Μεγάλος αντιπερισπασμός, με μεγάλα κενά, αλλά…

Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα μείζονα αντιπερισπασμό από την κυβέρνηση που για να τον πετύχει χρησιμοποιεί όπλο, που γνωρίζει πολύ καλά ότι έχει μεγαλύτερη επίπτωση όταν χρησιμοποιείται κατά της Αριστεράς, εν προκειμένω του ΣΥΡΙΖΑ. Βραχυπρόθεσμα, επιδιώκει να αλλάξει μια αρκετά βεβαρημένη ατζέντα για τη ΝΔ με πρώτη τη ραγδαία επιδείνωση της οικονομίας και συμπληρωματικά το σκάνδαλο Novartis, τη λίστα διαφημίσεων κ.ά. Μακροπρόθεσμα, όμως, επιχειρείται να αθροίζεται σιγά – σιγά, στη συνείδηση του πολίτη, ότι και η Αριστερά κυβερνά όπως και οι άλλοι.
Προς το παρόν, δεν φαίνεται όλο το εύρος των σχεδιασμών εκμετάλλευσης της υποκλοπής, αν σχεδιάζεται κάτι πέραν του προπαγανδιστικού καταιγισμού. Για παράδειγμα, αν εντάσσεται στην προσπάθεια να δυσκολέψει κάθε προσπάθεια κοινής στάσης της αντιπολίτευσης έναντι της κυβερνητικής πολιτικής ή ακόμη στη δημιουργία κλίματος που να οδηγεί, αν χρειαστεί, και σε εκλογές. Έως την ώρα αυτή ο Κ. Μητσοτάκης είχε αποφύγει δηλώσεις. Προφανώς περιμένει να δει ολοκληρωμένα τις εξελίξεις, το κλίμα και στον ΣΥΡΙΖΑ.
Όμως, όπως κάθε αντιπερισπασμός έτσι κι αυτός δεν εξαλείφει τρέχοντα ζητήματα, ιδίως όσα αφορούν την κυβερνητική πολιτική. Είναι τα μεγάλα κενά που έχει ως τακτική κίνηση κάθε αντιπερισπασμός ακόμη και όταν ρίχνει στη μάχη πάρα πολύ δύσκολη βολή για τον αντίπαλο. Το πρώτο είναι η οικονομία. Η παραδοχή και από τον κ. Σταϊκούρα ότι η πτώση του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο θα προσεγγίσει ίσως το 20%, ενώ όλα δείχνουν ότι και το τρίτο, δυστυχώς, θα είναι πολύ υφεσιακό, διότι οι συνθήκες, λόγω πανδημίας, που θα επικρατήσουν δεν φαίνεται να βελτιώνονται. Αλλά αυτό είναι και μείζον πολιτικό ζήτημα, διότι η αξιωματική αντιπολίτευση είχε αντιπροτείνει εναλλακτικό πακέτο μέτρων που θα άμβλυναν την ύφεση.

