Μεταμορφώσεις μιας παιγνιώδους ποιητικής

Όλγα Παπακώστα, «Μεταμορφώ[θ]εις», εκδόσεις Πατάκη, 2018

Ιf equal affection cannot be, let the more loving one be me.
W. H. Auden

Το «Με­τα­μορ­φώ[θ]εις» εί­ναι η δεύ­τε­ρη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή της με­τα­φρά­στριας και ποιή­τριας Όλγας Πα­πα­κώ­στα, με­τά το «Όχι α­κό­μα Κάρ­μεν» (2013). Πρό­κει­ται για μια συλ­λο­γή με παι­γνιώ­δη διά­θε­ση που σε μα­γνη­τί­ζει με τη συ­νο­χή της, σε ελ­κύει ο­πτι­κά κά­θε σε­λί­δα της (για λό­γους που θα ε­ξη­γη­θούν εν συ­νε­χεία) και σί­γου­ρα σε προ[σ]κα­λεί, ε­γκε­φα­λι­κά, να α­να­κα­λύ­ψεις τους κα­νό­νες του παι­χνι­διού και να συμ­με­τέ­χεις. Ήδη α­πό τον ι­διαί­τε­ρο τίτ­λο αλ­λά και μία εκ των προ­με­τω­πί­δων («we talk as if the real and the playful were seperate»), ξε­κι­νάς να διε­ρω­τά­σαι τι α­κρι­βώς συμ­βαί­νει ε­δώ. Με­τα­μορ­φώ[θ]εις ό­πως: Με­τα­μορ­φώ­σεις με μια ι­σπα­νι­κή προ­φο­ρά τρό­πον τι­νά; Ή μπο­ρού­με να α­νοί­ξου­με τις α­γκύ­λες, να ε­λευ­θε­ρω­θεί το θ, να με­τα­κι­νη­θεί ο τό­νος: Με­τα­μορ­φω­θείς. Αγκύ­λες πά­λι. [Να] Με­τα­μορ­φω­θείς (;), ή μή­πως ως συ­ντε­λε­σμέ­νο Με­τα­μορ­φώ­θ[η]ς (;). Και για ποια ή ποιες με­τα­μορ­φώ­σεις μι­λού­με ε­δώ; Του ποιη­τι­κού υ­πο­κει­μέ­νου εν­δε­χο­μέ­νως; Κά­ποιου alter ego; Της φόρ­μας;

Οι α­γκύ­λες δί­νουν (κι αυ­τές) ευ­θύς α­μέ­σως το στίγ­μα και ξε­κι­νούν την α­πο­κά­λυ­ψη των αι­νιγ­μα­τι­κών με­τα­μορ­φώ­σεων αυ­τού του βι­βλίου. Εδώ έ­χου­με ποιή­μα­τα που α­ξιο­ποιούν πλή­ρως κά­θε ερ­γα­λείο και ο­πτι­κά και κει­με­νι­κά-μορ­φο­λο­γι­κά. Αγκύ­λες, πα­ρεν­θέ­σεις, ποιή­μα­τα με παι­γνιώ­δη στί­ξη, ποιή­μα­τα χω­ρίς στί­ξη, ποιή­μα­τα που ξε­κι­νούν με πε­ζά, ποιή­μα­τα που οι στρο­φές χω­ρί­ζο­νται με πολ­λα­πλό­τη­τα τρό­πων, τίτ­λοι ε­πι­βλη­τι­κοί με ό­λα τα γράμ­μα­τα κε­φα­λαία, τίτ­λοι ό­μως και πιο τα­πει­νοί, άλ­λοι στα ελ­λη­νι­κά, ουκ ο­λί­γοι στα αγ­γλι­κά, τίτ­λοι που συ­νο­δεύο­νται α­πό υ­πέρ­τιτ­λους που θα μπο­ρού­σαν να λει­τουρ­γούν και ως υ­πο­ε­νό­τη­τα και ως τρό­πος υ­πο­νό­μευ­σης ή ει­ρω­νείας ή με­τα-ει­ρω­νείας ή και α­πλού χιού­μορ.
Το παί­γνιο με την (ψευ­δο)ι­σπα­νι­κή προ­φο­ρά, δε, πα­ρα­πέ­μπει ευ­θέως, του­λά­χι­στον τους μυη­μέ­νους, στον κό­σμο με­τα­ξύ ποίη­σης και α­φή­γη­σης, στον πυ­κνό σύ­ντο­μο λό­γο που συ­να­ντού­με έ­ντο­να στην ι­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνι­κή πα­ρα­γω­γή, το λε­γό­με­νο εί­δος του micro-fiction (microficcion) ή flash-fiction ή, ελ­λη­νι­στί, μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία. Ένα εί­δος το ο­ποίο δεν εί­ναι κα­θό­λου ά­γνω­στο στην ποιή­τρια και στο ο­ποίο έ­χει δώ­σει ε­ξαι­ρε­τι­κά δείγ­μα­τα και στην προ­η­γού­με­νη συλ­λο­γή της, αλ­λά και με συ­νερ­γα­σίες σε ε­ξει­δι­κευ­μέ­να πε­ριο­δι­κά. Ασφα­λώς μπο­ρεί με αυ­τόν τον τρό­πο να δη­λώ­νε­ται ο τό­πος ή ορ­θό­τε­ρα το mise-en-scene της υ­πό με­τα­μόρ­φω­σης Κάρ­μεν (που θα γί­νει Κάρ­με­ν; που εί­ναι ί­σως, κι αυ­τό, μό­νο έ­να στά­διο;) – στη συλ­λο­γή, ε­ξάλ­λου, η Όλγα Πα­πα­κώ­στα έ­χει ε­ξυ­φά­νει μια πυ­κνή και πε­ρί­τε­χνη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα που δεν μέ­νει καν σε φόρ­μες λο­γο­τε­χνι­κές, αλ­λά ε­πι­κοι­νω­νεί και συν­δια­λέ­γε­ται με τη μου­σι­κή, τις ει­κα­στι­κές τέ­χνες και τον κι­νη­μα­το­γρά­φο, α­ναμ­φί­βο­λα και με την προ­η­γού­με­νη δου­λειά της.

