Κυριακή αργία και με τη βούλα του ΣτΕ

Οι τελευταίες εξελίξεις στο θέμα της Κυριακάτικης αργίας

aranitou

Της Βάλιας Αρανίτου

Η συζήτηση σχετικά με την κυριακάτικη αργία δεν είναι καινούργια. Το ζήτημα για το κυριακάτικο άνοιγμα των καταστημάτων έχει ξεκινήσει πριν από πολλά χρόνια και έκτοτε έχει ασκηθεί, βαθμιαία, μεγάλη πίεση. Οι μικροί και μεσαίοι επιχειρηματίες, όμως, μαζί με τους εργαζόμενους εναντιώνονταν. Πρόκειται για την περίοδο που υπερίσχυε η άποψη της μεσαίας τάξης.
Με την έλευση των μνημονίων ξεκίνησε νέος γύρος πιέσεων, σε διάφορες φάσεις: H πρώτη, τον Αύγουστο του 2013, όπου με τον Ν. 4177 ορίστηκε ότι το γενικό άνοιγμα (προαιρετικά) θα ισχύει μόνο για επτά Κυριακές το χρόνο (δυο τα Χριστούγεννα, από μία στις εκπτώσεις, μία το Πάσχα – πλέον οι Κυριακές έχουν γίνει οκτώ). Για όσα καταστήματα είναι κάτω από 250 τετραγωνικά, αποφασίζει ο αντιπεριφερειάρχης αν θα μείνουν ανοιχτά και κάποιες άλλες Κυριακές. Ενώ, λοιπόν, κλείνει μ’ όλα αυτά ο πόλεμος της Κυριακής, έρχεται η δεύτερη φάση, τον Απρίλη του 2014, όταν προσδιορίζονται τρεις – τουριστικές – περιοχές, στις οποίες θα είναι ανοιχτά τα μαγαζιά, ανεξαρτήτως μεγέθους, για όλο το χρόνο.
Η προσπάθεια για το άνοιγμα των καταστημάτων τις Κυριακές μπορεί να φαίνεται αρχικά απλό ζήτημα, έχει ωστόσο σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, αλλά και ιδεολογικές απολήξεις. Συνδέεται με την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, το στραγγαλισμό της μικρής επιχείρησης και, τελικά, την υποταγή στην προσπάθεια της βίαιης ανακατανομής του κεφαλαίου που επιχειρείται στην Ελλάδα.

Η απόφαση του ΣτΕ

Η ΕΣΕΕ, μαζί με τους Εμπορικούς Συλλόγους και επιχειρήσεις, προσέφυγε κατά της συγκεκριμένης απόφασης στο ΣτΕ, καθώς θεώρησε ότι απελευθέρωνε τελείως την λειτουργία των καταστημάτων τις Κυριακές σε μεγάλες περιοχές της χώρας. Το ΣτΕ κατέληξε στην πρόσφατη απόφαση του (100/2017), η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συμπλέει με τις πάγιες θέσεις της πλειοψηφίας του εμπορικού κόσμου.
Ειδικότερα, η εν λόγω υπουργική απόφαση χαρακτηρίστηκε από το ΣτΕ ως μη νόμιμη και ακυρώθηκε. Το σκεπτικό του δικαστηρίου εστίασε στο γεγονός ότι η υπουργική απόφαση και το νομοθετικό της καθεστώς βρίσκεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 2, 4, 5, 21, 22, 25 και 106 του Συντάγματος, οι οποίες προστατεύουν τα δικαιώματα των εργαζομένων και των πολιτών σε σχέση με την αργία της Κυριακής, ως ελεύθερου χρόνου, ως τακτικού διαλείμματος της εβδομαδιαίας εργασίας και ως χρόνου οργάνωσης της κοινωνικής και οικογενειακής ζωής τους. Επιπρόσθετα, αμφισβήτησε την ειδική εξουσιοδοτική διάταξη που επιτρέπει στον υπουργό να δημοσιεύει τέτοιες αποφάσεις. Παράλληλα, αποτελεί και ένα μήνυμα προς τους «Θεσμούς» να πάψουν να πιέζουν και να αντιμετωπίζουν μία ξεχωριστή ημέρα, ως μία «καθημερινή». Τέλος, επισημαίνεται ότι δεν αλλάζει κάτι επί του παρόντος στην υφιστάμενη λειτουργία της αγοράς.