Επιπλοκές στο σκάνδαλο Novartis

Το άλλο κενό είναι η πορεία του σκανδάλου Novartis (ρεπορτάζ στη σελίδα 4). Ο συμβιβασμός μεταξύ Αμερικανικού Δημοσίου και Novartis, που κατέληξε σε μια θηριώδη αποζημίωση για διαφθορά που κατά 90% συνέβη στην Ελλάδα, αποδεικνύει το μέγα σκάνδαλο ούτως ή άλλως που συνετελέσθη όταν κυβερνούσε ο δικομματισμός. Τώρα, από την ελληνική δικαιοσύνη θα διερευνηθεί αν οι κρατικοί αξιωματούχοι είχαν σχέση και με πολιτικούς αξιωματούχους.
Άλλο κενό είναι η συνεχής παραβίαση αρχών και θεσμών. Ακόμη και η χρήση της κασέτας Μιωνή, παράνομη ούτως ή άλλως, αξιοποιήθηκε πριν από τους “βουλευτές – δικαστές” χωρίς καμιά ντροπή. Είναι “λεπτομέρεια”. Υπάρχει πλήθος παραβιάσεων, όπως η λίστα διαφημιστικής δαπάνης, και παρεμβάσεων όπως η απειλή του κ. Γεωργιάδη κατά δικαστών που δικαίως ο Γιάννης Δραγασάκης αναρωτιόταν: “Άραγε δεν ανησυχεί κανένας για τη λειτουργία των θεσμών σήμερα όταν επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ κάποιοι σκοπίμως ερμήνευαν τα πάντα ως δήθεν ‘παρέμβαση στους θεσμούς’;”.
Η ΝΔ ωστόσο ακόμη δεν έχει ξεκαθαρίσει πώς θα αξιοποιήσει πολιτικά τις υποκλοπές Μιωνή ή και όσες έπονται. Αλλά εφόσον λειτουργεί και ως αντιπερισπασμός, δηλαδή ως μέσο απώθησης προβλημάτων, τότε ακόμη και οι εκλογές ξαναμπαίνουν στο τραπέζι. Αν στη ΝΔ κρίνουν ότι στις εκλογές, πχ Σεπτεμβρίου, θα έχει να αντιμετωπίσει έναν “τσαλακωμένο” ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, και αυτή διατηρεί ακόμη υψηλά δημοσκοπικά ποσοστά, δεν πρέπει να αποκλείονται εκλογές. Οι υποκλοπές απέβλεπαν, όπως και η προανακριτική, και στην επιδείνωση των σχέσεων ΣΥΡΙΖΑ και υπόλοιπης αντιπολίτευσης. Το είδαμε αυτό αυτές τις μέρες στις ιδιαίτερα σκληρές αντιΣΥΡΙΖΑ δηλώσεις του ΚΙΝΑΛ και ειδικά της κ. Γεννηματά εναντίον του Αλέξη Τσίπρα προσωπικά. Στόχος ήταν και είναι να μην έχει ισχύ η απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία ότι σε πρόωρες εκλογές μπορεί να αντιπαρατεθεί ως εναλλακτική λύση, υπέρ των καθημαγμένων λαϊκών στρωμάτων, η συνεργασία της Δημοκρατικής Αντιπολίτευσης.

Απαίτηση για πειστικές απαντήσεις

Πολλά θα εξαρτηθούν από τη στάση και τα μέτρα που θα πάρει ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ. Κατά πόσο, δηλαδή, θα απαντηθούν πειστικά τα ερωτήματα που ανακύπτουν στο κόμμα και την επιρροή του, σε όσα διατυπώνει η κοινωνία των πολιτών. Η αντιμετώπιση των πρώτων ημερών ήταν όχι απλώς λειψή αλλά αποκαρδιωτική, ιδίως όπως αυτό αποτυπωνόταν στον Τύπο του κόμματος και στο non paper. Ότι ο αντίπαλος κάνει ετούτο, κάνει εκείνο, δεν σέβεται αυτό, παραβιάζει εκείνο. Εκτός των άλλων είναι μία παρωχημένη αντίληψη αριστερής προπαγάνδας.
Η συνεδρίαση του Πολιτικού Συμβουλίου άλλαξε αυτή τη γραμμή διότι βρήκε ελάχιστους υποστηρικτές. Και ο διάλογος διευκόλυνε και τον ίδιο τον Νίκο Παππά να κάνει μια τοποθέτηση όχι αμυντική αλλά ουσιαστική, με αυτοκριτική που βοηθά και τον ίδιο, διότι δικαιούται την αλληλεγγύη και κόμματος και στελεχών, αλλά και το κόμμα να αντιμετωπιστεί η πίεση της αντίπαλης προπαγάνδας. Διότι όντως έγιναν “λάθη ουσίας και ύφους”, άρα πρέπει να συζητηθεί όχι απλώς το συγκεκριμένο συμβάν, αλλά οι όροι που το προκάλεσαν και προς θεού η ευθύνη αυτή δεν είναι ενός συντρόφου, αλλά συλλογική. Είναι σωστό αυτό που επισήμανε και ο Αλέξης Τσίπρας, την ανάγκη όλοι, και ειδικά “στελέχη πρώτης γραμμής”, να προσέχουν “κάθε λέξη και κάθε πράξη”, απέναντι “σε ένα τέτοιο αδίστακτο σύστημα εξουσίας”. Όπως και ότι ο καθένας θα πρέπει να αναλαμβάνει την ευθύνη που του αναλογεί για αστοχίες, λάθη ή παραλείψεις, “όχι απλώς για να πάμε παρακάτω. Αλλά για να μην τα επαναλάβουμε”. Όμως αυτά δεν αρκούν.

