Με επίδειξη κυνισμού και επιχειρήσεις τρομοκράτησης…

 

Δύο μήνες παραγωγής έργου από την κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι, νομίζουμε, υπεραρκετοί για να πάψουμε και οι τελευταίοι να νιώθουμε έκπληκτοι. Ο κ. Μητσοτάκης ξέρει ποια είναι η μόνη συγκροτημένη δύναμη ικανή να αμφισβητήσει την πρόθεσή του να εγκαθιδρύσει καθεστώς αδιατάρακτου νεοφιλελευθερισμού στη χώρα. Στόχος του είναι να φιμωθούν τα ιδεολογικά προτάγματα της ριζοσπαστικής αριστεράς. Να ελαχιστοποιηθούν τα περιθώρια απήχησής τους στην κοινωνία. Να ακυρωθεί η πρόσκληση συμπόρευσης που εκπέμπει η αριστερά προς όλες τις προοδευτικές δυνάμεις του τόπου. Να διαμορφωθούν συνθήκες μακράς ηγεμονίας της δεξιάς, που, όπως εκτιμούν οι «θεωρητικοί» εγκέφαλοι του επιτελείου του, ευνοείται από την συγκυρία και τους συσχετισμούς στην Ευρώπη.
Η απάντηση σε αυτή την πρόκληση οφείλει, ωστόσο, να γνωρίζει ότι αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη, στον δυτικό κόσμο γενικότερα, δεν είναι συγκυριακό. Η επίμονη και εντεινόμενη συντηρητική ολίσθηση στην εθνικιστική περιχαράκωση είναι κάτι πολύ πέρα από μια λαϊκιστική αντίδραση στη νεοφιλελεύθερη πολιτική, στην προσβολή του κράτους πρόνοιας, που υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην πολιτική, την αξιοπιστία της δημοκρατίας. Δεκαετίες νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας όντως υποβάθμισαν την πολιτική κουλτούρα πολλών ευρωπαϊκών κρατών.
Αν και κατά βάση σωστή, διάγνωση αυτή είναι, ωστόσο, ατελής επειδή παραβλέπει ένα βασικό γενεσιουργό αίτιο. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν προκάλεσε απλά την ανάδυση των εθνικιστικών παθών, είναι η κοιτίδα μέσα στην οποία αυτά εκκολάφθηκαν. Ο συντηρητισμός που απλώνεται στην Ευρώπη ενυπάρχει σπερματικά στο νεοφιλελεύθερο εγχείρημα. Η πλημμυρίδα του νεοφιλελευθερισμού σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου είναι αποτέλεσμα μιας από χρόνια καλά προετοιμασμένης ιδεολογικής αντεπίθεσης οργανωμένης από ένα δίκτυο νεοφιλελεύθερων διανοουμένων, δεξαμενών σκέψης και ερευνητικών ινστιτούτων ήδη από τη δεκαετία του 1950. Εκτείνεται και στις δύο ακτές του Ατλαντικού. Στόχος της ο μεθοδευμένος και συστηματικός επηρεασμός της κοινής γνώμης, με δέλεαρ ένα καταναλωτικό πρότυπο ζωής, και των διαμορφωτών πολιτικής, με δέλεαρ την αδιατάρακτη απομύζηση μιας απονευρωμένης δημοκρατίας.
Όταν η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία έφτασε στο ζενίθ της τη δεκαετία του 1990, οι θεματοφύλακές της, διαπιστώνοντας την αδυναμία ελέγχου των συνεπειών από την κατάρρευση του μεταπολεμικού διπολισμού και την εμφάνιση μιας πρωτοφανούς δυναμικής στην κίνηση ιδεών και ανθρώπων, επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια απαξίωσης της πολυπολιτισμικότητας, προβάλλοντας επιθετικά την ιδέα ότι ο δυτικός πολιτισμός είναι «φύσει» ανώτερος όλων των άλλων, μη «δυτικότροπων», πολιτισμών.
Ήταν το πρώτο βήμα οπισθοδρόμησης στον εναγκαλισμό με την ιδέα της προστασίας της «εθνικής ταυτότητας» από την απειλή της μετανάστευσης, της προβολής του εθνικισμού. Δεν ενστερνίστηκαν τον εθνικισμό για να ανακτήσουν χαμένες ψήφους, πολιτική απήχηση, πολλοί ιδεολόγοι του νεοφιλελευθερισμού είχαν στραφεί προς τον συντηρητικό εθνικισμό πολύ πριν η ακροδεξιά καταστεί υπολογίσιμος πολιτικός ανταγωνιστής τους. Υποδαυλίζοντας εθνοκεντρικές και ξενοφοβικές ιδέες συνέβαλαν αποφασιστικά στη μετατόπιση της κοινής γνώμης προς την άκρα δεξιά, συνεργώντας στο να έχει σήμερα καταστεί κοινωνικά αποδεκτή