Μελαγχολική κριτική στην ανθρωπιστική ορθοδοξία των «ανθρώπινων δικαιωμάτων»

Stephanie DeGooyer, Alastair Hunt, Lida Maxwell, Samuel Moyn, «Το δικαίωμα να έχουμε δικαιώματα», επίλογος: Astra Taylor, μετάφραση: Βαγγέλης Πούλιος, επίμετρο: Ειρήνη Αβραμοπούλου, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου (2019)

Αυτή η απλή και ταυτόχρονα διαπεραστικά σύνθετη φράση, το «δικαίωμα να έχουμε δικαιώματα», συμπυκνώνει μια ανατρεπτική πολιτική ιδέα που εμπνέει, και εμπνέεται από, το συλλογικό φαντασιακό της κριτικής, της αντίστασης και της κοινωνικής χειραφέτησης. Ταυτόχρονα, αυτή η κριτική-αποδομητική φράση υπαινίσσεται πώς «κάνουμε θεωρία» ως «γνώση από θέση», μέσα από τη συλλογική επεξεργασία της βιωμένης εμπειρίας. Η Χάνα Άρεντ ήταν ανιθαγενής πρόσφυγας για 18 χρόνια, από τότε που, στα 27 της, απέδρασε από τη ναζιστική Γερμανία και οι νόμοι της Νυρεμβέργης της αφαίρεσαν την πολιτειότητα, μέχρι που της αποδόθηκε πολιτικό άσυλο και κατόπιν πολιτογραφήθηκε στις ΗΠΑ το 1951. Το «δικαίωμα να έχουμε δικαιώματα» μετατρέπει σε κριτικό εγχείρημα την εμπειρία του να μένεις χωρίς πατρίδα στον απόηχο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.
Η Άρεντ αναφέρει αυτή τη φράση για πρώτη φορά το 1949 στο άρθρο της «»The Rights of Man»: What Are They?» (που δημοσίευσε το περιοδικό Modern Review), χωρίς ιδιαίτερη έμφαση, με έναν τρόπο που θα μπορούσε να περάσει κειμενικά απαρατήρητος. Η φράση επανήλθε, και πάλι κάπως αδιόρατα, το 1958 στην αναθεωρημένη έκδοση του βιβλίου της Οι Απαρχές του Ολοκληρωτισμού, στο κεφάλαιο με τίτλο «Η παρακμή του έθνους-κράτους και το τέλος των δικαιωμάτων του ανθρώπου». Ήταν σαν η φράση να διέλαθε της προσοχής της ίδιας της συγγραφέα της. Για αρκετές δεκαετίες είτε παραγνωρίστηκε και προσπεράστηκε είτε χρησιμοποιήθηκε χωρίς αναγνώριση της συγγραφικής της κυριότητας. Για παράδειγμα, όπως αναφέρει η εισαγωγή του βιβλίου, η καμπάνια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες και τους Εξόριστους το 2015 είχε ως σύνθημα «Οι πρόσφυγες έχουν δικαίωμα να έχουν δικαιώματα».
Από τη θέση της εξόριστης Εβραίας που έχει στερηθεί την υπηκοότητά της, διατυπώνει αυτή την ιδέα, χωρίς καμιά οίηση θεωρίας, καθώς αποδομεί την ιδέα των οικουμενικών «αναπαλλοτρίωτων» δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η Άρεντ υποστηρίζει ότι τα δικαιώματα δεν μας ανήκουν απλώς, δεν τα έχουμε. Οι τρεις ιστορικές διακηρύξεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων -η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας (1776), η γαλλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη (1789) και η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (1948)- περιγράφουν αυτά τα δικαιώματα ως «αναπαλλοτρίωτα». Ωστόσο, υποστηρίζει η Άρεντ, η δυνατότητά μας να τα επικαλεστούμε και να τα ασκήσουμε με νομικά επιδραστικό τρόπο υπόκειται σε όρους, και πάνω απ’ όλα στον όρο της εθνικής πολιτειότητας, που εξασφαλίζει ότι οι διεκδικήσεις δικαιωμάτων είναι πολιτικά σημαίνουσες και αναγνωρίσιμες. Αυτή είναι η ειρωνεία στην καρδιά του λόγου των δικαιωμάτων: η διασφάλιση των δικαιωμάτων μας εξαρτάται από τις πολιτικές κοινότητες που ενδέχεται να μας στερούν τα δικαιώματα αυτά. Πώς να διεκδικήσουμε το δικαίωμα να ανήκουμε σε μια πολιτική κοινότητα όταν είναι αυτή η κοινότητα που θέτει τους όρους αναγνώρισης των δικαιωμάτων αλλά και του ίδιου του «ανθρώπινου»; Πώς διεκδικείται ένα δικαίωμα ένταξης όταν η ένταξη είναι η προϋπόθεσή του;

