Λένιν και Λούξεμπουργκ, στο χθες και στο σήμερα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Της Κατέ Καζάντη

Εκατό χρόνια μετά το θάνατο της Ρόζας Λούξεμπουργκ, 95 μετά το θάνατο του Βλαντιμίρ Λένιν και 30 μετά το γκρέμισμα του τείχους του Βερολίνου, ο αντιφατικός χαρακτήρας της κίνησης των μαζών, ο οποίος ενισχύει, αντί να ανακόπτει, την καπιταλιστική ολοκλήρωση, επαναφέρει θεμελιώδη, για όσους μετέχουν σε αριστερούς πολιτικούς σχηματισμούς, θεωρητικά ερωτήματα. Όχι, προφανώς, χάριν κάποιας άσκησης του νου, αλλά για να επανακαθοριστεί, όπου είναι δυνατόν, η δράση, και ο τρόπος της δράσης, για τον κοινωνικό μετασχηματισμό, αφού «χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατική πράξη».

Τι κόμμα χρειαζόμαστε

Η επίμαχη διαφωνία Λούξεμπουργκ – Λένιν, λοιπόν, για το κόμμα που θέλουμε, οι στρατηγικοί στόχοι, που, κατ’ ανάγκη γίνονται οργανωτικοί, οι σχέσεις, ή οι σχάσεις, μεταξύ των προερχόμενων από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα ή τάσεις μελών –π.χ. προλετάριοι, διανοούμενοι, «μπολσεβίκοι –μενσεβίκοι» κ.λπ.- έρχονται από το παρελθόν για να οδηγήσουν στο μέλλον.
Κι ενώ τα ιστορικά συμφέροντα των υποτελών τάξεων επλήγησαν, αφού οι συσχετισμοί δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και κόσμου της εργασίας άλλαξαν, με τους δεύτερους να χάνουν μεγάλο μέρος της δύναμής τους, η νεοδεξιά παλινόρθωση θριαμβεύει στον δυτικό κόσμο. Το διακύβευμα άρα για τη διαμόρφωση του πολιτικού σχηματισμού που θα επανασυσπειρώσει τις υποτελείς τάξεις, παραμένει. Τι κόμμα θέλουμε/οραματιζόμαστε ή, αλλιώς, τι κόμμα χρειαζόμαστε δεν είναι κατ’ ανάγκη αυτονόητο ούτε ίδιο για όλους.
Στον λενινιστικό δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, όπου οι μειοψηφικές ομάδες μελών ασκούν μεν το δικαίωμα στην κριτική της γραμμής της ηγεσίας ή του κόμματος, οφείλουν όμως να πειθαρχούν στις αποφάσεις της πλειοψηφίας, βασίζονται περίπου όλα τα –αριστερά αλλά και δεξιά- κόμματα.
Ο «Γιακωβίνος, ακατάλυτα δεμένος στην οργάνωση του ταξικά συνειδητοποιημένου προλεταριάτου» που ορίζει ο Λένιν ως το πρότυπο του επαναστάτη, περιτριγυρίζεται από την ανοργάνωτη, αν και επαναστατική, μάζα. Αυτή η μάζα πλαισιώνει την ελίτ των επαναστατών, οι οποίοι και ελέγχουν το κίνημα, συγκρατούν τις οπορτουνιστικές αποκλίσεις, συγκροτούν τα ανώτερα όργανα, την Κεντρική Επιτροπή κ.ο.κ. Μια εργοστασιακού τύπου συγκρότηση, σχεδόν πυραμιδική, προστάτευε το κόμμα από τους πολιτικούς καιροσκόπους αλλά και από τους ανεκπαίδευτους, άρα εύκολα χειραγωγήσιμους, προλετάριους. «Ας πάνε στο καλό οι παλιάνθρωποι. Το κόμμα ξεφορτώνεται τα μικροαστικά σκουπίδια», έλεγε για τους διανοούμενους ο Λένιν, κρατώντας αυστηρά τις γραμμές ενός κόμματος της εργατικής πρωτοπορίας. Μιας πρωτοπορίας η οποία δεν θα μπορούσε να περιλαμβάνει όλη την εργατική τάξη, μιας και η πολλαπλών εκφάνσεων συνείδησή της χρειάζεται καθοδηγητές και διαμορφωτές. Έχουμε έτσι ένα κόμμα που εκφράζει μεν ιστορικά τα συμφέροντα του προλεταριάτου, δεν ταυτίζεται όμως με την τάξη καθεαυτή.
Στον αντίποδα, για τη Λούξεμπουργκ «οι μάζες στην πραγματικότητα είναι ο ηγέτης του εαυτού τους, αναπτύσσοντας διαλεκτικά τη δική τους αναπτυξιακή πορεία».
«Όλες τις πολιτικές αρετές του σοσιαλισμού, όπως και τις γνώσεις και τις ικανότητες τις απαραίτητες για τη διεύθυνση των σοσιαλιστικά οργανωμένων επιχειρήσεων, η εργατική μάζα δεν μπορεί να τις αποκτήσει παρά με τη δική της δραστηριότητα, τη δική της πείρα…», έγραφε («Τι ζητάει ο Σπάρτακος»).
Ο γραφειοκρατικός εκφυλισμός που προέκυψε μετά τη Ρώσικη Επανάσταση, λόγω της ανελευθερίας, γίνεται κομβικό στοιχείο στην κριτική που η Λούξεμπουργκ ασκεί. Η κατάργηση της Συντακτικής Συνέλευσης είναι βασικό, αλλά έπονται κι άλλα: «Ο Λένιν και ο Τρότσκι, αρνούμενοι τα αντιπροσωπευτικά σώματα που βγήκαν από τις γενικές λαϊκές εκλογές, εγκατέστησαν τα Σοβιέτ ως τη μοναδική γνήσια αντιπροσώπευση των εργαζόμενων μαζών. Αλλά με την κατάπνιξη της πολιτικής ζωής σε όλη τη χώρα, η ζωή των ίδιων των Σοβιέτ δεν θα μπορέσει να ξεφύγει μια εκτεταμένη παράλυση. Δίχως γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία Τύπου και συγκεντρώσεων, δίχως ελεύθερη διαπάλη των διάφορων απόψεων, η ζωή σβήνει σε κάθε πολιτικό θεσμό και θριαμβεύει μόνη η γραφειοκρατία» («Ρώσικη Επανάσταση»), λέει. «Υπάρχει, λοιπόν, στο βάθος μια κυβέρνηση κλίκας, μια δικτατορία είναι αλήθεια. Όχι όμως η δικτατορία του προλεταριάτου, όχι. Αλλά η δικτατορία μιας χούφτας πολιτικών, δηλαδή η δικτατορία με αστική έννοια, με την έννοια της γιακωβινικής κυριαρχίας».

