ αποδοτική: ήδη τα Μνημεία του Ολοκαυτώματος διαπιστώνουν ότι οι ερωτήσεις των επισκεπτών στις περιηγήσεις έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια, προς την αμφισβήτηση των γεγονότων. Αυξάνονται επίσης οι προκλήσεις των επισκεπτών, ακόμη και σε ευαίσθητους χώρους, όπως τα κρεματόρια, που λένε ότι οι αριθμοί των θυμάτων δεν είναι ορθοί, ότι δηλαδή τα Μνημεία ψεύδονται.
Έτσι, με την πρόκληση σύγκρουσης σε σοβαρά εθνικά ζητήματα, ο δημόσιος λόγος μετατοπίζεται προς τη δεξιά, κάτι το οποίο παρατηρείται και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες μέσω δικών τους εθνικών θεμάτων. Στη Μεγάλη Βρετανία η σύγκρουση εστιάζει στο ζήτημα της εξόδου της από την Ευρωπαϊκή Ένωση ενώ στην Ισπανία έχουμε τη σύγκρουση που αφορά το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Καταλονίας.
Τι μπορούμε να συμπεράνουμε από αυτήν την σύγκρουση στο συμβολικό και φυσικό πεδίο μάχης στα Μνημεία για την αντιμετώπιση των ακροδεξιών δυνάμεων σε όλη την Ευρώπη;
Ένα σημαντικό συμπέρασμα είναι κατά τη γνώμη μου, ότι οφείλουμε να υπερασπιστούμε τους συμβολικούς και φυσικούς χώρους ιστορικής μνήμης και συνείδησης. Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι οφείλουμε να μην εγκαταλείψουμε το πεδίο σύγκρουσης και ως Αριστερά να θέσουμε τα σημεία κοινής αναφοράς. Να εστιάσουμε στους αγώνες για ελευθερία, δημοκρατία και δίκαιη αναδιανομή. Κοινό σημείο αναφοράς μπορεί να είναι το ευρωπαϊκό εργατικό και κοινωνικό κίνημα της προπολεμικής εποχής ή η αντίσταση γενικώς, η αντίσταση στους Ναζί, τόσο των Εβραίων αντιστασιακών, όσο και στα άλλα Ευρωπαϊκά κράτη, όπως στην Ελλάδα, στην Γαλλία, ή στην Πολωνία.

