Μαθητικές καταλήψεις: Οι μαθητές ξέχασαν την πολιτεία

Η πολιτεία μπορεί να τους κάνει να ξεχάσουν την ακροδεξιά

Πάρα πολλά σχολεία της Βορείου Ελλάδος και ουχί μόνον, βρίσκονται υπό κατάληψη των μαθητών με αίτημα η Μακεδονία να παραμείνει ελληνική, η συμφωνία των Πρεσπών να σαμποταριστεί, ενεχόμενα σε ένα λόγο αμιγώς εθνικιστικό και επικίνδυνο, με ποιο επικίνδυνα από όλα τη φράση «Η Δημοκρατία πούλησε την Ελλάδα». Μια φράση που για προφανείς λόγους προκαλεί ένα μυικό σπασμό, μια αντίδραση και άμεση αντίληψη του κινδύνου που διατρέχουν τα ίδια τα παιδιά. Είτε αυτή η φράση μεταφράζεται η Πολιτεία πούλησε την Ελλάδα, με όλες τις πλούσιες συνδηλώσεις, είτε απλά μένει ακαθόριστα στο πολίτευμα, εννοώντας το συνολικό πολιτικό σύστημα, είναι μια φράση που δεν ξεπερνά το περιεχόμενο. Λειτουργεί ως επιτελεστικός λόγος, πράττει αυτό που διακηρύσσει. Κάνει πραγματικό αυτό που επιθυμεί να ήταν πραγματικό.
Και η σωματική επιτελεστικότητα, εξίσου αντιδραστική, ξεσηκώνει από το παρελθόν την γκροτέσκα μηχανική του. Τη μαθήτρια-συντονίστρια που είναι εν μέρει οργισμένη και εν μέρει χαρούμενη, απολαμβάνει την πολιτειακή στιγμή της που απευθύνεται στους θεσμούς, ο μαθητής- λοχίας, υποβολιμαία ξεσηκώνει τους υπόλοιπους μαθητές, ένα ετερογενές πλήθος αποτελούμενο από δωδεκάχρονα παιδιά μέχρι δεκαοκτάχρονα, σε στρατιωτική εμφάνιση και ρυθμικότητα με πιασιάρικους ταυτολογικούς αφορισμούς ακροδεξιάς υφής. Όλοι τους όχι με τα κεφάλι κάτω, αλλά σαν αποκεφαλισμένη ορχήστρα που παίζει ένα μουσικό έργο κακογραμμένο και δανεικό, που ούτε το γνωρίζει, ούτε το εκτελεί σωστά, αλλά ελλείψει αυτιών, ακούγεται ένδοξο. Τουλάχιστον σε κάποιον άλλο.
Και εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα που χρίζει δράσης. Στα ΜΜΕ, ακούγεται όντως ένδοξο γιατί τυγχάνει να είναι γραμμένο από μια άκρως αντιδραστική αντιπολίτευση, ενώ ταυτοχρόνως, οι συντονιστές που απολαμβάνουν την πολιτειότητά τους για μια πολιτειακότητα που θέλουν ανεπίγνωστα να βλάψουν, όντως έχει θεσμικό παραλήπτη: την τοπική αυτοδιοίκηση που ανατροφοδοτεί τον αγώνα.

