Με το βλέμμα στραμμένο στους χαμένους

 

Γιόζεφ Ροτ «Τα χρόνια των ξενοδοχείων»
(μτφ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, 2019)

Στον Γιόζεφ Ροτ έχει αναφερθεί κι άλλες φορές η στήλη. Τα χρόνια των ξενοδοχείων, το τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, με υπότιτλο «Περιπλανώμενος στην Ευρώπη ανάμεσα στους πολέμους», είναι μια επιλογή άρθρων από τα εκατοντάδες που έγραψε για εφημερίδες και περιοδικά στη ζωή του ο Ροτ. Στον τόμο αυτό υπάρχει μια ανθολόγηση κειμένων που γράφτηκαν ανάμεσα στους δύο παγκοσμίους πολέμους. Εκείνα τα χρόνια ο Ροτ έγραφε περίπου 250 με 300 σελίδες τον χρόνο, καθώς περιπλανιόταν σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, από την Αλβανία έως την ΕΣΣΔ. Όπως λέει ο μεταφραστής του Ροτ στα αγγλικά, Μάικλ Χόφμαν, «όλα τα ενήλικα χρόνια του Ροτ, μετά το 1919, μετά το πανεπιστήμιο και τον στρατό, ήταν “χρόνια ξενοδοχείων”».
Ο Ροτ είχε πάντα στενή σχέση με τις εφημερίδες και το σύμπαν τους, πάντοτε όμως μέσα από το δικό του πρίσμα, τον δικό του φακό: «Ζωγραφίζω το πορτρέτο της εποχής. Δεν είμαι πολιτικός συντάκτης, είμαι ποιητής», γράφει κάπου ο ίδιος, κάτι που έρχεται να επικυρώσει στην πολύ κατατοπιστική εισαγωγή του ο Χόφμαν, που θυμάται κάτι που του είχε πει ο νομπελίστας ποιητής Γιόζεφ Μπρόντσκι: «σε κάθε σελίδα του Ροτ υπάρχει ένα ποίημα».

Ένας ξένος από πόλη σε πόλη

Εκείνα τα δύσκολα χρόνια ο Ροτ κινείται στην Αυστρία, τη Γερμανία, την Αλβανία, τη Σοβιετική Ένωση, τη Γαλλία, την Πολωνία, την Ιταλία, περιπλανιέται σε μέρη γνωστά και μη, έρχεται αντιμέτωπος με μεγάλα γεγονότα και σκηνές της καθημερινότητας, και στέλνει τις ανταποκρίσεις του στα έντυπα με τα οποία συνεργάζεται. Βυθίζεται στον άγνωστο κόσμο των άγνωστων πόλεων και χωρών («Είμαι ξένος σ’ αυτή την πόλη. Γι’ αυτό ήμουν σαν στο σπίτι μου»), ζώντας από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, κρατώντας πάντα απόσταση απ’ αυτά και φεύγοντας όταν κρίνει ότι ήρθε η ώρα γι’ αυτό («Αν έμενα περισσότερο, θα ’μουν ανάξιος της μεγάλης ευλογίας να είναι κανείς ξένος. Θα υποβάθμιζα το ξενοδοχείο, θα το έκανα σπίτι, αν δεν έφευγα παρά μόνον όταν έπρεπε να το κάνω»).
Με διαπεραστική ματιά και ανατομική παρατήρηση της λεπτομέρειας, με οξυδερκή σχόλια, με πικρό κυνισμό αλλά και βαθιά ανθρωπιά, αποστασιοποιημένος αλλά και δηκτικός, ο Ροτ ρίχνει τη σκοτεινή ματιά του σε μικρές κρίσιμες λεπτομέρειες που φωτίζουν όλη την εικόνα αλλιώς. Αποτυπώνει έτσι στις σελίδες του έναν ολόκληρο κόσμο που ξεπέφτει, που σβήνει, εστιάζοντας στις κρυφές γωνιές, στις μισοσκιασμένες πτυχές των γεγονότων, σε χαρακτηριστικές σκηνές και σε περιγραφές ανθρώπων (όταν προσθέτει αυτό το δυσοίωνο «ακόμα» μιλώντας για τον υπάλληλο που «είναι ακόμα δυστυχής σ’ αυτό το γραφείο») ή κτιρίων («απ’ όλα τα χαρακτηριστικά ενός κτιρίου η κακογουστιά αντέχει περισσότερο στο χρόνο») ή πραγμάτων («σκούρο καφέ χρώμα είχαν οι κολόνες, κάτι σαν γυαλιστερή φλούδα – είχαν ξαναγίνει δέντρα»). Στον ορατό και αόρατο πορτιέρη του καφενείου βλέπει «την αξιοπρέπεια κάποιου που εδώ και δεκαετίες τού ανταποδίδουν το χαιρετισμό με αδιαφορία» και συνάμα στο μαργαριταρένιο κολιέ της υπέργηρης κυρίας βλέπει τους κληρονόμους της «που περιμένουν ήδη ανυπόμονα».
Ατελείωτη ποικιλία από θέματα