Στις πηγές του λάθους

Να πάμε στις πηγές του λάθους. Η πρώτη είναι η έλλειψη συλλογικότητας και κανονικής λειτουργίας καθοδηγητικών οργάνων. Παράδειγμα, η συνεδρίαση του Π.Σ. την Πέμπτη που “διόρθωσε”, εν μέρει, την αρχική γραμμή τυφλού κομματικού πατριωτισμού. Η δεύτερη, είναι η συζήτηση και συμφωνία, με βάση τις αξίες και αρχές της Ανανεωτικής και Ριζοσπαστικής Αριστεράς, για το πώς ασκούμε κυβερνητική εξουσία και με ποιους. Δεν “προσλαμβάνουμε” υπουργούς, λοιπόν, διότι “ξέρουν τη δουλειά” ή διότι “ήταν εντός του συστήματος” και τώρα “δικοί μας είναι άρα χρήσιμοι”. Ούτε λέμε “έτσι γίνονται αυτά”. Όχι δεν γίνονται έτσι! Δεν συναντά ο υπουργός μας τον οποιονδήποτε κ. Μυωνή ή άλλο επιχειρηματία που θέλει “διευκολύνσεις” ή εκδότες που θέλουν να “προσφέρουν στήριξη”. Τρίτον, δεν αναζητούμε φαντεζί τρόπους να αυξήσουμε ή διατηρήσουμε την επιρροή μας όπως τα σκάνδαλα, διογκωμένα ή υπαρκτά. Έχουμε πρόγραμμα, σ’ αυτό στηριζόμαστε, τα υπόλοιπα έπονται. Τέταρτον, η συγκρότηση του κόμματος. Κι αυτό μπορεί να σε προστατεύσει, προφανώς από πολύ σοβαρότερα ζητήματα.
Όλα αυτά, αλλά και άλλα που θα φέρει ο διάλογος, πρέπει να συζητηθούν, να διευκρινισθούν. Εν όψει συνεδρίου είναι και η κατάλληλη στιγμή.

Παύλος Δ. Κλαυδιανός

 

 

Η εξωτερική πολιτική σε «σταυρικό σημείο»