και πολιτικά υπολογίσιμη δύναμη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Στις 24 Απρίλιου 2012, σε μια περίοδο κατά την οποία στην εγχώρια δεξιά καλλιεργούνταν η ιδέα μιας «καλής Χρυσής Αυγής», ο κ. Δημήτρης Μαρκόπουλος, δημοσιογράφος τότε στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα», σε άρθρο του με τίτλο «Η Χρυσή Αυγή και οι καθημερινοί μικροφασίστες» αυτό ακριβώς υπηρετούσε: την επιλογή της νεοφιλελεύθερης δεξιάς να ανανεώσει τους δεσμούς της με την ακροδεξιά. Το έκανε «ξεπλένοντας» τον αρχηγό της, εισάγοντας δόλια την εγκληματική οργάνωση στα αυτονόητα της πολιτικής καθημερινότητας: «Ποιος είναι λοιπόν ο Νίκος Μιχαλολιάκος; Και μόνο μια απλή ανάγνωση του βιογραφικού του δείχνει ότι δεν είναι ένας τυχαίος άνθρωπος. Έχει σπουδάσει μαθηματικά, υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις, ο ίδιος ο Παπαδόπουλος (sic!) τον ήθελε για αρχηγό της ΕΠΕΝ, έφθασε να βάζει μέχρι και βόμβες. Πάνω από όλα όμως (sic!!) είναι ένας άνθρωπος με σαφές ιδεολογικό στίγμα και μια κατάρτιση (sic!!!) που σου θέτει το δίλημμα: τον πιστεύεις ή δεν τον πιστεύεις».
Ο κ. Μαρκόπουλος είναι από διμήνου βουλευτής του κ. Μητσοτάκη…
Ως γνωστόν, ο κ. Μητσοτάκης δεν έχει δυσανεξία σε παρόμοιες αντιλήψεις. Γαλουχήθηκε, άλλωστε, σε συναφές περιβάλλον. Υπάρχουν οικογενειακές καταβολές πίσω από τη δήλωσή του, μιλώντας ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην 82η ΔΕΘ στις 17 Σεπτεμβρίου 2017, ότι «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες, κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση…». Ο πατέρας του, ο σ’χωρεμένος ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, είχε πει σε ανύποπτο χρόνο, «Εμένα οι ακροδεξιοί ήταν οι πιο δικοί μου, οι πιο πιστοί, ιδιαίτερα οι βασιλόφρονες. Και οι ακροδεξιοί, λοιπόν, κατά βάση τον Κυριάκο θα ακολουθήσουν».* Υπάρχει, επιπλέον, ένα παρελθόν σπουδών σε πανεπιστήμια της Εσπερίας — και συναναστροφών σε «λέσχες ιδεών» ανοιχτές μόνο σε γόνους με προεξοφλημένο μέλλον στην υπηρέτηση των ελίτ παγκοσμίως.
Η ολίσθηση της εγχώριας δεξιάς στην κυνική καπηλεία του πατριωτισμού και στον ανεγκέφαλο εθνικισμό για να αντιμετωπιστεί το οικουμενικό πρόταγμα της αριστεράς δεν θα ανακοπεί γρήγορα, ούτε εύκολα.
Μόλις προχθές, η υπουργός Παιδείας ανακοίνωσε ότι στόχος της είναι η σχολική ιστορία «να πάψει να είναι κοινωνιολογικό χαρακτήρα αλλά να αναπτύσσει την εθνική συνείδηση».
Το ότι η εγχώρια ιθύνουσα τάξη υστερεί… απογοητευτικά στις απόπειρές της να μιμηθεί τα ξένα πρότυπά της δεν την καθιστά λιγότερο επικίνδυνη για το μέλλον αυτού του τόπου.
Επιλέγοντας να κινηθεί στο πεδίο της κυνικής απεμπόλησης των προεκλογικών υποσχέσεών της (σε όσους της υπερψήφισαν) και της επιχειρούμενης τρομοκράτησης (όσων έπραξαν αντίθετα) με επιδείξεις δύναμης όπως αυτή στο «άβατο» των Εξαρχείων, η κυβέρνηση αφήνει ήδη διακριτά ίχνη ανικανότητας σε ελάσσονα προβλήματα. Υπάρχει ισχυρό ενδεχόμενο να αρκεστεί και στην εξωτερική πολιτική και τα εθνικά θέματα σε επιδείξεις ανερμάτιστης εθνικοφροσύνης. Η προοδευτική αντιπολίτευση οφείλει να αφυπνιστεί τάχιστα, δεν υπάρχουν περιθώρια επανάπαυσης. Μήπως η τοποθέτηση του συνεδρίου κάπου στο πρώτο τρίμηνο του 2020 υποδηλώνει ανησυχητική επανάπαυση;
Η φθορά της κυβέρνησης έχει ήδη αρχίσει. Ας μη συμβεί το ίδιο με την υπόσχεση της προοδευτικής συμμαχίας.

Κωστής Γιούργος

* Θανάσης Διαμαντόπουλος, «Το πορτρέτο ενός ηγέτη». Αλιευμένο από άρθρο του Δημήτρη Ψαρρά στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 9 Ιουλίου 2019.