Λίγη ζωή, άγρια ζωή, πολλή οδύνη

athanasiou

Χάνια Γιαναγκιχάρα “Λίγη ζωή” (μτφ. Μαρία Ξυλούρη, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)

 

Ο Γουίλεμ, ο όμορφος νεαρός ηθοποιός που τελικά θα δει τα καλλιτεχνικά του όνειρα να γίνονται πραγματικότητα. Ο Τζέι Μπι, παιδί μεταναστών από την Αϊτή, που δουλεύει ως ρεσεψιονίστ «σε ένα μικρό μα σημαντικό περιοδικό με έδρα το Σόχο που κάλυπτε την καλλιτεχνική σκηνή του κέντρου», με μια έκφραση ήπιας δυσπιστίας «για το ότι ακόμη ουδείς είχε σκεφτεί να αναγνωρίσει την ιδιαίτερη ιδιοφυία του»: είναι βέβαιος πως μπορεί να γίνει μεγάλος ζωγράφος. Ο Μάλκομ, αρχιτέκτονας, παιδί πλούσιας οικογένειας («νέγρο που μισεί τον εαυτό του και μπαρμπά-Θωμά και προδότη της ράτσας του» τον αποκαλεί ο Τζέι Μπι σε μια έκρηξη). Και ο Τζουντ. Ο δικηγόρος Τζουντ. Ο ταλαιπωρημένος και μυστηριώδης Τζουντ, που κουβαλάει ένα τραγικό παρελθόν και ένα φοβερό μυστικό και ο οποίος σύντομα θα μετατραπεί στο επίκεντρο της ιστορίας. Τέσσερις φίλοι από το κολέγιο, τη ζωή των οποίων θα παρακολουθήσουμε για περισσότερες από τις τρεις επόμενες δεκαετίες. Μια ιστορία που βγήκε από τις σελίδες του βιβλίου, που συζητήθηκε ευρύτερα, που κυκλοφόρησε από στόμα σε στόμα, που πήρε χαρακτηριστικά κοινωνικού γεγονότος. Ένα βιβλίο που αναλύθηκε πολύ, που έγινε αντικείμενο διαφωνιών, που βρέθηκε στις λίστες για διάφορα βραβεία (υποψήφιο για τα Booker και National Book Award, ενώ πήρε το Kirkus).

 