Μι­κρές και με­γά­λες α­πώ­λειες

Στα μι­κρά, αλ­λά και στα πιο με­γά­λα τε­χνουρ­γή­μα­τα της συλ­λο­γής, ο α­να­γνώ­στης μπαί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο σε μια α­τμό­σφαι­ρα που τα δέ­νει ό­λα σαν ι­στό, πα­ρά σε μια στα­τι­κή ει­κό­να. Έχει ε­πεν­δυ­θεί ε­δώ πολ­λή δου­λειά στην α­τμό­σφαι­ρα που βρί­σκε­ται πα­ντού, σε κά­θε ση­μείο, και που τα κα­θι­στά ε­ξαι­ρε­τι­κά ε­πι­δρα­στι­κά. Ποιή­μα­τα και μι­κρο­μυ­θο­πλα­σίες με γλώσ­σα άλ­λο­τε σύν­θε­τη στην α­πλό­τη­τά της και άλ­λο­τε α­πλή στην συν­θε­τό­τη­τά της ή και (κά­πως) ποπ. Ανε­παί­σθη­τες λό­γιες πι­νε­λιές, γλώσ­σα του τώ­ρα, με α­να­φο­ρές σε πράγ­μα­τα, συν­θή­κες, που ο­πωσ­δή­πο­τε δεν τα α­φο­ρά η κλι­σέ στρα­τη­γι­κή του δια­χρο­νι­κού, και που, ί­σως γι’ αυ­τό, φέ­ρει σί­γου­ρα κά­τι το πο­λύ οι­κείο χω­ρίς να α­γκα­λιά­ζει το κοι­νό­το­πο, α­πο­φεύ­γο­ντας έ­τσι να κα­τα­φύ­γει στη συ­νη­θι­σμέ­νη πια τε­χνι­κή της υ­πο­νό­μευ­σής του με με­τα-λό­γο.
Η Όλγα Πα­πα­κώ­στα κα­τα­θέ­τει ό­λες τις μι­κρές και με­γά­λες α­πώ­λειες, αλ­λά και τη με­λαγ­χο­λία της α­πό­κτη­σης, την τρυ­φε­ρό­τη­τα, με έ­ναν τό­σο λε­πτό τρό­πο, σαν έ­να ή­πιο σπά­σι­μο της φω­νής, σαν μια α­νά­σα που κό­βε­ται πριν ο­λο­κλη­ρω­θεί ή σαν μια μι­κρή α­νά­σα που λαμ­βά­νε­ται για να ο­λο­κλη­ρώ­σει την προ­η­γού­με­νη και που δεν εί­ναι εύ­κο­λα α­ντι­λη­πτή, αλ­λά πα­ρ’ ό­λα αυ­τά θα προ­σποιη­θεί κα­νείς πως φταίει το τσι­γά­ρο για να εί­ναι σί­γου­ρος. Ζη­τού­με­νο ό­χι τό­σο η υ­παι­νι­κτι­κό­τη­τα, ό­σο οι μου­σι­κές παύ­σεις, α­ντί μιας δρα­μα­το­ποίη­σης, α­φού α­πό τα ποιή­μα­τα δεν λεί­πει το χιού­μο­ρ, έ­να χιού­μορ ό­χι πι­κρό, αλ­λά που α­πο­κα­λύ­πτει α­να­στο­χα­σμό και α­πο­δο­χή. Με έ­ναν τέ­τοιο τρό­πο σχη­μα­τί­ζει και τις στρο­φές της, οι ο­ποίες συ­χνά δου­λεύουν διτ­τά. Μια α­ρά­δα μπο­ρεί να στέ­κε­ται μό­νη της και ταυ­το­χρό­νως να συ­μπλη­ρώ­νει άλ­λες φο­ρές την προ­η­γού­με­νη και άλ­λες φο­ρές την ε­πό­με­νη, δί­νο­ντας έ­τσι μια α­πί­στευ­τη πυ­κνό­τη­τα που σε κα­μία στιγ­μή δεν ε­πεν­δύε­ται και με το τε­χνη­τό «βά­θος», βα­ρύ ε­πι­το­νι­σμού.

