Οι ανακατατάξεις που εγκυμονεί η κρίση στον αραβο – περσικό Κόλπο

Οι ανακατατάξεις που εγκυμονεί η κρίση στον αραβο – περσικό Κόλπο

Της Βιβής Κεφαλά

kefala

Από τη δεκαετία του ’50 η Ουάσιγκτον, με το δόγμα Αϊζενχάουερ, είχε καταστήσει σαφές προς όλους ότι ο αραβο – περσικός Κόλπος αποτελούσε περιοχή ζωτικής σημασίας για τα αμερικανικά συμφέροντα, τα οποία οι ΗΠΑ ήταν διατεθειμένες να υπερασπιστούν με «κάθε» μέσο.

Έκτοτε, ο Κόλπος συνεχίζει να έχει ζωτική σημασία για την παγκόσμια οικονομία -λόγω του γεγονότος ότι εκεί υπάρχουν τα μεγαλύτερα γνωστά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου- ενώ οι εξελίξεις σε αυτήν την ζωτικής σημασίας περιοχή ήσαν πολλές και σημαντικές, με αιχμή του δόρατος την ιρανική επανάσταση του 1979.

Η ιρανική επανάσταση, που οδήγησε στην εγκαθίδρυση ενός θεοκρατικού καθεστώτος στην Τεχεράνη, ανέτρεψε τις περιφερειακές ισορροπίες και κλόνισε την περιφερειακή ισχύ των ΗΠΑ, εφόσον όχι μόνο η Ουάσιγκτον απώλεσε ένα σημαντικό σύμμαχο, αλλά και οι εναπομείναντες σύμμαχοι της, δηλαδή οι πετρομοναρχίες του Κόλπου, βρέθηκαν αντιμέτωπες με μία τεράστια πρόκληση. Η πρόκληση αυτή ήταν το επαναστατικό – μεσσιανικό σιιτικό καθεστώς του Ιράν, το οποίο κατήγγειλε στην ουσία τους τις πετρομοναρχίες και κυρίως το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας, που στήριζε και στηρίζει τη νομιμότητα του στη «σουνιτική ορθοδοξία».

Η συνέχεια είναι γνωστή, το Ιράν απομονώθηκε διπλωματικά και οικονομικά, κατηγορούμενο ότι προσπαθεί να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και ότι υποστηρίζει την ισλαμική τρομοκρατία. Εν τω μεταξύ, η Μέση Ανατολή άρχισε να βυθίζεται όλο και περισσότερο στο χάος των ένοπλων συγκρούσεων και της ισλαμικής τρομοκρατίας, μια πορεία που οδήγησε στο σημερινό αιματηρό αδιέξοδο.

Αν και όλες αυτές τις δεκαετίες οι πετρομοναρχίες του Κόλπου, έδιναν την εντύπωση ενός συμπαγούς και σταθερού υποσυστήματος, οικονομικά ισχυρού, αλλά στρατιωτικά ανίσχυρου με σταθερή φιλοδυτική εξωτερική πολιτική, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Πράγματι, παρά το γεγονός ότι η Σαουδική Αραβία παραμένει ηγεμονική δύναμη στο Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (ΣΣΚ), το οποίο ιδρύθηκε με δική της πρωτοβουλία το 1981, άρχισαν να δημιουργούνται τριβές στις σχέσεις των κρατών – μελών, τόσο εξαιτίας των έντονων και πολλαπλών ανατροπών της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, όσο και εξαιτίας των διαφορετικών τους στόχων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Κατάρ διαφοροποιείται αργά αλλά σταθερά από τα υπόλοιπα μέλη του ΣΣΚ, με αιχμή του δόρατος τη δημιουργία του τηλεοπτικού δικτύου Αλ Τζαζίρα, αλλά και την επενδυτική του δραστηριότητα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ και μάλιστα εκτός του πετρελαϊκού τομέα. Παράλληλα, το Κατάρ –το οποίο ασπάζεται επίσης το ουαχαμπιτικό ισλαμικό δόγμα όπως και η Σαουδική Αραβία- μοιράζεται, ως αντικείμενο κράτος, ένα τεράστιο υποθαλάσσιο πεδίο φυσικού αερίου με το Ιράν. Αυτό, όμως, σημαίνει ότι για την αξιοποίηση του, η Ντόχα θα πρέπει να έλθει σε συνεννόηση με την Τεχεράνη.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι η συμφωνία της 14ης Ιουλίου 2015 για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα απαλλάσσει το Ιράν από την κατηγορία της υπόθαλψης ή /και άσκησης ισλαμικής τρομοκρατίας, η προσέγγιση Κατάρ – Ιράν προσκρούει στις άκαμπτες αντιρρήσεις της Σαουδικής Αραβίας, η οποία συνεχίζει να θεωρεί το Ιράν ως υπαρξιακή απειλή, όπως επίσης και στις αντιδράσεις του Ντόναλντ Τραμπ, που συνεχίζει να θεωρεί το Ιράν υπεύθυνο για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή.

 

Αναμενόμενη κρίση

 

Η κρίση που ξέσπασε τον Ιούνιο του 2017, επομένως, δεν είναι ούτε τυχαία ούτε απροσδόκητη, πολύ περισσότερο που έχει προηγηθεί η κρίση του 2014, η οποία έφθασε μέχρι του σημείου ανάκλησης των πρέσβεων των υπολοίπων κρατών του ΣΣΚ από την Ντόχα. Αφορμή για την κρίση, τότε, ήταν η στήριξη ή όχι των Αδελφών Μουσουλμάνων στα αραβικά κράτη όπου είχαν καταλάβει την εξουσία μετά τις αραβικές εξεγέρσεις του 2011, όπως στην Αίγυπτο ή την Τυνησία.

