Λευκάδα, 147 χρόνια πριν

Οι βαθιές ρίζες των επινοημάτων των σημερινών κομμάτων να δανείζονται με επισφαλείς εγγυήσεις ως είναι τα μελλοντικά τους εκλογικά ποσοστά

Είμαστε στα 1872, οκτώ χρόνια μετά την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα. Η Λευκάδα ένα από τα νησιά του κεντρικού Ιόνιου, με κύριους πόρους το κρασί, το λάδι και το αλάτι, συμπιέζεται οικονομικά καθώς τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα της, κρασί και λάδι, δεν απολαμβάνουν την περίοδο αυτή υψηλές τιμές, ενώ το εμπόριο τους διαμεσολαβείτε από Κεφαλλήνιους και Κερκυραίους μεγάλους εμπόρους με αποτέλεσμα να υφίσταται μια απώλεια 20% επί των συνολικών της πωλήσεων. Ο σεισμός του 1869 έχει προξενήσει τεράστιες καταστροφές, και από τα έργα που επιλαμβάνεται ο νέος Δήμαρχος, Γεώργιος Καλκάνης, ο οποίος διαδέχτηκε το 1871 τον Δημήτρη Μπογδάνο, είναι η οικιστική αποκατάσταση με τα επακόλουθα προβλήματα καταπάτησης δημοσίων και ιδιωτικών οικοπέδων, η αποξήρανση ελωδών εκτάσεων και η καταπολέμηση επιδημιών. Ένα χρόνο μετά το μεγάλο σεισμό δεν έχουν ακόμη συγκεντρωθεί σε ενιαίο λογαριασμό τα χρήματα της κυβέρνησης και οι έρανοι του εξωτερικού, προκειμένου να εκταμιευτούν για επισκευές και ανέγερση νέων κατοικιών.

Το αρχοντικό της οικογένειας Βαλαωρίτη στο νησάκι Μαδουρή της Λευκάδας, 1901.

Η υπαγωγή το 1866 της Λευκάδας στο νομό Κέρκυρας επιδεινώνει τη γενικότερη οικονομική κατάσταση. Καταργείται το Πρωτοδικείο του νησιού για να ακολουθήσει αργότερα, το 1869 και το κλείσιμο του Γυμνασίου, το οποίο θα επανιδρυθεί το 1876 με παρέμβαση του Βουλευτή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Την ίδια στιγμή προωθούνται οι νόμοι για τη διανομή της επιχώριας περιουσίας στους δήμους των Ιονίων Νήσων. Η διανομή όμως αυτή καθυστέρησε για την Λευκάδα. Δεν έχει θεσπιστεί ο ανάλογος νόμος ΥΙΓ/17 Μαΐου 1871, ο οποίος αφορούσε τη διανομή της επιχώριας περιουσίας στη Ζάκυνθο. Ο βαθμός εξαλείψεως των δημοτικών τοπικών φόρων δεν συμβαδίζει με την ανάλογη αφαίρεση βαρών από το Δήμο. Η πολιτική εκπροσώπηση του νησιού είναι προνόμιο των δύο μεγάλων γαιοκτημονικών οικογενειών που τα μέλη τους εναλλάσσονται στην ελληνική Βουλή χωρίς η εναλλαγή αυτή να σηματοδοτεί και πραγματική αλλαγή στην πολιτική και κοινωνική ζωή. Στα 8 πρώτα χρόνια μετά την Ένωση κεντρικά αναλαμβάνουν πολλές κυβερνήσεις, κάτω από τον μανδύα του μοναρχικού κοινοβουλευτισμού.
Το νησί οικιστικά διακρίνονται σε δύο ζώνες, την πόλη (χώρα) και την ύπαιθρο (εξοχή). Τα ¾ του πληθυσμού του νησιού καλύπτονται από τα χωριά και τους αγροτικούς οικισμούς ενώ το ¼ από την αστική ζώνη της πόλης. Ταυτόχρονα όλο το νησί αποτελείται από οχτώ δήμους, Λευκαδίων, Απολλωνίων, Ευγήρου, Εξανθείας, Σφακιωτών, Ελλομένου, Ταφίων και Καρυάς. Αυτή η διαίρεση θα αποβεί θετική από το 1876 και μετά, όταν θα αναπτυχθεί ιδιαίτερα το εμπόριο του κρασιού και της σταφίδας. Έτσι θα δημιουργηθούν αστικές δομές ιδιαίτερα στα δύο μεγάλα αγροτικά κέντρα, στην Βασιλική στο νότο, που συνδέεται με το εμπόριο της σταφίδας και του λαδιού, και της Καρυάς στο βορρά, που συνδέεται με την παραγωγή και εμπορία του κρασιού των γύρω χωριών.