Συνεκτική αντίδραση

Αναμφίβολα η υπόθεση της Ιστορίας και του πώς διδάσκεται, αλλά και της ευρύτερης σχολικής ύλης και του ρόλου της παιδείας, είναι ένα πεδίο μάχης από το οποίο συχνά ο ανθρωπισμός βγαίνει λαβωμένος ξανά και ξανά· αδιαμφισβήτητα την ευθύνη σε κάθε σχολείο, την έχουν οι καθηγητές και διευθυντές των σχολείων και εδώ φαίνεται ότι υπάρχει σε περιπτώσεις συνεργασία, ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί την εμπρόθετη πράξη και βούληση των μαθητών στο θέμα, ούτε το γεγονός ότι οι καθηγητές δεν είναι μια ομοιογενής ομάδα ανθρώπων. Και για αυτό θα πρέπει να υπάρξει συνεκτική αντίδραση από το ίδιο το πεδίο, συλλογικά και κλαδικά, τουλάχιστον από όσους εμφορούνται από ανθρωπιστικά ιδεώδη. Όμως ακριβώς επειδή το θέμα είναι σύνθετο, επικίνδυνο και πιεστικό, δεν είναι τώρα η στιγμή για τον ούτως ή άλλως απαραίτητο, αδιάλειπτο αναστοχασμό επί θεωρητικού πλαισίου.
Για τον ίδιο λόγο, είναι επίσης εφιαλτικό να θεωρήσουμε αυτούς τους μαθητές in toto φασιστοειδή. Αυτή η φράση δεν υποκρύπτει κάποιο αριστεροπατριωτικό αίτημα και δεν είναι προπαραδοχή εγγεγραμμένη στην ηλικία και την ψυχολογία. Είναι απλή αναγνώριση μιας λανθασμένης στρατηγικής αποδοχής. Η ευθεία ανάγνωση εμπρόθετης πράξης, βούλησης, δομών, ταξικής θέσης, σχέσης και διάθεσης, και ιδεολογικών μηχανισμών που παραγάγει συνειδητοποιημένους φασίστες δεν είναι τίποτα άλλο από προβληματικές μεθοδολογίες και αφ’ εαυτού τους ιδεολογικούς μηχανισμούς που παραλύουν τη δράση, καλωσορίζουν την αποδοχή, όσο συγχαίρουμε τους εαυτούς μας για μια κάκιστη μετάφραση της ιστορικής στιγμής.

Με στόχο τους ακροδεξιούς παροξυσμούς

Ούτε η λύση βρίσκεται ασφαλώς στο να πούμε αφελώς ότι θα λύσουν το πρόβλημα μόνα τους τα παιδιά. Ένας με έναν και συλλογικά πρέπει να δούμε αυτά τα παιδιά ετερογενώς και να συνθέσουμε όχι απλά ένν λόγο για να τους αντιτάξουμε, αλλά ένα λογοθετικό πλαίσιο που θα υποδεχτεί όσους θέλουν να μιλήσουν και ενδεχομένως δεν βρίσκουν κανένα περιθώριο, ούτε απευθυνόμενοι στην καθηγητική εξουσία, ούτε στη συμμαθητική εξουσία που τους ασκείται με πρόφαση το momentum που δεν πρέπει να χαθεί. Πρέπει να στηρίξουμε τους μαθητές αυτούς, αλλά και όλες τις αντιφασιστικές μαθητικές κινητοποιήσεις και τους καθηγητές αυτούς που προσπαθούν να επιφέρουν ισορροπία. Σε όλο αυτό το σχήμα πρέπει να συμβάλλουν οι δημοκρατικοί θεσμοί και η Πολιτεία, και να αποδείξουν ότι μπορούν να ακούν πέρα από την κακοφωνία, να βλέπουν πέρα από την αποτρόπαιη δραμεντί. Η σφοδρή τους αντίδραση πρέπει να κατευθυνθεί σε αυτούς τους απαράδεκτους δημάρχους και την τοπική αυτοδιοίκηση που επανεπενδύει σε ακροδεξιούς παροξυσμούς και στη σκοταδιστική αξιωματική αντιπολίτευση.
Χρειάζεται δράση πριν να είναι αργά, διότι από ένα σημείο και μετά, όπως ο θαρραλέος γίνεται θαρραλέος επειδή πράττει το θάρρος, έτσι και ο φασίστας γίνεται φασίστας επειδή πράττει τον φασισμό. […] ἀλλὰ τούτῳ διαφέρει, τῷ τὸν μὲν τὰ γενόμενα λέγειν, τὸν δὲ οἷα ἂν γένοιτο. διὸ καὶ φιλοσοφώτερον καὶ σπουδαιότερον ποίησις ἱστορίας ἐστίν· […] είχε γράψει ο Αριστοτέλης. Πρέπει να πράξουμε και να ποιήσουμε κι εμείς. Δεν είναι ακόμα η ώρα να επανέλθουμε στην Ιστορία ως πεδίο μάχης και στον αναστοχασμό. Όχι όσο πρέπει να δώσουμε μάχη εδώ και τώρα και να ξαναφανταστούμε την ποίηση του μέλλοντός μας.

Νίκος Δασκαλόπουλος