Μειονότητες υπό πολιτική απαλλοτρίωση

Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν αποδίδονται στους ανθρώπους, αλλά ορίζουν την εμβέλεια πολιτικής αναγνωρισιμότητας του «ανθρώπινου», υπό όρους – εθνικούς, ταξικούς, έμφυλους, φυλετικούς. Η Οικουμενική Διακήρυξη προϋποθέτει τα έθνη-κράτη να διασφαλίζουν τα «οικουμενικά» και «αναπαλλοτρίωτα» δικαιώματα όλων των ανθρώπων, αλλά τα νεωτερικά έθνη-κράτη συγκροτούνται στη βάση της εθνικής και εδαφικής κυριαρχίας. Ως κριτική απόκριση στο παράδοξο των οικουμενικών ανθρώπινων δικαιωμάτων, η διατύπωση «δικαίωμα να έχουμε δικαιώματα» αρθρώνει ένα κάλεσμα για μια διαφορετική, συμπεριληπτική πολιτειότητα, για μια πολιτική κοινότητα βασισμένη στην προϋπόθεση της πολλότητας [plurality] – κεντρικής έννοιας στο έργο της Άρεντ. Πρόκειται για ένα διαρκές αίτημα που επιζητεί εγγύηση δικαιωμάτων έξω από τους όρους της εθνικοεδαφικής κυριαρχίας. Όπως έχει δείξει η εμπειρία των μειονοτήτων και των απάτριδων του εικοστού αιώνα, τα λεγόμενα δικαιώματα του ανθρώπου αναγνωρίζονται μόνο ως δικαιώματα εθνικών πολιτών. Χωρίς την προϋπόθεση της πολιτικής υποκειμενικότητας που εξασφαλίζει το ανήκειν στην εθνική κοινότητα, το δικαίωμα παραμένει μια πολιτικά κενή νομιμοποιητική αφαίρεση.
Έτσι, η ιδέα του «δικαιώματος να έχουμε δικαιώματα» αναδύεται στη σκέψη της Άρεντ μέσα από την κριτική στην αναντιστοιχία ανάμεσα σε μια αφαιρετική ορθοδοξία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και τις εμπειρίες εκείνων που έχουν αναχθεί σε γυμνή ανθρωπ(ιν)ότητα – δηλαδή, σε ανθρώπινη ύλη απογυμνωμένη από πολιτική υποκειμενικότητα και αποκλεισμένη από πολιτική κοινότητα. Αποκτήσαμε την επίγνωση του «δικαιώματος να έχουμε δικαιώματα» μόνον όταν εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρώπη βρέθηκαν σε μια κατάσταση απώλειας και αδυναμίας ανάκτησης αυτών των δικαιωμάτων στις δεκαετίες μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Χάνοντας την υπηκοότητά τους, οι «εθνικές μειονότητες» και οι «ανιθαγενείς» περιήλθαν σε μια κατάσταση πολιτικής απαλλοτρίωσης: ήταν «άνθρωποι και τίποτε άλλο παρά μόνο άνθρωποι». Δυνάμει αυτής της απαλλοτρίωσης, και ως «απλώς άνθρωποι», εκτέθηκαν στις πιο ακραίες μορφές βίας. Όπως υπογραμμίζει η Άρεντ, ήταν μέσω της αποστέρησης κάθε νομικο-πολιτικού στάτους που οι Ναζί αφαίρεσαν από τους Εβραίους το θεμελιώδες δικαίωμα να ζουν. Γράφει: «Ο κόσμος δεν βρήκε τίποτε ιερό στην αφηρημένη γύμνια του να είσαι άνθρωπος».