Τα παραδείγματα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης

Από το εργατικό κίνημα, το οποίο παρότι απειλήθηκε από τους Ναζί, κατόρθωσε παρόλα αυτά να τους αντισταθεί, μπορούμε να μάθουμε ότι άντλησε την δύναμή του τόσο από τις δράσεις του στον δρόμο, όσο και από την προσπάθειά του να ανασυγκροτήσει αλληλέγγυες δομές όπως καταναλωτικούς συνεταιρισμούς, αλληλέγγυα σίτιση, συνεταιριστικά εργαστήρια, κοινωνικές κουζίνες, αλληλέγγυες δομές γυναικών, ασφάλιση ανεργίας και πολλά άλλα. Έτσι, υφαίνοντας έναν κοινωνικό ιστό, μεγάλωνε συνεχώς. Στις εθνικές εκλογές τον Νοέμβρη του 1932, πριν ο Χίτλερ αναλάβει την κυβέρνηση, το Κομμουνιστικό Κόμμα κατέλαβε το 16,9 % και το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα 20,4 % (ενώ οι Ναζί πήραν το 33,1 % των ψήφων).
Σήμερα, τα παραδείγματα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, κυρίως στην περίπτωση μεταξύ της Ελλάδας και των άλλων κρατών, είναι επίσης αξιοσημείωτα. Δημιουργήθηκε πλήθος κοινωνικών δομών, όπως πρωτοβουλίες μεταφοράς προϊόντων στο πλαίσιο της δίκαιης και αλληλέγγυας οικονομίας και πραγματοποιήθηκαν ανταλλαγές ανθρώπων που στηρίζουν π.χ. ελληνικά κοινωνικά ιατρεία και φαρμακεία. Η κρίση, με λίγα λόγια, έφερε σε πανευρωπαϊκό επίπεδο νέες αλληλέγγυες δομές.
Ταυτόχρονα, παρατηρούνται προσπάθειες εφαρμογής της νέας αυτοδιοίκησης ή αλλιώς του κοινοτισμού (Municipalism). Παράδειγμα αποτελούν οι αλληλέγγυες πόλεις με πρότυπο τις ‘Sanctuary Cities’ των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες αρχίζουν να οργανώνονται σιγά σιγά και στον ευρωπαϊκό χώρο. Το κίνημα προωθεί την αυτοοργάνωση κοινοτήτων. Γνωστό παράδειγμα κοινοτισμού αποτελεί το κίνημα «Βαρκελώνη en comu» στην Ισπανία, που οργάνωσε μια πόλη υποδοχής προσφύγων.
Άρα, οι αλληλέγγυες πόλεις και η νέα διοίκησή τους, έχουν διαφορετικό πρόσημο από τον εθνικισμό – βασίζονται στην κοινότητα και όχι στο έθνος, κάτι το οποίο προωθεί τη δημοκρατική συμμετοχή και την κοινωνική ενδυνάμωση όλων των πολιτών.
Καταλήγοντας, τα τέσσερα βασικά συμπεράσματά είναι: πρώτον η σύνθεση ενός ευρωπαϊκού αφηγήματος και μίας κοινής μνήμης με πυρήνα, τόσο το «Ποτέ ξανά», όσο και τις αλληλέγγυες πρακτικές των ιστορικών κινημάτων, δεύτερον η υπεράσπιση των συμβολικών και φυσικών τόπων της ιστορικής μας συνείδησης, τρίτον η ενίσχυση ανταλλαγών μεταξύ των πολιτών, και τέταρτον οι αλληλέγγυες πλατφόρμες στη βάση της νέας διοίκησης και της συμμετοχικής δημοκρατίας.
Οι αλληλέγγυες πανευρωπαϊκές πλατφόρμες, μας ενδυναμώνουν και οικονομικά αλλά και συναισθηματικά, γιατί σε μία εποχή που οι λαϊκιστές προσπαθούν να διαχωρίσουν τους λαούς και τους ανθρώπους της Ευρώπης, εμείς ανοίγουμε χώρους επικοινωνίας και κατανόησης, χτίζουμε θεμέλια αλληλεγγύης. Η κοινή μας προσπάθεια συγκινεί, εμπνέει και ενθαρρύνει, γιατί υπερβαίνει τα όρια της εθνικής ιδιοτέλειας, του «εμείς» και του «οι άλλοι». Μας ωθεί να δημιουργούμε χώρους για ανθρώπους, χωρίς να βάζουμε ταμπέλες. Μας δίνει θάρρος να υιοθετήσουμε μια νέα ηθική, μία ανανεωμένη αγωνιστική νοοτροπία. Να μη ζούμε απλώς «όχι φασιστικά» αλλά να μάθουμε να ζούμε «αντιφασιστικά», όπως στα χρόνια του 20, του 30 και του 40.

* Η Σελίν Σπίκερ είναι καθηγήτρια ιστορίας στην Βόρεια Ρηνανία και είναι δραστήρια στην Ελληνογερμανική αλληλεγγύη. Πρόσφατα συνεργάστηκε με το Διεθνές Μουσείο του Ολοκαυτώματος Γιαντ Βασσέμ στην έκδοση εκπαιδευτικού υλικού για την πόλη Μπιάλιστοκ. Μεταφράζει επίσης από τα Νεοελληνικά στα Γερμανικά, όπως βιβλία του Ευκλείδη Τσακαλώτου, του Γιώργου Χονδρού και του Κωστή Χατζημιχάλη. Το κείμενο είναι βασισμένο στην εισήγησή της στην εκδήλωση «Μνήμη και Αλληλεγγύη – Φραγμός στον δρόμο της ακροδεξιάς και του φασισμού» στην Πετρούπολη Αττικής στις 20.05.2019.