Λενινιστές ή Λουξεμπουργκιανοί, λοιπόν;

Ψευτοδίλημμα, θα έλεγε κανείς. Με την επιμονή του Λένιν σε ό,τι αποκαλούμε δημοκρατικό συγκεντρωτισμό επικράτησε η κόκκινη επανάσταση, σε μια χώρα με πολυποίκιλες ιδιομορφίες. Η δε σταλινική συνέχεια του κράτους δεν μπορεί να χρεωθεί στον Λένιν, αφού αποτελεί μιαν άλλη, άλλων, φυσικά, συνθηκών ιστορία. Επιπλέον, η κίνηση των μαζών προς τη χειραφέτησή τους αποτελεί ιδιόμορφη διαδικασία με πολλά πισωγυρίσματα. Η διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης, αυτής που επί της ουσίας διαμορφώνει τη συνείδηση του επαναστάτη, ούτε στην εποχή μας ούτε σε καμιά άλλην εποχή υπήρξε εύκολη υπόθεση. Και, ναι μεν «τα σφάλματα που διαπράχθηκαν από ένα αληθινά επαναστατικό κίνημα είναι ιστορικά απείρως γονιμότερα και πολυτιμότερα από το αλάθητο της καλύτερης κεντρικής επιτροπής», όμως η ιστορία των μαζών του 20ου αιώνα δεν είναι παρά μια αλυσίδα από λάθη. Η παλινόρθωση της ακροδεξιάς τούτο καταδεικνύει, ενώ οι ιδεολογικές αντεπαναστάσεις των δήθεν απολιτίκ υπερσυντηριτικών τεχνοκρατικών κύκλων κερδίζουν έδαφος στο συλλογικό ασυνείδητο.
Δίχως τον λενινιστικό «συγκεντρωτισμό», ένα ριζοσπαστικό κόμμα σήμερα, με τις πολιτικές των ορθάνοιχτων θυρών, εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε κόμμα αστικών μεταρρυθμίσεων. Αλλά και δίχως τον ιδιαίτερο σεβασμό στους μενσεβίκους και τις απόψεις τους, δίχως τη λουξεμπουργκιανή εμπιστοσύνη στην κίνηση των μαζών, η έκπτωση στον αυταρχισμό καραδοκεί.