Και οι τουριστικές περιοχές;

Η απόφαση του ΣτΕ σημαίνει ότι δεν υφίσταται κανένα θέμα στις τουριστικές περιοχές. Η αλήθεια είναι πως ουσιαστικά ποτέ δεν υπήρξε. Παραδοσιακά, στις τουριστικές περιοχές σ’ όλη την Ελλάδα τα καταστήματα είναι ανοιχτά συνέχεια τέσσερις – πέντε μήνες το χρόνο. Από το 2005, προβλέπεται ότι οι τουριστικοί τόποι μπορούν να λειτουργούν Κυριακή και ημέρες αργίας με τη σύμφωνη γνώμη του Νομάρχη–Αντιπεριφερειάρχη, του υπουργού Τουρισμού και των τοπικών οργανώσεων. Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε, λοιπόν, κανένας λόγος για τη δημιουργία του συγκεκριμένου πλαισίου για το κυριακάτικο άνοιγμα των καταστημάτων σε τουριστικές περιοχές.

Γιατί όμως τέτοια φασαρία;

Για να μην υπάρχουν αμφιβολίες, η πραγματική γενεσιουργός αιτία του νόμου ήταν το άνοιγμα της Κυριακής στις περιοχές της Αττικής και στην ευρύτερη ζώνη της Θεσσαλονίκης, όπου έχουν υλοποιηθεί επενδύσεις σε «εκπτωτικά χωριά», χωρίς ωστόσο οι αποδόσεις να έχουν πιάσει τους αρχικούς στόχους. Τα κίνητρα για τη δημιουργία αυτών των χωριών ήταν βεβαίως κυρίως οικονομικά. Επενδύσεις στον «αγρό», σε φθηνά οικόπεδα και χωρίς ιδιαίτερη αρχιτεκτονική είχαν ως αποτέλεσμα το κτίσιμο «κουτιών» και την «αξιοποίηση» μεγάλων χώρων, με την προσδοκία του γρήγορου και εύκολου κέρδους.
Ωστόσο, οι καταναλωτικές συνήθειες των Ελλήνων μοιάζει να μην περιλαμβάνουν ψώνια σε κλειστούς, δαιδαλώδεις χώρους οπότε η επιτυχία αυτών των επενδύσεων ήταν αμφισβητήσιμη. Η οικονομική ύφεση συνετέλεσε στην κατώτερη των προσδοκιών επιτυχία των επενδυτών στο εμπόριο του real-estate. Η μείωση της καταναλωτικής δαπάνης επηρεάστηκε από την αλλαγή στην καταναλωτική συμπεριφορά και ειδικότερα στον τρόπο πληρωμής. Ενώ τη δεκαετία 2000-2010 οι αγορές γίνονταν με τις πιστωτικές κάρτες και σε πολλές δόσεις, τώρα δεν έχουν πια οι καταναλωτές αυτή τη δυνατότητα. Προτιμούν έτσι να πάνε στο κοντινό κατάστημα και να ψωνίσουν ακόμα και με δόσεις, αλλά και με το τεφτέρι πια, το οποίο επανήλθε. Έτσι, λοιπόν, τα μαγαζιά αυτά τα Μall του «αγρού», δεν έχουν την απαιτούμενη κίνηση. Η μόνη ελπίδα για την ανάκαμψη του τζίρου αναδείχθηκε η Κυριακή! Γιατί τότε βγαίνει όλη η οικογένεια και μπορεί να επισκεφτεί το εκπτωτικό χωριό, το μεγάλο Μall ως εκδρομή. Επιχειρήθηκε, λοιπόν, αρχικά με τις επτά Κυριακές.

Ποιος ήταν τελικά ο πραγματικός στόχος

Τα συμφέροντα, βέβαια, πίσω από το συγκεκριμένο project αποδείχτηκε πως ήταν πολύ μεγάλα. Ας μη λησμονείται το γεγονός πως η πρόταση για άνοιγμα των καταστημάτων τις Κυριακές εκκολάφθηκε και προωθήθηκε και από την περιβόητη εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ, με επιχειρήματα του ύφους: «Στο εξωτερικό όλα τα μαγαζιά είναι ανοιχτά». Βέβαια, η άποψη αυτή είναι η μισή αλήθεια, καθώς μπορεί πχ στο Λονδίνο να υπάρχει ένας/δύο κεντρικοί δρόμοι με ανοιχτά μαγαζιά τις Κυριακές, αλλά η Αγγλία δεν είναι μόνο το Λονδίνο. Στην Αθήνα οι τουρίστες έρχονται για διαφορετικούς λόγους, υπερτερεί ο πολιτιστικός τουρισμός, τα ταβερνάκια, η φύση, η ωραία βόλτα.
Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί πως ένας ακόμα στόχος του κυριακάτικου ανοίγματος των καταστημάτων ήταν η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, αλλά και η περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Ο εργαζόμενος στο εκπτωτικό ή στο Mall θα υποχρεωνόταν να δουλέψει την Κυριακή, διαφορετικά θα κινδύνευε να χάσει την εργασία του. Από την άλλη, θα ασκούνταν ισχυρές πιέσεις στο μικρομεσαίο επιχειρηματία, σωματικές και ψυχικές. Χωρίς μπλοκ επιταγών, κεφάλαια κίνησης και πολλές φορές τη δυνατότητα περίθαλψης, η κυριακάτικη λειτουργία θα τον έφερνε αντιμέτωπο με εξαντλητικά ωράρια, αυξημένο κόστος λειτουργίας και εξουθενωτικό ανταγωνισμό. Οι μικροί εργοδότες  θα μετατρέπονταν σε ένα στρατό ανέργων, οι οποίοι, εν συνεχεία, θα ήταν προς διάθεση ως εργαζόμενοι υψηλής ειδίκευσης. Επιπλέον, με δεδομένο το μεγάλο μέγεθος της απασχόλησης στο εμπόριο, αλλά και τις ποικίλες αλληλεπιδράσεις που έχει με μια σειρά άλλες δραστηριότητες (τραπεζικός τομέας, υπηρεσίες κ.ά.), καθώς και τη γενικότερη λειτουργία των πόλεων, οι αλλαγές που θα είχαν επέλθει στο χρόνο λειτουργίας των καταστημάτων, θα επηρέαζαν ευθέως τις εργασιακές σχέσεις στο σύνολό τους.