Εμπορικές απόπειρες και ταξικό καθρέφτισμα

Καθώς η οικονομική δυσπραγία συνεχίζεται και οι πόροι του Δήμου Λευκάδας δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση συσσωρευμένων οικονομικών τοπικών προβλημάτων, το Δημοτικό Συμβούλιο επιδιώκει ως λύση τη σύναψη με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δεκαετούς ενυπόθηκου δανείου ύψους 72.000 δρχ. με τόκο 6%. Ο Δήμαρχος Γεώργιος Καλκάνης υποβάλλει την αίτηση και τα σχετικά έγγραφα, ανεπίσημα, στον Διευθυντή του νεοσύστατου έμμισθου Υποκαταστήματος Κέρκυρας, του πρώτου που ίδρυσε για τα Επτάνησα η ΕΤΕ, Όθωνα Λεβέντη.
Ο Γιώργος Φιλίππου Καλκάνης αποτελεί επίλεκτο μέλος της εμποροπλοιοκτητικής ομάδας που αναπτύχθηκε στη Λευκάδα ιδιαίτερα την περίοδο 1848-1868. Είναι ιδιοκτήτης, μαζί με τον αδερφό του Μάρκο ιστιοφόρων σκαφών που καταπιάνονται ιδιαίτερα με το εμπόριο των σιτηρών. Επειδή η ομάδα αυτή δεν μπορεί να ακολουθήσει τις εξελίξεις στη ναυτιλία και το εμπόριο στα μέσα της δεκαετίας του ’60 θα επενδύσει στη γη και σ’ άλλες ακίνητες αξίες. Το 1867 ο Γεώργιος Καλκάνης θα συμμετάσχει μαζί με άλλους εμπόρους και εξέχοντα μέλη της λευκαδίτικης κοινωνίας στην πρώτη συνεταιριστική προσπάθεια στη Λευκάδα που είχε ως σκοπό την αξιοποίηση και εκμετάλλευση των αλυκών του νησιού. Ιεραρχικά η εμπορική αυτή ομάδα κατατάσσεται λίγο κάτω από την τάξη των μεγάλων γαιοκτημονικών οικογενειών, που εκτός των άλλων μονοπωλούν την πολιτική εκπροσώπηση του νησιού στο ελληνικό Κοινοβούλιο από το 1864 μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1860 η τάξη των εμπόρων σε συνεργασία με τις λαϊκές τάξεις θα αυτονομηθεί από την ομάδα των μεγάλων γαιοκτημόνων και θα βάλει την σφραγίδα της στις τοπικές πολιτικές εξελίξεις, αλλά γρήγορα θα ευρεθεί υπό τον έλεγχο της τελευταίας. Η ομάδα αυτή των εμποροπλοιοκτητών θα εμπλακεί ενεργά με τις δημοτικές τοπικές υποθέσεις και θα διατηρήσει το δημαρχιακό θώκο και τη γενικότερη κοινοτική εξουσία για πολλές τετραετίες στο τέλος του 19ού αιώνα και τις αρχές του 20ού. Αυτός ο καταμερισμός πολιτικού έργου έρχεται να συνδέσει πελατειακά τους δύο θεσμούς της κεντρικής πολιτικής εκπροσώπησης, και της τοπικής αυτοδιοίκησης μεταξύ τους και με την τοπική κοινωνία. Η Ένωση του νησιού με την Ελλάδα το 1864 προφανώς δίνει μια άνοδο στα μέλη της μεσαίας και ανώτερης αστικής τάξης να κερδίσουν θέσεις στην τοπική πολιτική και οικονομική κονίστρα. Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητεί την πρωτοκαθεδρία των μεγάλων γαιοκτημονικών οικογενειών (Βαλαωρίτη, Σέρβου, Τσαρλαμπά). Μολονότι βρίσκονται σε παρακμή που σημαδεύεται από τις περιουσιακές τους διανομές εξακολουθούν να κυριαρχούν σε οικονομικό, πολιτικό και συμβολικό κοινωνικό επίπεδο.