Ένα σύνολο ευχάριστων κανονιστικών αξιώσεων

Με άλλα λόγια, η ίδια ή επίγνωση και πολιτική αναγνώριση του «δικαιώματος να έχουμε δικαιώματα» πηγάζει από τη βιωμένη εμπειρία της απαλλοτρίωσης του δικαιώματος στην πολιτική συμπερίληψη. Σε τελική ανάλυση, όπως υπενθυμίζει η Stephanie DeGooyer, είναι η παραβίαση, η απώλεια, η στέρηση ή η ματαίωση του δικαιώματος να έχουμε δικαιώματα που μας κάνει να σκεφτούμε εκ των υστέρων και να διεκδικήσουμε τα δικαιώματα. Σύμφωνα με την ιδιαίτερη αυτή πολιτική χρονικότητα που διέπει την ιδέα-πείραμα της Άρεντ, το «δικαίωμα να έχουμε δικαιώματα» είναι ένα δικαίωμα που έχει χαθεί. Μπορεί όμως άραγε να ανακτηθεί; Και σε ποιο άλλο πολιτικό παρόν ή μέλλον κατατείνει αυτή η ανάκτηση; Ποιους άλλους κόσμους προϋποθέτει και επιτελεί η διεκδίκηση ενός «ανεδαφικού» και «απαλλοτριωμένου» δικαιώματος που δεν εισακούγεται και δεν αναγνωρίζεται από την νομικοπολιτική τάξη πραγμάτων του (εκάστοτε) παρόντος;
Ο σκεπτικισμός της Άρεντ για την ανθρωπιστική βιοπολιτική φαντασίωση των «ανθρώπινων δικαιωμάτων» συνδέεται με την κριτική της στην ανισότητα ανάμεσα σε πολίτες που μπορούν να απολαμβάνουν τα δικαιώματά τους και εκείνους τους «απλώς ανθρώπους» που στερούνται δικαιωμάτων. Πριν και πέρα από τα «ανθρώπινα δικαιώματα», λοιπόν, υπάρχει μια αναγκαία πολιτική συνθήκη: το δικαίωμα να έχεις δικαιώματα. Χωρίς αυτή την προϋπόθεση, τα δικαιώματα παραμένουν, για κάποιες/κάποιους, απαλλοτριώσιμα. Και, όπως γράφει ο Samuel Moyn, εγχειρήματα όπως η Οικουμενική Διακήρυξη δεν είναι «τίποτα παραπάνω από ένα σύνολο ευχάριστων κανονιστικών αξιώσεων» (σ. 87).
Το βιβλίο αποτελεί πολύτιμη συνεισφορά στη σύγχρονη κριτική θεωρία των δικαιωμάτων. Πέντε στοχάστριες/στοχαστές ξεδιπλώνουν τις δυνατότητες της ριζοσπαστικής δημοκρατικής πολιτικής σήμερα, προτείνοντας κριτικές αναγνώσεις της σκέψης της Χάνα Άρεντ. Η πολύ προσεκτική και εννοιολογικά επεξεργασμένη μετάφραση του Βαγγέλη Πούλιου αποδίδει απολύτως το θεωρητικοπολιτικό βάθος του εγχειρήματος. Διαβάζοντας (με και πέρα από) την ανάλυση της Άρεντ, το επίμετρο της Ειρήνης Αβραμοπούλου είναι μια εμπνευσμένη συμβολή στο βιβλίο, που φωτίζει τις πιο σύνθετες και λεπτές αποχρώσεις της κριτικής θεωρίας και πολιτικής των δικαιωμάτων – δημόσιο αίτημα, αναγνώριση, απώλεια, επιθυμία, τρωτότητα, υποκειμενοποίηση.
Η Lida Maxwell υποστηρίζει ότι το ρήμα «έχω» της φράσης «να έχουμε δικαιώματα» δεν υποδηλώνει «κατέχω», ή «είμαι ιδιοκτήτρια», αλλά «κάνω», «ασκώ», ή «συγκαλώ». Εδώ, το «να έχουμε δικαιώματα» σημαίνει να συμμετέχουμε σε συλλογικές διαδικασίες (διαμαρτυρίας, πολιτικής ανυπακοής, θέσμισης) για τη σύνθεση ενός κοινού πολιτικού κόσμου όπου η άσκηση του «δικαιώματος να έχουμε δικαιώματα» γίνεται δυνατότητα διαθέσιμη σε όλες/όλους/όλα -συμπεριλαμβανομένων των μη ανθρώπινων όντων.
Ακολουθώντας το δρόμο της ίδιας της Άρεντ, το βιβλίο δεν επιζητεί να «επιλύσει» την αντίφαση των δικαιωμάτων, αλλά να εγγράψει μια ανήσυχη, μελαγχολική επαγρύπνηση ως προς τις ηθικοπολιτικές συνδηλώσεις αυτής της αντίφασης, «αφήνοντας ορθάνοιχτο το ερώτημα του υποκειμένου της πολιτικής» (όπως το διατυπώνει ο Alastair Hunt, σ. 108). Κι αυτό το κάνει από θέση: από την πλευρά όσων δεν έχουν δικαιώματα – εκείνων των οποίων οι ζωές παραμένουν απογυμνωμένες, πέρα από τα σύνορα της βιοπολιτικής θαλπωρής ενός ανήκειν που είναι φτιαγμένο από αποκλεισμούς και προνόμια. Στη δυνατότητα αυτής της ανισχυρότητας έγκειται η επιτελεστική ισχύς του «δικαιώματος να έχουμε δικαιώματα», ενός δικαιώματος προς το παρόν χαμένου, ανεδαφικού, μη εξασφαλισμένου – ενός δικαιώματος που ασκείται παρ’ όλα αυτά.

Αθηνά Αθανασίου