«Με προσδιορίζει αποκλειστικά το Ολοκαύτωμα»

Saul Friedländer, «Σκέψεις για τον ναζισμό. Συνομιλίες με τον Stéphane Bou»,
μτφ. Γιώργος Καράμπελας, σελ. 275, εκδ. Πόλις 2019

Ο Σαούλ Φριντλέντερ είναι ένας ιστορικός με πολύπλοκη ταυτότητα ο ίδιος. Γεννήθηκε ως Πάβελ Φριντλέντερ το 1932 στην Πράγα από αφομοιωμένους γερμανόφωνους εβραίους γονείς, οι οποίοι αναζητώντας ασφαλές καταφύγιο από χώρα σε χώρα τον έβαλαν σε καθολικό σχολείο του Παρισιού (όπου τον βάφτισαν χριστιανό με το όνομα Πολ-Ανρί), ενώ οι ίδιοι, στην προσπάθειά τους να διαφύγουν στην Ελβετία συλλαμβάνονται και εξοντώνονται στο Άουσβιτς. Ο Πολ-Ανρί πηγαίνει σε ανάδοχους γονείς, Ρωσοεβραίους αυτή τη φορά, ξαναβρίσκει την εβραϊκή του ταυτότητα, εντάσσεται για λίγο σε δεξιά σιωνιστική οργάνωση, αλλάζει το όνομά του σε Σαούλ, απομακρύνεται όμως από την οργάνωση (σιγά σιγά θα μετατοπιστεί ιδεολογικά προς την Αριστερά), πηγαίνει σε κιμπούτς στο Ισραήλ και επιστρέφει εν τέλει στη Γαλλία για σπουδές. Μετά από διάφορες ανώτερες σπουδές (Πολιτικές Επιστήμες, Διεθνείς Σχέσεις) στρέφεται οριστικά στην Ιστορία και στα εβραϊκά ζητήματα, τα οποία πριν δεν τολμούσε να τα μετατρέψει σε μόνιμη ασχολία του, λόγω του τραύματος που κουβαλούσε. Το έκανε όμως και σήμερα, έχοντας διανύσει μια σπουδαία συγγραφική και ακαδημαϊκή πορεία (Καθηγητής στη Γενεύη, κυρίως, αλλά και στο Ισραήλ, αργότερα δε στο UCLA στο Λος Άντζελες), θεωρείται αυθεντία στο ζήτημα του Ολοκαυτώματος.
Με βραβείο Ειρήνης (2007) από την Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης και με Πούλιτζερ (2008) για το βιβλίο του «Τα χρόνια της εξόντωσης», που είναι ο δεύτερος τόμος του έργου «Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι» –οι δύο τόμοι κυκλοφορούν σε ένα βιβλίο από τις εκδόσεις Πόλις.

 

