ΛΑΕ: Αναζητώντας τις αιτίες της ήττας…

 

Του Στάθη Κουτρουβίδη

Η ΛΑΕ το διάστημα αμέσως μετά τις εκλογές φαίνεται ότι έχει περιέλθει σε μια κατάσταση εσωστρέφειας, αναζητώντας τις αιτίες της εκλογικής της ήττας. Παρόλα αυτά το Πολιτικό Συμβούλιο της ΛΑΕ που συνέρχεται σήμερα αναμένεται να αποφασίσει την πιθανότητα και το σχήμα με το οποίο η ΛΑΕ θα κατέβει στις επερχόμενες εκλογές της 7ης Ιουλίου. Πρόθεση της ΛΑΕ πάντως είναι η αναζήτηση ευρύτερων συνεργασιών με άλλες αριστερές, αντιμνημονιακές δυνάμεις, ενώ το θέμα του επικεφαλής του σχήματος αναμένεται να απασχολήσει το κόμμα σε επόμενη περίοδο.

Κριτική και αυτοκριτική

Αφορμή για αυτήν την κατάσταση πάντως υπήρξε κυρίως η παραίτηση του Παναγιώτη Λαφαζάνη από τη θέση του γραμματέα του κόμματος και από μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Αριστερού Ρεύματος, κατά την οποία με θάρρος και με αρκετή δόση αυτοκριτικής, αμέσως μετά την εκλογική αποτυχία ανέλαβε την ευθύνη του ανεπιτυχούς αποτελέσματος. Δεν ήταν όμως ο μόνος που υπέβαλε παραίτηση, το ίδιο έπραξε και το στέλεχος της ΛΑΕ, Στάθης Λεωτσάκος από τη θέση του συντονιστή της Πολιτικής Γραμματείας του κόμματος. Ωστόσο, οι δύο αυτές παραιτήσεις συνοδεύτηκαν από μια ομιλία – εισήγηση του Παναγιώτη Λαφαζάνη στο πλαίσιο της Κεντρικής Επιτροπής του Αριστερού Ρεύματος της ΛΑΕ η οποία περιέπλεξε περισσότερο τα πράγματα όσον αφορά τον εντοπισμό των αιτιών της ήττας και το τι ακριβώς ο ίδιος ο Παναγιώτης Λαφαζάνης επιθυμούσε να κάνει. Σε σύντομη τοποθέτησή του στην ιστοσελίδα ΙΣΚΡΑ, επιχειρώντας να εξηγήσει τα αίτια παραίτησής του επεσήμανε ότι πιέστηκε από τις εξελίξεις και τις παροτρύνσεις και άλλων μελών της Εκτελεστικής Γραμματείας του Αριστερού Ρεύματος, ενώ ο ίδιος δίσταζε να προχωρήσει σε μια τέτοια απόφαση παρά την αρχική πρόθεση και εξαιτίας πιέσεων από άλλα μέλη που του ζητούσαν να παραμείνει τουλάχιστον για ένα διάστημα: «Αυτή, άλλωστε, ήταν η δηλωμένη πρόθεσή μου, (ενν. της παραίτησης) όταν ανέλαβα από τη πρώτη στιγμή πλήρως την ευθύνη του κακού εκλογικού αποτελέσματος. Αν τότε δεν παραιτήθηκα, είναι γιατί άκουσα αρκετούς συντρόφους που εκτιμώ και οι οποίοι μου ζήτησαν να συγκρατηθώ, τουλάχιστον για λίγες μέρες. Όταν, όμως, σε συνεδρίαση διευρυμένης Εκτελεστικής Γραμματείας του Α.Ρ είδα επιστολές και άκουσα παροτρύνσεις για παραίτησή μου, ο κύβος της παραίτησής μου είχε για μένα ριφθεί», ανέφερε με αφοπλιστικό τρόπο ο κ. Λαφαζάνης.
Στην αναλυτική του παρέμβαση επισημαίνει και άλλα στοιχεία κριτικής και αυτοκριτικής. Εκτός της έντονης πολιτικής επίθεσης που άσκησε προς την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ όσον αφορά κυρίως την υποχώρηση των αριστερών πολιτικών δυνάμεων που κατέγραψαν οι κάλπες, άφησε και ορισμένες αιχμές προς ορισμένα στελέχη της ΛΑΕ, και συνιστώσες της οι οποίες αφήνεται να εννοηθεί ότι βρίσκονταν απέναντι στην όποια προσπάθεια που κατέβαλε ο ίδιος –όχι όμως με επιμονή κα με συνέπεια, κριτική την οποία αποδέχεται πλήρως- να αλλάξει η εικόνα της ΛΑΕ.

Η συμφωνία των Πρεσπών

Έτσι ως κύρια αιτία της εκλογικής ήττας της ΛΑΕ σημείωσε «…θεωρώ, ότι, παρά τις κατά καιρούς προτάσεις μου, δεν επιχείρησα, με επιμονή, σθένος και διαδικασίες δημιουργικού σοκ ώστε να πραγματοποιηθούν, όλες εκείνες οι ριζοσπαστικές τομές και βαθιές ανατροπές που όφειλαν να γίνουν στη ΛΑΕ για να προχωρήσει η αναγκαία πολιτική, ιδεολογική, προγραμματική οργανωτική ανασυγκρότησή της. Αποδείχθηκε ότι όφειλα να αναλάβω αυτό το ρίσκο αντί της συνέχισης των αρνητικών ισορροπιών και των μικρών ανεπαρκέστατων βημάτων, που χαρακτήριζαν την πολιτική και οργανωτική πορεία της ΛΑΕ και τα οποία είχαν πολύ δυσμενή έως οδυνηρό αντίκτυπο στην διαδρομή της, και ιδιαίτερα, στο εκλογικό της αποτέλεσμα», ακόμη σημείωσε.
Στην ίδια την εισήγηση αναφέρεται όμως και σε παραδείγματα για να εξηγήσει το φαινόμενο αυτής της αδυναμίας του κόμματος και του ίδιου να προχωρήσει μπροστά. Τονίζει χαρακτηριστικά ότι ήταν μέγα ολίσθημα, αν όχι και παρέκκλιση από τις αρχές μας, ότι δεν καταφέραμε να εκδώσουμε μια κοινή θέση για την Συμφωνία των Πρεσπών, ενώ προσωπικά διαρκώς εκφωνούσα μια άποψη εναντίον της Συμφωνίας μια άποψη που είχε αρχή, μέση και τέλος, δεχόμουνα καταιγιστικά πυρά και εύκολες κατηγορίες για εθνικισμό, οι οποίες συχνά έφταναν από επαγγελματικά αριστερόμετρα σε πρωτοφανείς συκοφαντικές κατηγορίες, οι οποίες, έβρισκαν έδαφος στις γραμμές και άλλων συνιστωσών της ΛΑΕ, αλλά ακόμα και Αριστερού Ρεύματος.»­