Όχι τον παί­χτη, αλ­λά το ί­διο το παι­χνί­δι

Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι δεν εί­μα­στε α­κρι­βώς στην ε­πι­κρά­τεια του έ­ρω­τος, αλ­λά σε έ­να στά­διο της με­τα­μόρ­φω­σης· ή­τοι, στην α­γά­πη. Αυ­τό που ε­ξε­ρευ­νά­ται ε­δώ εί­ναι ό­λοι οι τρό­ποι που συν­θέ­τουν την α­γά­πη, ό­λα τα υ­λι­κά της, και ό­λα τα α­να­γκαία στά­δια για να φτά­σεις ε­κεί. Εκφρά­ζε­ται ό­χι θλιμ­μέ­να, αλ­λά με­λαγ­χο­λι­κά, εκ­φέ­ρε­ται ό­χι με α­πό­στα­ση, αλ­λά με α­πο­σιώ­πη­ση, με αυ­τήν α­κρι­βώς την α­ντι-ε­ξι­μπι­σιο­νι­στι­κή χει­ρο­νο­μία της τρυ­φε­ρό­τη­τας. Και ε­ξε­ρευ­νά­ται, χω­ρίς να υ­πάρ­χει ο γνώ­ρι­μος και α­νοί­κειος Άλλος. Υπάρ­χουν Άλλοι που ό­μως εί­ναι μό­νο στά­δια. Εί­ναι παί­γνια. Κι ό­μως, ού­τε για αυ­τα­ρέ­σκεια μι­λά­με, ού­τε για κα­θρέ­φτι­σμα, ού­τε για αυ­το­α­νά­λυ­ση ή αυ­το­βιο­γρά­φη­ση, για­τί δεν κοι­τά­ζου­με τον παί­χτη, αλ­λά το ί­διο το παι­χνί­δι. Από το κοι­νω­νι­κό παι­χνί­δι, το παι­χνί­δι της α­γά­πης (για­τί δεν υ­πάρ­χει μό­νο το ε­ρω­τι­κό και η α­γά­πη δι­καιού­ται να παί­ξει), μέ­χρι το παι­χνί­δι του χρό­νου. Κοι­τά­ζου­με τις με­τα­μορ­φώ­σεις του νε­ρού, ε­νός πο­τα­μού ό­που κά­θε φο­ρά κοι­τά­ζου­με το ί­διο πράγ­μα, ε­ντε­λώς και­νούρ­γιο. Κοι­τά­με, ί­σως, μια α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νη Κάρ­μεν που δεν εί­ναι πια (η) Κάρ­μεν, που κοι­τά­ζει τον πο­τα­μό.