Ο Ροτ αγγίζει, άλλοτε ενδελεχώς και άλλοτε ακροθιγώς, μια ατελείωτη ποικιλία από θέματα, μιλάει για τη φύση («ανόητοι είναι οι άνθρωποι που ατενίζοντας αυτές τις αιωνιότητες δεν ταράζονται και δεν ριγούν») και τα ταξίδια («φωνή πόθου και λαχτάρας», είναι στ’ αυτιά του το σφύριγμα της ατμομηχανής), εντοπίζει στις –συχνά αφανείς λεπτομέρειες– την κρυφή και την υπόρρητη αδικία (όταν δικάζεται η μορφινομανής Ρόζα που πουλάει το κορμί της για να αποκτήσει το ναρκωτικό της και έρχεται η ώρα να απολογηθεί, «μιλάει σε εννιά άντρες»), κοντοστέκεται μπροστά στη «θλιμμένη ομορφιά των περιφρονημένων», σαρκάζει τους τουρίστες που δεν βλέπουν την κοινωνική πραγματικότητα γύρω τους («υπάρχουν ξένοι, οι οποίοι στη θέα των ερειπίων ξεχνούν τους χαφιέδες»), κατεδαφίζει τον πατριωτισμό και τους μύθους του (μιλώντας λ.χ. για τον ανάπηρο, που «η Πατρίδα του, οι συνάνθρωποί του, μόνο χειρότερα μπορούν να του προκαλέσουν», ενώ «γύρω τριγύρω περιδιαβαίνουν οι πολεμοκάπηλοι, αυτοί που με τηλεπάθεια βγήκαν κερδισμένοι από τη φρίκη του πολέμου»), αναδεικνύει, χαμηλόφωνα, χωρίς διακηρυκτισμό, το ταξικό στοιχείο και τις ταξικές αντιθέσεις (όταν η καμαριέρα τρώει στο ακριβό εστιατόριο δεν εισπράττει «κανένα βλέμμα αναγνώρισης – διότι ένας πραγματικός κύριος δεν διανοείται ότι στο εστιατόριο όπου δειπνεί θα μπορούσε ποτέ να συναντήσει μια καμαριέρα»), οργίζεται με τον Τύπο που αποστολή του έχει «να αποκρύπτει τα γεγονότα»…
Αν δίπλα σε διαμάντια μπορεί κανείς να διακρίνει και κομμάτια πιο αδύναμα γραμμένα ίσως στο λαχάνιασμα του χρόνου που πιέζει, αν κάπου παρεισφρέει μια βιαστική εκτίμηση ή ένα πραγματολογικό λάθος, δεν υπάρχει ωστόσο στιγμή που ο αναγνώστης να μη θυμάται αυτό που είχε πει για τον Ροτ ο Γιόζεφ Μπρόντσκι.

Άνθρωποι και Ιστορία

Η ταραγμένη ζωή και οι εσωτερικές διαδρομές του Ροτ καθόρισαν προφανώς και τις μεταλλάξεις στην πολιτική του τοποθέτηση – αρχικά σοσιαλιστής που έγραφε σε αριστερές εφημερίδες με το ψευδώνυμο «Κόκκινος Ροτ», ο οποίος μετά το ταξίδι του στη Σοβιετική Ένωση, το 1926, θα απομακρυνθεί από τις αριστερές ιδέες και τελικά θα καταλήξει φιλομοναρχικός («οι φιλοβασιλικές πολιτικές του απόψεις ήταν βασικά το προσωπείο της απαισιοδοξίας του», γράφει ο Μάικλ Χόφμαν στο σημείωμά του για τον συγγραφέα), και τελικά θα δραπετεύσει έγκαιρα από τη ναζιστική Γερμανία (τη «θυγατρική της Κόλασης στη Γη»), για να πεθάνει το 1939, σε ηλικία 45 ετών, στο Παρίσι, εξόριστος, όταν, τσακισμένος από τον αλκοολισμό, κατέρρευσε μαθαίνοντας ότι ο παλιός του φίλος Ερνστ Τόλερ είχε αυτοκτονήσει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, στη Νέα Υόρκη.
Δεν είναι παράξενο τελικά που εκεί, στα χαμηλά, ρίχνει το θλιμμένο βλέμμα του ο Ροτ. Ενώ «η Ιστορία συνεχίζει ανελέητη το δρόμο της, δρόμο από αίμα και σίδερο», αυτός θα μιλήσει με τρυφερότητα και με θυμό για εκείνους που μένουν πίσω, όποιοι κι αν είναι αυτοί: «Και αλύπητοι μα λυπημένοι, πήραμε αγκαζέ το Χρόνο και τους παρατήσαμε τους χαμένους, τους αφήσαμε και προχωρήσαμε».

Κώστας Αθανασίου