Λίγα τα κρούσματα στους καταυλισμούς, πολλά τα καμπανάκια

Χωρίς σχεδιασμό οι όποιες παρεμβάσεις ενημέρωσης για την προφύλαξη από την πανδημία, όσο και αυτές για κάλυψη βασικών αναγκών των Ρομά

Κρούσματα κορωνοϊού σημειώθηκαν πριν λίγες μέρες σε δύο οικισμούς ελλήνων τσιγγάνων, συγκεκριμένα στη Ν. Σμύρνη Λάρισας και στο Δροσερό Ξάνθης, και παρά το μειωμένο αριθμό (35 και 1 αντίστοιχα προς το παρόν) σε σχέση με τα 2.200 περίπου κρούσματα στο γενικό πληθυσμό, αρκετά ΜΜΕ έσπευσαν να κάνουν λόγο πάλι περί υγειονομικής βόμβας, βασιζόμενα αποκλειστικά στην κοινωνική προκατάληψη του «μιαρού τσιγγάνου».
Προς τιμήν του κ. Τσιόρδα, στη σχετική του ανακοίνωση προ ημερών μίλησε καθαρά για ευάλωτη ομάδα κι όχι για απειλή. Παρά, όμως, αυτή την παραδοχή, δεν φαίνεται να έχουν ληφθεί και τα κατάλληλα μέτρα στήριξης των Ρομά, λαμβάνοντας υπόψιν αυτή την ευαλωτότητά τους.

Σημαντικό έλλειμμα συντονισμένων δράσεων της πολιτείας

«Όλο το προηγούμενο διάστημα δεν είχε υπάρξει ειδική ενημέρωση απ’ την πολιτεία, ούτε διανομή υλικού, όπως γάντια, αντισηπτικά κτλ, παρότι το είχαμε ζητήσει. Μόνοι τους οι άνθρωποι του οικισμού ενημερώθηκαν από την τηλεόραση και περιόρισαν κατά πολύ τις μετακινήσεις τους, πήγαιναν στην πόλη μόνο για τα βασικά», περιγράφει στην «Εποχή» η Σαλιμάν Σαμπιχά, πρόεδρος του συλλόγου Ελπίδα Γυναικών Ρομά Ξάνθης. Η έλλειψη ενημέρωσης τονίστηκε και στις δηλώσεις στα μίντια του προέδρου της Ομοσπονδίας Ρομά Θεσσαλίας, Νίκου Παϊτέρη, κάνοντας έκκληση μάλιστα στους τοπικούς φορείς να ενημερώσουν έστω και τώρα τους υπόλοιπους οικισμούς του νομού για το τι θα πρέπει να κάνουν ώστε να προφυλαχθούν.
«Υπάρχει ένα σημαντικό έλλειμμα συντονισμένων δράσεων της πολιτείας για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού στους Ρομά, κυρίως της τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς αυτή είναι που πρέπει να κινηθεί γι’ αυτές τις κοινότητες. Δεν φαίνεται να υπάρχει σκέψη για ένα συνολικό σχεδιασμό παρέμβασης σε αυτούς τους καταυλισμούς, τόσο όσον αφορά την ενημέρωση για την προφύλαξη από την πανδημία, όσο και την κάλυψη βασικών αναγκών, καθώς η πλειονότητα ζει από το περιστασιακό εμπόριο και άρα είναι εξαιρετικά δύσκολο γι’ αυτούς τους ανθρώπους να μείνουν σπίτι», τονίζει η Όλγα Θεοδωρικάκου, υπεύθυνη έργων και στρατηγικής στην «Κλίμακα».
Η οργάνωση το τελευταίο διάστημα έχει υλοποιήσει απολυμάνσεις σε αυλές και εξωτερικούς χώρους των οικισμών στο Μενίδι, Ζεφύρι, Άνω Λιόσια, Ασπρόπυργο και παράλληλα εκπαιδεύει κοινωνικούς διαμεσολαβητές υγείας από τον τοπικό πληθυσμό Ρομά, ώστε να λειτουργούν ως πρόσωπα αναφοράς για την κοινότητα και σε περίπτωση που εντοπιστεί μια συγκεκριμένη συμπτωματολογία, να ξέρουν τι να κάνουν και να ληφθούν αμέσως μέτρα.