Το ταξίδι του κ. Μπορέλ στην Αθήνα, με επίσκεψη και στον Έβρο και οι δηλώσεις του γάλλου υπουργού Εξωτερικών κ. Μπριάν για την Τουρκία και οι απαντήσεις που έλαβε ξαναθέτουν στο τραπέζι την ανάγκη επαναξιολόγησης της εξωτερικής πολιτικής. Πρόσφατα, υπήρξαν και τα ταξίδια του πρωθυπουργού στο Ισραήλ και του υπουργού Εξωτερικών στην Αίγυπτο που ήταν όχι απλώς αποκαρδιωτικά, όσον αφορά τις προσδοκίες και σχεδιασμούς της ελληνικής πλευράς, αλλά συνιστούσαν βήματα προς τα πίσω. Μ’ άλλα λόγια, η υπογραφή της συμφωνίας Ελλάδας – Ιταλίας, η οποία ήταν θετικό και μείζον γεγονός, δεν άνοιξε δρόμους – όπως τους φανταζόταν η ελληνική πλευρά, βέβαια. Αντίθετα, αποκάλυψαν ότι συνιστούσαν μετέωρο βήμα, που όμως επωφελήθηκε η τουρκική πλευρά εντάσσοντάς την αμέσως, με τις γνωστές δηλώσεις Τσαβούσογλου, στη δική της πολιτική που αναφέρεται στον διάλογο, το διεθνές δίκαιο κτλ. Καλούσαν την Ελλάδα να συνεχίσει και με την Τουρκία το διάλογο στο πνεύμα της αναζήτησης συμβιβασμού, όπως και με την Ιταλία, ενημερώνοντας τις γειτονικές χώρες ότι αυτή είναι διατεθειμένη για διάλογο και συμβιβασμούς. Αυτό δεν πρέπει να προσπεραστεί ως προπαγάνδα.
Εν τω μεταξύ, αυτές οι διεργασίες γίνονται μια στιγμή όπου η Τουρκία γίνεται κεντρικός παίκτης στην Ανατολική Μεσόγειο που τη θεωρούν εντελώς απαραίτητη για την ομαλοποίησή της. Οι εξελίξεις στη Λιβύη είναι χαρακτηριστικές. Είναι ν’ απορεί κανείς για τη – διαχρονική – τύφλωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής η οποία δια μη σοβαρό λόγο δεν όρισε ΑΟΖ πρώτη η Ελλάδα με τη Λιβύη, ποντάροντας και στον αφερέγγυο Χαφτάρ – το ταξίδι του στην Αθήνα υποστήριξε και ο ΣΥΡΙΖΑ! – δηλαδή παρέκκλινε από τη διεθνή νομιμότητα όπως αυτή εκφράζεται από τον ΟΗΕ.
Τώρα, η ελληνική εξωτερική πολιτική πρέπει να αντιμετωπίσει τη σκληρή πραγματικότητα. Είναι όντως σε “σταυρικό σημείο”. Από τα δυο γεγονότα όπου αναφερθήκαμε στην αρχή τι προκύπτει; Ότι η Γαλλία μπορεί να κάνει μόνο σκληρές δηλώσεις δημιουργώντας ψευδαισθήσεις στην Αθήνα που αποπροσανατολίζουν και τη λαϊκή αίσθηση. Ότι η Ε.Ε., όπως προκύπτει από τις δηλώσεις του κ. Μπορέλ στην Αθήνα λέει μεν όσα – ανέξοδα, ή και ωφέλημα γι’ αυτήν ως προς το προσφυγικό – θα επιθυμούσε η ελληνική πλευρά αλλά πάντοτε κεντρικό σημείο έχει την παρότρυνση για διάλογο. “Να αναζητήσουμε το διάλογο με την Τουρκία προκειμένου να προστατεύσουμε τα συμφέροντά μας και να ενισχύσουμε την περιφερειακή σταθερότητα”. “Κανείς περισσότερο από την Ελλάδα δεν έχει πιο σημαντικούς λόγους να έχει σχέσεις καλής γειτονίας με την Τουρκία, γιατί στο τέλος της ημέρας θα πρέπει να είμαστε καλοί γείτονες”.
Η επιφυλακτική απάντηση των κ. Δένδια και Μητσοτάκη δείχνει ακριβώς το πρόβλημα, δηλαδή τον φόβο στο πολιτικό κόστος. Αυτό, όμως, δεν παράγει εξωτερική πολιτική ιδιαίτερα σε επικίνδυνες και ταραγμένες περιόδους. Εδώ ακριβώς παίρνει αποφασιστική θέση η άποψη του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία. Αυτός πρέπει να προτείνει, χωρίς αστερίσκους, τον διάλογο με τις άλλες χώρες – την Αίγυπτο, τη Λιβύη και βέβαια την Τουρκία – όπως ο ίδιος ξέρει από τις Πρέσπες και είδαμε να γίνεται με την Ιταλία. Είναι ανάγκη και η κατάλληλη στιγμή για να παρέμβει η αριστερή εξωτερική πολιτική.

Π.Κ.