Υπάρχει εναλλακτική;

Το πρόβλημα της συρρίκνωσης του κλάδου είναι αναμφισβήτητο. Περίπου το 35% των εμπορικών επιχειρήσεων, πάνω από 100.000, έκλεισαν τα τελευταία χρόνια. Από ένα σύνολο 320.000 το 2008, είναι ανοιχτές σήμερα 200.000, γεγονός που φαίνεται παντού δια γυμνού οφθαλμού. Ωστόσο, οι τόσο απαραίτητες επενδύσεις μπορεί να υλοποιηθούν διαφορετικά. Στο κέντρο υπάρχουν τόσα κενά μεγάλα καταστήματα, η αξιοποίηση των οποίων θα μπορούσε να αναζωογονήσει ριζικά το κέντρο. Μια πόλη με τόσα κλειστά καταστήματα δεν προσελκύει κανέναν οποιαδήποτε μέρα.

Ψέματα και κίνδυνοι

Υπήρξαν πολλές φωνές που υποστήριξαν ότι η λειτουργία των καταστημάτων την Κυριακή θα βελτίωνε σημαντικά τον τζίρο των καταστημάτων. Ωστόσο, δεν έγινε ποτέ σαφές πώς θα γίνει αυτό, αφού το διαθέσιμο εισόδημα είναι δεδομένο. Επιπλέον, μεγάλη ανησυχία προκάλεσε το γεγονός ότι στη λίστα με τις τουριστικές περιοχές για την πιλοτική εφαρμογή των 52 Κυριακών περιλαμβάνονταν περιοχές όπως το Πικέρμι και η Ραφήνα. Αυτή η απόφαση θα πρέπει να συνδυαστεί με το γεγονός ότι το εκπτωτικό χωριό είναι στα Σπάτα, γεγονός που ενδεχομένως να προκαλούσε αίτημα του δήμου για επέκταση της πιλοτικής εφαρμογής του μέτρου, ενώ θα ακολουθούσαν και πολλά άλλα αντίστοιχα αιτήματα. Επιπρόσθετα στοιχεία και αναλύσεις από καταγραφές δείχνουν πως ακόμα και στις περιπτώσεις που το κατάστημα έχει δουλειά την Κυριακή που ανοίγει – η προηγούμενη και η επόμενη εβδομάδα είναι ουσιαστικά νεκρές.
Ούτε όμως το επιχείρημα περί τόνωσης του κύκλου εργασιών ευσταθούσε, αφού η κυριακάτικη λειτουργία θα αύξανε το λειτουργικό κόστος της επιχείρησης: το επιπλέον 75% στο ημερομίσθιο, το επιπλέον ρεύμα κ.τ.λ. Ούτε νέες προσλήψεις θα γίνονταν, διότι απλούστατα θα επιλεγόταν η επαναοργάνωση του υπάρχοντος προσωπικού και ένα τμήμα του θα εργαζόταν την Κυριακή. Επίσης, τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα θα ήταν αδύναμα έως μηδαμινά. Η εγκατάσταση πολύ μεγάλων μονάδων σε συγκεκριμένους τομείς δεν θα προσέφερε σχεδόν τίποτα στην εγχώρια οικονομία, αφού οι μονάδες αυτού του μεγέθους, σε αντίθεση με τις μικρές, προμηθεύονται κατά κύριο λόγο από παραγωγούς άλλων χωρών. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στον τουρισμό. Ως εκ τούτου, η αναδιοργάνωση που επιχειρήθηκε στο εμπόριο θα είχε καταλυτικές και δυσμενείς επιπτώσεις στο σύνολο της αγοράς εργασίας, αλλά και εκείνης των αγαθών και των  υπηρεσιών.