Τα αιτήματα των Ρομά

Αρκετοί φορείς της εκάστοτε τοπικής αυτοδιοίκησης, όμως, όπως και η κυβέρνηση, αντί να υλοποιήσουν γενικευμένα τέτοιου είδους δράσεις πρόληψης, ακολουθούν το γνωστό μοτίβο της κατόπιν πλήρους καραντίνας και μερικής ιχνηλάτησης (την περασμένη Τετάρτη ξεκίνησε η διενέργεια τεστ στους οικισμούς της Θεσσαλίας), παρότι η Πανελλαδική Συνομοσπονδία Ελλήνων Ρομά «ΕΛΛΑΝ ΠΑΣΣΕ» είχε γνωστοποιήσει από τις 30 Μαρτίου τα σχετικά αιτήματά της:
-Να διεξαχθεί άμεση εκστρατεία ενημέρωσης ευαισθητοποίησης σχετικά με τα μέτρα πρόληψης και μη εξάπλωσης του κορωνοϊού στους καταυλισμούς Ρομά της χώρας.
-Να συσταθούν κλιμάκια γιατρών που θα επισκεφθούν τους καταυλισμούς Ρομά για εξετάσεις, για να διαπιστωθεί άμεσα αν υπάρχουν κρούσματα, ώστε να απομονωθούν και να ακολουθηθούν οι ιατρικές οδηγίες
-Σε περιοχές όπου ο πληθυσμός δεν έχει φως και νερό, να μετακινηθεί σε ασφαλείς χώρους, ώστε να έχει τα βασικά αγαθά: φως, νερό και αποχέτευση.
-Να παρασχεθούν άμεσα βυτία νερού, ώστε να υπάρχει πρόσβαση στο κύριο αυτό αγαθό πρώτης ανάγκης.
-Να παρασχεθούν στην κοινότητα μάσκες, αντισηπτικά, γάντια, χλωρίνες και σαπούνια.
-Να εξετασθεί η δυνατότητα χορήγησης έκτακτου οικονομικού βοηθήματος στους δικαιούχους του ΚΕΑ, καθώς και η διανομή τροφίμων από τα ΤΕΒΑ και άλλες δομές κοινωνικής μέριμνας των δήμων.
Για την εκ των υστέρων κυβερνητική πολιτική για την αντιμετώπιση του ιού στις κοινότητες των ελλήνων τσιγγάνων έντονη κριτική άσκησε και η πρώην υπουργούς Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Θεανώ Φωτίου, σε συνέντευξή της στο «Κόντρα», καλώντας την κυβέρνηση «να κάνει τώρα δειγματοληπτικούς ελέγχους σε όλους τους οικισμούς και καταυλισμούς Ρομά με κινητές μονάδες υγειονομικής φροντίδας που θα περιοδεύουν προκειμένου να ενημερώνουν, να απολυμαίνουν τους χώρους, να κάνουν διαγνωστικά τεστ και να φροντίζουν για τη θεραπεία ή νοσηλεία των κρουσμάτων. Επίσης, να ενισχύσει με ειδικό επίδομα τους Ρομά όπου κλείνει τις λαϊκές αγορές και σταματά το λιανεμπόριο».

Ευκαιρία για συνολική παρέμβαση στους καταυλισμούς

Το ζήτημα της οικονομικής ενίσχυσης των Ρομά αυτή τη στιγμή επείγει ιδιαίτερα λόγω της καραντίνας και της απαγόρευσης του πλανόδιου εμπορίου, καθώς «πολλές οικογένειες είτε δεν έχουν πρόσβαση στην πόλη, είτε δεν έχουν χρήματα για να αγοράσουν τα βασικά αγαθά. Έπρεπε ήδη να έχει υπάρξει μέριμνα γι’ αυτό από την πολιτεία. Ο πρωθυπουργός μίλησε για τους αόρατους ανθρώπους και την ενίσχυση των μακροχρόνια άνεργων. Για τους Ρομά που είναι τόσα χρόνια άνεργοι, αλλά σπάνια καταγράφονται, τι θα κάνει;», υπογραμμίζει η Σαλιμάν Σαμπιχά.
Κατά την έναρξη της πανδημίας ενώ, σύμφωνα με την ενημέρωση που είχε η «Κλίμακα», υπήρξε πρόβλεψη από το υπουργείο Εσωτερικών για κονδύλι που θα αφορούσε τους Ρομά, «ακόμα δεν έχει γίνει αξιοποίησή του. Πέραν αυτού, όμως, είναι σημαντικό αυτή η συνθήκη που βιώνουμε τώρα να γίνει ευκαιρία για μια συνολική παρέμβαση του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης στους καταυλισμούς. Οι όποιες ανακουφιστικές ενέργειες λάβουν χώρα, πρέπει να κεφαλοποιηθούν για την επόμενη μέρα, ώστε να υπάρξει ένα καλύτερο μέλλον για τους Ρομά. Αυτό απαιτεί μια συντονισμένη παρέμβαση με μεσοπρόθεσμη στόχευση, για την εκπαίδευσή τους, την εμπλοκή τους στον τομέα των τροφίμων από την παραγωγή μέχρι τη διανομή και άλλου τέτοιου είδους παρεμβάσεις, αλλιώς θα μιλάμε και πάλι για χαμένους πόρους χωρίς κανένα ουσιαστικό αντίκτυπο», σημειώνει η Όλγα Θεοδωρικάκου, συμπληρώνοντας πως «κάποια στιγμή να καταλάβουμε κι οι μπαλαμοί ότι πρέπει να πιέσουμε κι εμείς την πολιτεία να λάβει μέτρα ενίσχυσης των Ρομά, γιατί μας αφορά όλους η ζωή τους και αυτό αναδεικνύεται τώρα έντονα από τη συνθήκη της πανδημίας».

Αόρατοι για χρόνια

Τα προβλήματα, άλλωστε, που αντιμετωπίζουν στη διαβίωση και την καθημερινότητά τους πολλοί Ρομά είναι γνωστό ότι δεν εμφανίστηκαν με τον κορωνοϊό, αλλά αποτελούν χρόνια ζητήματα πολιτικής αδιαφορίας και προκατάληψης γι’ αυτή την κοινωνική ομάδα. «Ο οικισμός στο Δροσερό που τον θυμήθηκαν τώρα, είναι 100 χρόνων και είναι ακόμα εκτός σχεδίου πόλης. Δεν έχει υπάρξει σχεδιασμός ούτε για τις αποχετεύσεις και σε κάθε βροχή πλημυρίζουν οι βόθροι. Στον οικισμό αυτό μένουν 8.200 ψυχές, που έπρεπε χρόνια να είχαν ενταχθεί στην κοινωνία. Να είχαμε συγκοινωνία για την πρόσβασή μας στην πόλη, στην υγεία, σε δουλειές και για να διευκολύνονται τα παιδιά να πηγαίνουν στο σχολείο. Δεν είμαστε κατώτεροι άνθρωποι, τα ίδια δικαιώματα έχουμε, θα πρέπει να έχουμε και τις ίδιες ευκαιρίες», υπενθυμίζει η Σαλιμάν Σαμπιχά.

Τζέλα Αλιπράντη