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι τον όρο «Ολοκαύτωμα» δεν τον πολυσυμπαθεί. Ας δούμε τι λέει γι’ αυτό –αλλά και για την Άννα Φρανκ– στο βιβλίο του «Σκέψεις για τον ναζισμό» που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά (εκδ. Πόλις 2019, μτφ. Γιώργος Καράμπελας):
«“Ολοκαύτωμα”… Να σας εξομολογηθώ, παρεμπιπτόντως, ότι αυτή η λέξη με κάνει πάντα να ανατριχιάζω λίγο. Δεν μου αρέσει, γιατί μου θυμίζει τη σειρά και γιατί έγινε χολιγουντιανός όρος – αλλά, τέλος πάντων, αυτή χρησιμοποιείται στον αγγλοσαξονικό κόσμο, δυστυχώς… […] Καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο, ας πούμε από το 1946-1947 μέχρι ακριβώς το Holocaust του Μάρβιν Τσόμσκι, ελάχιστα μιλούσαν γι’ αυτή την ιστορία στις ΗΠΑ. Υπήρχαν κάποιες εξαιρέσεις εδώ κι εκεί, όπως η ταινία του Τζορτζ Στίβενς για την Άννα Φρανκ (1959) –ανυπόφορη ταινία, γλυκανάλατη, που τελειώνει με κάποια λόγια που είχε όντως πει η Άννα Φρανκ, με μια ομολογία πίστης στην καλοσύνη των ανθρώπων!–, αλλά πολύ λίγα πράγματα είχαν ειπωθεί ή είχαν γίνει για αυτό το θέμα. Παρεμπιπτόντως, μιας και την ανέφερα, η Άννα Φρανκ είχε γίνει ένα είδος ηρωίδας στη Γερμανία της δεκαετίας του 1950, αλλά αυτό δεν βοήθησε τους Γερμανούς –τους νεαρούς Γερμανούς, εννοώ– να συνειδητοποιήσουν τι είχε συμβεί. Το ημερολόγιό της χρησίμευσε μάλιστα ως μια καλή δικαιολογία για να μην τα σκαλίζει κανείς παραπάνω».
Το βιβλίο αυτό είναι στην πραγματικότητα μια πολύ εκτενής συνέντευξη, είναι προϊόν συνομιλίας με τον Γάλλο ειδικό του κινηματογράφου Στεφάν Μπου, που έγινε βιβλίο από τις εκδόσεις Seuil to 2016. Είναι σημαντικό ότι ο Μπου είναι ενημερωμένος σε βάθος, γνωρίζει τη βιβλιογραφία και οι ερωτήσεις του είναι λίαν εύστοχες, ενώ ο Φριντλέντερ κάνει, χωρίς να το επιδιώκει, επίδειξη των τεράστιων γνώσεών του πάνω στο θέμα, λέγοντας πράγματα που σε ένα δομημένο επιστημονικό έργο δεν θα είχε πει.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν λ.χ. οι παρατηρήσεις του πάνω στο έργο μεγάλων διανοουμένων του Ολοκαυτώματος, που ενώ τους επαινεί, γνωρίζει και τα αδύνατα σημεία τους και τα αναφέρει. Παράδειγμα ασκεί κριτική στο έργο του Κλοντ Λανζμάν λέγοντας ότι στη διάσημη ταινία του Shoah, όχι μόνο το παρακάνει με τον πολωνικό αντισημιτισμό, κυρίως επειδή δεν είχε πρόσβαση σε γερμανικές μαρτυρίες (οι Γερμανοί δεν του μίλησαν), αλλά φέρεται με το γάντι και στους Γάλλους (ο ίδιος ήταν Γαλλοεβραίος) παρακάμπτοντας μεγάλες εκδηλώσεις αντισημιτισμού στη χώρα του.
Πολύ ενδιαφέρον έχει και η οπτική του για τη Χάννα Άρεντ και την περίφημη φράση της για την κοινοτοπία του κακού (με αφορμή τον Άιχμαν, τον λεγόμενο και «αρχιτέκτονα του Ολοκαυτώματος» που σχεδίασε και την εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης) η οποία σήμερα χρησιμοποιείται ευρέως.