Ευελπιστώντας σε εισοδήματα και παρεμβάσεις

Στα συνοδευτικά έγγραφα της αίτησης για το δάνειο περιλαμβάνονται ο προϋπολογισμός εσόδων και εξόδων του Δήμου για το οικονομικό έτος 1872, καθώς και πρόταση νόμου που έχει υποβληθεί στο Κοινοβούλιο από τον Βουλευτή Λευκάδας Μάρκο Καλκάνη για τη διανομή της επιχώριας περιουσίας της επαρχίας Λευκάδος. Ο προϋπολογισμός κλείνει με μικρό περίσσευμα 6.051 δρχ. Ο Δήμαρχος σημειώνει ότι τα έσοδα στο μέλλον θα αυξηθούν και προσθέτει ότι η σχετική μερίδα του Δήμου όπως θα διαμορφωθεί από τη διανομή της επιχώριας περιουσίας της επαρχίας Λευκάδος θα ανέλθει κατ’ ελάχιστον σε 700.000 δρχ. και η οποία προορίζεται να τεθεί σε υποθήκη για την εξόφληση του δανείου.
Η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας μέσω του διευθυντή του Υποκαταστήματος Κέρκυρας κ. Λεβέντη διαβιβάζει στον κ. Γεώργιο Καλκάνη την απάντησή της στην οποία αναφέρεται ότι:
α) Στη συγκεκριμένη περίοδο υπάρχει αναστολή των ενυπόθηκων χορηγήσεων.
β) Εάν ήθελε εξεταστεί η αίτηση η Τράπεζα δεν θα συμφωνούσε στο χαμηλό επιτόκιο 6% και ακόμη δεν θα δέχονταν επί υποθήκη κτήματα των οποίων η κυριότητα δεν είναι αδιαμφισβήτητος και εκκαθαρισμένη.
Η αναστολή των ενυπόθηκων δανείων συνδέεται με την αποτυχία σύναψης ομολογιακού δανείου της τράπεζας καθώς και με τη μείωση των τραπεζικών καταθέσεων, εφόσον πολλοί μελλοντικοί καταθέτες τοποθετούσαν τα χρήματά τους στις κερδοσκοπικές υποθέσεις του Λαυρίου.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι τα έσοδα από τη Δημοτική Περιουσία καλύπτουν το 58% των εξόδων Δημοτικής Διοικήσεως, άρα οι υπόλοιπες δαπάνες καλύπτονται από τους δημοτικούς φόρους. Τέλος το ποσοστό υπερχρέωσης του Δήμου με το προτεινόμενο δάνειο θα ανέλθει στο 200% του δημοτικού προϋπολογισμού.
Η προοπτική όμως δεν θα είναι ευοίωνη για τους τοπικούς δήμους. Η αφαίρεση πολλών αρμοδιοτήτων από το κράτος θα συμπαρασύρει και μεγάλο μέρος πολλών δημοτικών φόρων οι οποίοι άλλωστε δεν μπορεί να αποτελούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη του εμπορίου. Το κλειδί λοιπόν ήταν η αύξηση των προσόδων της δημοτικής περιουσίας και η μείωση των δαπανών Δημοτικής Διοίκησης. Οι λύσεις αυτές προσέκρουσαν όμως στις παθογένειες του πολιτικού συστήματος και του κοινωνικού σώματος.
Ο Δήμαρχος ευελπιστεί σε μελλοντικά εισοδήματα από «πιστεύματα», εδαφανόμια κ.α. που πιθανόν θα αποκτήσει ο Δήμος, με το μελλοντικό μερίδιο του Δήμου από το παραγόμενο στις αλυκές Λευκάδας αλάτι και στη μελλοντική αυξημένη δημοτική περιουσία που προορίζεται να μπει σε υποθήκη. Ταυτοχρόνως προσβλέπει στις παρεμβάσεις του πρώην Υπουργού Οικονομικών Σπύρου Βαλαωρίτη. Οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις φαίνεται να δικαιώνουν την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΤΕ.
Η διανομή της επιχώριας περιουσίας της επαρχίας Λευκάδας θα γίνει επτά χρόνια αργότερα, με το νόμο ΨΗΣ΄ της 5ης Ιανουαρίου 1879. Της διανομής εξαιρέθηκε το ιχθυοτροφείο, το νοσοκομείο, τα έξοδα του οποίου θα καλύπτονταν από τα έσοδα του πρώτου καθώς και το κατάστημα των Δικαστηρίων, ενώ το 1877 η διαχείριση των αλυκών Λευκάδος θα περιέλθει στο Κρατικό Μονοπώλιο Άλατος, και στους οχτώ δήμους θα αφεθεί μόνο ένα μικρό μέρος της παραγωγής του αλατιού. Η ρύθμιση αυτή θα ατονήσει μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Βέβαια η διανομή της επιχώριας περιουσίας στα τέσσερα μεγάλα νησιά του Ιονίου, όπως είχε ορισθεί με το Νόμο ΡΝ΄ του 1866, θα αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα και θα καθυστερήσει επικίνδυνα, με εξαίρεση τη Ζάκυνθο, που αναφέρθηκε πριν το 1871. Συγκεκριμένα πολύ μεγάλες δυσκολίες θα υπάρξουν για την Κεφαλονιά, που θα πραγματοποιηθεί το 1878 με το ΨΙ΄ νόμο ενώ στην Κέρκυρα, η διανομή θα γίνει το 1887 με το νόμο ΑΦΙ΄. Τέλος περιπετειώδης υπήρξε η διανομή της επιχώριας περιουσίας των Κυθήρων, που έπρεπε να φτάσουμε στον 20ό αιώνα για να λυθεί αυτό το ακανθώδες πρόβλημα.