Η Λίγη ζωή είναι ένα βιβλίο που αρχικά δίνει την εντύπωση ότι θα διαβάσει κανείς μια σάγκα που θα αποτυπώνει την πορεία της ζωής μιας παρέας, με όλα τα θέματα με τα οποία θα μπορούσε να βρίσκεται αντιμέτωπη μια τέτοια ομάδα (οι συζητήσεις και οι συγκρούσεις για τη μαύρη ή τη «μετα-μαύρη» ταυτότητα ή τη «φυλετική δυσφορία» είναι χαρακτηριστικές), κάποια στιγμή όμως αρχίζουν να εμφανίζονται ενδείξεις ότι κάτι άλλο κρύβεται πίσω από αυτή τη μάλλον κοινότοπη ιστορία και, όταν ο φακός στρέφεται προς το παρελθόν, το βιβλίο αρχίζει να μπαίνει σε άλλα μονοπάτια. Η σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών, η οποία στο προηγούμενο βιβλίο της Γιαναγκιχάρα είχε περιφερειακό ρόλο, σε αυτό το δεύτερο μυθιστόρημά της γίνεται το κυρίαρχο θέμα.
Στη Λίγη ζωή, η συγγραφέας επιλέγει να περιγράψει όλη τη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση του παρελθόντος και του παρόντος με τον πιο σκληρό ρεαλισμό, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα σκοτεινή, άγρια, πολλές φορές νοσηρή. Όλος αυτός ο τρομακτικός πόνος σχεδόν εκβιάζει τον αναγνώστη να εμπλακεί συναισθηματικά με τον Τζουντ και να αρχίσει να συμπάσχει μαζί του. Η ίδια η συγγραφέας αναγνωρίζει την υπερβολική ένταση της βίας και την ασφυκτική ατμόσφαιρα που δημιουργεί: «ήθελα να υπάρχει κάτι υπερβολικό στη βία του βιβλίου, ήθελα όμως να υπάρχει υπερβολή σε όλα, υπερβολή στην αγάπη, υπερβολή στην ενσυναίσθηση, στον οίκτο, στον τρόμο», λέει σε συνέντευξή της. Τελικά, η Γιαναγκιχάρα στήνει έναν χαρακτήρα στον οποίο επιβάλλει μια τέτοια συναισθηματική και ψυχολογική διαδρομή που αναπόφευκτα οδηγεί σε συντριβή.
Χαρακτηριστικό του ενδιαφέροντος που έχει προκαλέσει το βιβλίο είναι ότι έχει ανοίξει ένα πολύ μεγάλος διάλογος μεταξύ κριτικών ή συγγραφέων, για διάφορες πτυχές του βιβλίου.
Ο συγγραφέας Γκαρθ Γκρίνγουελ (πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη το βιβλίο του Αυτό που σου ανήκει) έγραψε ένα άρθρο στο The Atlantic, όπου απαντάει σε κάποιες επικρίσεις για τη Λίγη ζωή, για την οποία λέει στον τίτλο του άρθρου του ότι «το μεγάλο γκέι μυθιστόρημα μπορεί να είναι εδώ», προσθέτοντας βέβαια ότι «όπως οι χαρακτήρες της Γιαναγκιχάρα αμφισβητούν τις συμβατικές κατηγοριοποιήσεις της γκέι ταυτότητας, έτσι και η Λίγη ζωή αποφεύγει τις οικείες αφηγήσεις της γκέι μυθοπλασίας». Ωστόσο, ο γνωστός κριτικός Ντάνιελ Μέντελσον επικρίνει –σε πολύ μεγάλο βαθμό δικαίως, νομίζω– το βιβλίο, μεταξύ άλλων και για την τέτοιου τύπου σύνδεση της ομοφυλοφιλίας με την κακοποίηση, την παιδοφιλία, την ταπείνωση, τα ψυχολογικά και σωματικά βασανιστήρια και βάσανα, τη θυματοποίηση, τον αυτοοικτιρμό και τελικά την αυτοτιμωρία και την τιμωρία.
Η οικονομία του μυθιστορήματος, η υπερβολική, ίσως, έκταση του βιβλίου επίσης έγινε αντικείμενο συζήτησης. Όπως μας πληροφορεί σε ένα εξαιρετικά κατατοπιστικό κείμενό της η μεταφράστριά της, Μαρία Ξυλούρη, «ο επιμελητής της Γιαναγκιχάρα, Τζέρι Χάουαρντ (μεταξύ άλλων, ο πρώτος επιμελητής του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας), της επισήμανε εξαρχής ζητήματα που αργότερα έθεσε και μερίδα της κριτικής: το βιβλίο θα ήταν καλύτερο, πίστευε αρχικά, και θα πουλούσε ευκολότερα, αν έφευγαν 100 ή 200 σελίδες. Όταν όμως μπήκε στη διαδικασία της επιμέλειας, διαπίστωσε ότι εντέλει το μέγεθος ήταν δικαιολογημένο και επιτύγχανε μια σωρευτική λειτουργία που έδινε στο βιβλίο έναν πλούτο, ένα εύρος».
Μια επιλογή που κάνει η συγγραφέας είναι ότι σε όλη τη διάρκεια της ζωής των πρωταγωνιστών της μοιάζει λες και στην κοινωνία δεν συμβαίνει τίποτα, ή τουλάχιστον τίποτα που να επηρεάζει τη ζωή τους. Σχεδόν κανένα μείζον ή εξωτερικό γεγονός δεν αναφέρεται καν σε όλη τη διάρκεια τόσων (ποιων;) δεκαετιών, ενώ με τον τρόπο αυτό και η ίδια η Νέα Υόρκη, όπου μοιάζει να μη συμβαίνει τίποτα που να δίνει ζωή σε αυτή την πόλη, τελικά μετατρέπεται –παρά τις λίγες αναφορές σε αυτή («Η Νέα Υόρκη όπου κατοικούσαν ήταν μια Νέα Υόρκη χωρισμένη όχι σύμφωνα με τη φυλή αλλά σύμφωνα με τη φορολογική κλίμακα»)– σε ένα χάρτινο σκηνικό. Αυτό, βέβαια, η Γιαναγκιχάρα το κάνει συνειδητά: «ήθελα να αφαιρέσω κάθε εξωτερικό γεγονός από αυτό το βιβλίο: όταν βγάζεις τα ιστορικά ορόσημα από την αφήγηση, αναγκάζεις τον αναγνώστη να μπει σε έναν χώρο αποκλεισμένο, όπου δεν έχει άλλη επιλογή παρά να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην εσωτερική ζωή των χαρακτήρων», λέει υποστηρίζοντας αυτή την (παρακινδυνευμένη, ίσως) επιλογή, που επαφίεται πια στον αναγνώστη να την κρίνει.

Κώστας Αθανασίου