Επιρ­ροή α­πό την κι­νη­μα­το­γρα­φία

Όλα αυ­τά τα θε­μα­το­λο­γι­κά και υ­φο­λο­γι­κά ε­πι­τυγ­χά­νο­νται μέ­σα α­πό τα στοι­χεία πα­ρα­μυ­θιού αυ­τής της ποιη­τι­κής γλώσ­σας, εξ ου και οι μι­κρο­μυ­θο­πλα­σίες της δεν εί­ναι ως ε­πί το πλεί­στον α­φη­γη­μα­τι­κές, ού­τε ό­λα τα μη στι­χο­ποιη­μέ­να κεί­με­να ε­ντάσ­σο­νται στο εί­δος, για την α­κρί­βεια, παί­ζουν με τα λε­πτά ό­ρια των ει­δών και κά­ποια εί­ναι ποιή­μα­τα που σε έ­να α­κό­μη παι­χνί­δι­σμα α­πο-στι­χο­ποιού­νται και α­να-στι­χο­ποιού­νται με τη ση­μα­το­δό­τη­ση των πλα­γιο­κά­θε­των. Το ί­διο πα­ρα­μυ­θέ­νιο πλαί­σιο ε­πι­τυγ­χά­νε­ται και με την κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό­τη­τα. Για τη Σού­ζαν Σό­ντα­γκ, σύμ­φω­να με την ο­ποία, οι δυ­να­τό­τη­τες των τε­χνι­κών της γρα­πτής α­φή­γη­σης δύ­να­νται να τη δια­φο­ρο­ποιούν ρι­ζο­σπα­στι­κά α­πό την προ­φο­ρι­κή, η ε­πιρ­ροή της κι­νη­μα­το­γρα­φίας στη λο­γο­τε­χνία παί­ζει κα­τα­λυ­τι­κό ρό­λο: α­πό τις πα­ράλ­λη­λες α­φη­γή­σεις (που δεν μπο­ρεί να ε­πι­τύ­χει η ο­μι­λία), μέ­χρι το α­πό­το­μο μαύ­ρι­σμα της ο­θό­νης, α­πό κά­ποιου τύ­που μο­ντάζ. Η ποιή­τρια, λει­τουρ­γεί, ε­νίο­τε, α­κρι­βώς έ­τσι, ως σκη­νο­θέ­τι­δα που ξέ­ρει να «κό­βει» κά­τι, δεί­χνο­ντάς το, και να α­ντι­πα­ρα­θέ­τει α­συ­νέ­χειες – κα­λεί άλ­λω­στε και στο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό «Cut» στο ποίη­μα «Islands (an experimental movie)».
Με­ρι­κά α­πό τα κα­λύ­τε­ρα ποιή­μα­τα της συλ­λο­γής εί­ναι τα «Brooklyn» και «Συ­στά­σεις» που τα δια­βά­ζω ως μι­κρο­μυ­θο­πλα­σίες, το ε­κτε­τα­μέ­νο ποίη­μα «Τοί­χος», και μι­κρό­τε­ρα, ό­πως το «Κυ­ρια­κή», ξε­χω­ρί­ζουν ό­μως κι άλ­λα, εν­δει­κτι­κά: «Η μυ­στι­κή ζωή της Laura Palmer», «Out of nowhere», «Σώ­σε με».
Ιδιαί­τε­ρες στρο­φές, παι­χνί­δι με τα εί­δη, με τα σύμ­βο­λα, με τη στί­ξη, με την α­τμό­σφαι­ρα, με τη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, με τις φόρ­μες, τίτ­λοι τίτ­λων, ποιή­μα­τα που πα­ρεμ­βάλ­λο­νται μέ­σα σε ποιή­μα­τα. Συμ­βαί­νουν τό­σα πολ­λά σε αυ­τό το πλού­σιο βι­βλίο. Οι με­τα­μορ­φώ­σεις αλ­λε­πάλ­λη­λες και α­στα­μά­τη­τες, ου­χί α­βά­στα­χτες ε­ντέ­λει, και κά­ποια, μια ί­σως ε­ναλ­λα­κτι­κή Κάρ­μεν κοι­τά­ζει τον πο­τα­μό και δου­λεύο­ντας με τη μνή­μη, βλέ­πει το μέλ­λον ή ί­σως τη μη­τέ­ρα της. «Μο­λο­νό­τι ή ε­πει­δή»…
Πί­νει [το] νε­ρό.

Νί­κος Δα­σκα­λό­που­λος