Συμπεράσματα

Η κατάληξη αυτής της ιστορίας μπορεί να μην αποτελεί τον κανόνα στις συναλλαγές του Δημοσίου (ευρύτερου ή στενότερου) με το τραπεζικό σύστημα αλλά αναδεικνύει μια πρακτική καθόλου άγνωστη στις μέρες μας. Στην εξεταζόμενη περίπτωση το τραπεζικό σύστημα φαίνεται να κάνει καλά τη δουλειά του σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία του αγνοώντας το πολιτικό βάρος του συναλλασσόμενου και τις σχετικές πλάτες. Ενώ ο συναλλασσόμενος χωρίς να έχει τις ανάλογες εγγυήσεις θέλει να αποκτήσει χρήματα μέσω του δανείου σε βάρος των καταθετών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Η τράπεζα δεν είναι κανένας άγγελος. Για την εποχή που εξετάζουμε είναι ένας μοντέρνος ευρωπαϊκός μηχανισμός στη μίζερη ελληνική πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα του 19ού αιώνα. Πολλές φορές δεν θα αποφύγει το συμβιβασμό στις αρχές της ή την απόσπαση υπερβολικού κέρδους από το κράτος ή τους πολίτες-πελάτες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το τραπεζικό σύστημα αποφεύγει το σκόπελο της διαπλοκής, όταν οι σημερινοί τραπεζίτες, σε πολλές περιπτώσεις δεν τον αποφεύγουν. Οι πρακτικές του συναλλασσόμενου δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα με τις τράπεζες δεν είναι άσχετες με τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και της παθογένειας του κοινωνικού σώματος.

Θανάσης Καλαφάτης