Τότε, όπως και τώρα, η Σαουδική Αραβία, όπως επίσης και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αλλά και το Μπαχρέϊν, στήριξαν –πολιτικά και κυρίως οικονομικά- αντισλαμικές δυνάμεις, όπως το στρατηγό Σίσσι στην Αίγυπτο. Η στάση αυτή της Σαουδικής Αραβίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αντιφατική, όμως αποτελεί την απλή έκφραση ενός πολιτικού υπολογισμού, στον οποίο δεν υπεισέρχονται ιδεολογικοί παράγοντες ή ιδεολογικές συγγένειες. Στην πραγματικότητα το Ριάντ φοβόταν ότι οι αραβικές εξεγέρσεις θα μπορούσαν να φθάσουν και στον Κόλπο, όπως επίσης φοβόταν και την αυξανόμενη πολιτική επιρροή των Αδελφών Μουσουλμάνων, όπως έδειξε η νίκη τους στην Αίγυπτο. Το Κατάρ από την πλευρά του συνέχιζε, και συνεχίζει, να υποστηρίζει τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, θεωρώντας προφανώς ότι η υποστήριξη αυτή όχι μόνο δεν του κοστίζει σε εσωτερικό επίπεδο, όπως π.χ. κοστίζει στη Σαουδική Αραβία, αλλά και ότι μπορεί να του φανεί χρήσιμη και στο μέλλον.

Σε κάθε περίπτωση, η κρίση του 2014 έληξε, όμως το πρόβλημα των αντιθετικών επιδιώξεων παρέμεινε και οδήγησε στην κρίση του 2017. Αυτή τη φορά, η κατάσταση εκτραχύνθηκε, καθώς το Κατάρ κατηγορήθηκε ότι ενισχύει συλλήβδην την ισλαμική τρομοκρατία. Κατόπιν αυτού, η Σαουδική Αραβία, θεωρώντας ότι έχει την υποστήριξη του αμερικανού προέδρου Τραμπ, εφόσον κοινός τους αντίπαλος είναι το Ιράν, συνεπικουρούμενη από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν και την Αίγυπτο, απέκλεισε το Κατάρ από ξηράς και θαλάσσης και έθεσαν απαράδεκτους όρους για την άρση του αποκλεισμού του, όπως, μεταξύ άλλων, την οριστική διακοπή της λειτουργίας του Αλ Τζαζίρα, το κλείσιμο της τουρκικής στρατιωτικής βάσης στο Κατάρ, τη διακοπή των σχέσεων με το Ιράν κλπ.

Καμία υποχώρηση

Όπως ήταν αναμενόμενο, το Κατάρ απέρριψε τους όρους αυτούς, τονίζοντας ότι παραβιάζουν την κρατική του κυριαρχία, ενώ -όπως ήταν επίσης αναμενόμενο- η Τουρκία αλλά και η Ρωσία στήριξαν το Κατάρ. Εν τω μεταξύ, οι ΗΠΑ φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι η κρίση μεταξύ των συμμάχων τους στον Κόλπο αποβαίνει εις βάρος τους και προσπαθούν –ανεπιτυχώς προς το παρόν- να άρουν το αδιέξοδο.

Την ίδια ώρα, η Σαουδική Αραβία προσπάθησε να εκμεταλλευτεί πολιτικές διαφορές ανάμεσα στον εμίρη του Κατάρ και μέλους της καταριανής βασιλικής οικογένειας, όμως η προσπάθεια όχι μόνο απέβη άκαρπη, αλλά ίσως και να έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα, συσπειρώνοντας τους κατοίκους της χώρας έναντι της σαουδαραβικής επεμβατικότητας. Παράλληλα –και ενώ το Κατάρ παραμένει αποκλεισμένο, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει ιδιαίτερα προβλήματα- ο εμίρης Αλ Θάνι ανακοίνωσε την πρόθεση του να αναβαθμίσει τις σχέσεις της χώρας του με το Ιράν: στις 25 Αυγούστου η Ντόχα ανακοίνωσε ότι επιστρέφει στην Τεχεράνη ο πρέσβης του Κατάρ, ο οποίος είχε ανακληθεί πριν από δύο χρόνια σε ένδειξη συμπαράστασης προς τη Σαουδική Αραβία.

Όπως προκύπτει, η κρίση στον Κόλπο όχι μόνον συνεχίζεται αλλά και εντείνεται, καθώς καμία πλευρά δεν είναι διατεθειμένη να υποχωρήσει, αφού το διακύβευμα είναι τεράστιο και αφορά τη δημιουργία νέων πολιτικών και στρατηγικών ισορροπιών στον αραβο – περσικό Κόλπο. Πράγματι, η κρίση δεν αφορά μόνο τη διατήρηση ή όχι του ηγεμονικού ρόλου της Σαουδικής Αραβίας στα πλαίσια του ΣΣΚ, αλλά και τη διατήρηση της αμερικανικής επιρροής στη σημαντική αυτή περιοχή του κόσμου και μάλιστα σε μία περίοδο που η Ουάσιγκτον χάνει έδαφος στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Επιπλέον, η κρίση αφορά την επανένταξη του Ιράν στο περιφερειακό υποσύστημα του Κόλπου, την εμφάνιση της Ρωσίας στην περιοχή, αλλά και την παγίωση μιας σουνιτικής συμμαχίας ανάμεσα στην Άγκυρα και τη Ντόχα.

Προς το παρόν, η έκβαση της νέας κρίσης στον Κόλπο είναι αβέβαιη. Το βέβαιο, όμως, είναι ότι εγκυμονεί σοβαρές περιφερειακές και τοπικές ανατροπές, με σαφή πολιτικό -και όχι ιδεολογικό ή θρησκευτικό- χαρακτήρα.