Λέει ο Σαούλ Φριντλέντερ για τον Άιχμαν και στη συνέχεια για την Άρεντ: «Προσπάθησα να καταλάβω αυτόν τον άνθρωπο όταν, πολύ παλιά, αποφάσισα να παραδώσω ένα μάθημα για τη δίκη του Άιχμαν και για το βιβλίο της Άρεντ. Μελέτησα κυρίως τα πρωτόκολλα της ανάκρισης του Άιχμαν από τον Άβνερ Λες, της ισραηλινής αστυνομίας, που τον ήξερα καλά, μάλιστα. Ήταν ο βασικός ανακριτής κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο της δίκης. Αυτό που μου έκανε εντύπωση, και που η Άρεντ δεν το αναφέρει –δεν ξέρω βέβαια αν είχε στη διάθεσή της τούτα τα έγγραφα– είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Άιχμαν, αιχμάλωτος του Ισραήλ, μιλούσε στον Άβνερ Λες για τον Χίτλερ, τον Χίμλερ ή ορισμένους άλλους ανωτέρους του εκείνη την εποχή. Εν έτει 1961, εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί συστηματικά ολόκληρους τους τίτλους ή τους βαθμούς. Είναι ένα φαινόμενο πολύ παράξενο, πολύ χαρακτηριστικό. Ο Άιχμαν δεν έλεγε “ο Χίμλερ” ή “ο Χάινριχ Χίμλερ” αλλά “ο αρχηγός των Ες-Ες και επικεφαλής της γερμανικής αστυνομίας Χάινριχ Χίμλερ”. Ο Άιχμαν είχε εσωτερικεύσει σε τέτοιο βαθμό τον σεβασμό για τη ναζιστική ιεραρχία ώστε δεν μπορούσε να τον αφαιρέσει από τον τρόπο που εκφραζόταν. Αποτελεσματικός και ικανός στη δουλειά του, ο Άιχμαν ήταν προπάντων ένας άνθρωπος απολύτως υπάκουος, σημαδεμένος από τον σεβασμό για τη ναζιστική ιεραρχία αλλά και εντελώς συνειδητοποιημένος ιδεολογικά, σε αντίθεση με ό,τι προσπαθούσε να δείξει. […] Προφανώς ο Άιχμαν ήταν ο τέλειος ναζιστής γραφειοκράτης. Η Χάννα Άρεντ είχε δίκιο σε αυτό. Το ότι όμως ήταν κοινότοπος, από την άποψη της γραφειοκρατικής προσωπικότητάς του, δεν σημαίνει πως ό,τι έκανε ήταν επίσης κοινότοπο. Μόνο κοινότοπο δεν ήταν: ήταν απολύτως φρικιαστικό. Η ίδια η Χάννα Άρεντ, άλλωστε, στον πρόλογο του σημαντικότερου βιβλίου της, με τίτλο Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού, είχε κάνει πρώτη λόγο για “ριζικό κακό”, αναφορικά με τον ναζισμό. Ο Γκέρσομ Σόλεμ, αυτός ο μεγάλος ειδήμονας του καβαλισμού, που τελικά ήρθε σε ρήξη με τη Χάννα Άρεντ, της έγραψε: “Όταν μιλούσατε για ριζικό κακό, σας καταλάβαινα, αλλά, όταν μιλάτε για κοινοτοπία του κακού, δεν μπορώ πλέον να σας παρακολουθήσω…”».
Για να επιστρέψουμε στην πολύπλοκη ταυτότητα του Φριντλέντερ, ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως εξής: «Αν με ρωτούσατε “ποιος είστε και πώς αυτοπροσδιορίζεστε” θα σας απαντούσα ότι είμαι Εβραίος χωρίς θρησκευτική ή άλλη πίστη, και με προσδιορίζει αποκλειστικά το Ολοκαύτωμα. Σε πολλούς δεν αρέσει καθόλου αυτό –σε πολλούς Εβραίους, εννοώ. Το θεωρούν σημάδι ότι δεν θέλει κανείς να επενδύσει στην πολύ πλούσια παράδοση και ιστορία του εβραϊσμού, ότι δεν θέλει να βουτήξει σε έναν κόσμο όχι απαραιτήτως θρησκευτικό, σίγουρα πάντως πολιτισμικό. Την κατανοώ αυτή την επίκριση. […] Έχω διδάξει στα εβραϊκά επί σειρά ετών. Παρά ταύτα, δεν αισθάνομαι εντελώς σαν στο σπίτι μου σε αυτή τη γλώσσα, ούτε γενικότερα στο πλαίσιο του Ισραήλ. Δεν θα αυτοπροσδιοριζόμουν ως Ισραηλινός πάνω απ’ όλα, ούτε ως κάποιος που ξαναβρήκε την εβραϊκή του ταυτότητα, με όλες τις πολιτισμικές, θρησκευτικές, εθνικές συνδηλώσεις που μπορεί να έχει αυτό σήμερα…»

Μανώλης Πιμπλής