Μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, η ποίηση

Μπρούνο Σουλτς «Άπαντα τα πεζά»
(μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Καστανιώτη, 2019)

Η αινιγματική, αρχικά, φαινομενικά ίσως, αναφορά του Ρομπέρτο Μπολάνιο (στο Μακρινό αστέρι του) στον Μπρούνο Σουλτς διαβάζεται με άλλο μάτι όταν κλείνει κανείς αυτόν τον τόμο έχοντας διαβάσει το σύνολο των πεζών του Σουλτς που έχουν διασωθεί.
Ο Πολωνοεβραίος συγγραφέας και ζωγράφος Μπρούνο Σουλτς γεννήθηκε το 1892 στο Ντροχόμπιτς, μια πόλη που τότε ανήκε στην Αυστροουγγαρία και σήμερα ανήκει στην Ουκρανία. Ο Σουλτς θα εκτελεστεί εν ψυχρώ τον Νοέμβριο του 1942 από έναν αξιωματικό της Γκεστάπο, ενώ έχει ήδη εφοδιαστεί με πλαστά έγγραφα και σχεδιάζει να δραπετεύσει από το γκέτο. Θάφτηκε στο εβραϊκό νεκροταφείο, αλλά μετά τον πόλεμο ο τάφος του δεν εντοπίστηκε ποτέ.
Στη διάρκεια της ζωής του εξέδωσε πολύ λίγα κείμενά του. Παρά την προσπάθειά του να φυγαδεύσει τα γραπτά του από το γκέτο για να τα διασώσει, πολύ μεγάλο μέρος του έργου του χάθηκε οριστικά στη διάρκεια του πολέμου. Έτσι, το συγγραφικό έργο του που έχει διασωθεί είναι πολύ μικρό. Μεγάλη περιπέτεια έχει ζήσει και το ζωγραφικό του έργο, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.
Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει και παλιότερα διηγήματα του Μπρούνο Σουλτς, τις δεκαετίες του 1980 και 1990, από τις εκδόσεις Νεφέλη, σε μετάφραση Δημήτρη Χουλιαράκη. Ωστόσο, η έκδοση αυτή με το σύνολο των πεζών αυτού του «κρυφού» κλασικού είναι πραγματικά ένα γεγονός πολύ ευπρόσδεκτο.
«Στην επικράτεια της καθαρής ποίησης» είναι ο τίτλος που δίνει στο εξαιρετικό επίμετρό της η μεταφράστρια του βιβλίου, δανειζόμενη λόγια του ίδιου του συγγραφέα, και αυτές οι λίγες λέξεις αντικατοπτρίζουν πλήρως τον συγγραφικό κόσμο του Μπρούνο Σουλτς. Με μια γραφή κομψή, λεπτοκεντημένη, με απροσδόκητα επίθετα για να συνοδεύσει τα ουσιαστικά του, με μεγεθυντικό φακό στις μικρές λεπτομέρειες που μετατρέπονται σε κόσμους ολόκληρους, με μια γλώσσα που ταξιδεύει ασυγκράτητη, μια γλώσσα ανοιχτή σε κάθε περιπέτεια, ο Σουλτς πατάει σε αυτοβιογραφικά στοιχεία, πάνω στα χνάρια μιας περασμένης παιδικής ηλικίας, για να πλάσει ένα δικό του σύμπαν, έναν κόσμο προσωπικό, μαγικό, με τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία να γίνονται ρευστά, να θολώνουν διαρκώς (είναι τόσο συγκινητικός ο τρόπος που ένα άλμπουμ γραμματοσήμων μετατρέπεται στα μάτια του παιδιού σε έναν ολόκληρο κόσμο με τους δικούς του κανόνες, τη δική του γλώσσα, εκεί όπου «πίσω από κάθε Μεξικό ανοίγεται ένα νέο Μεξικό, ακόμα πιο φωτεινό»…), καθώς ο συγγραφέας κινείται συχνά στο θαμπό σύνορο ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον υπερρεαλισμό, εκεί όπου ο γκρίζος κόσμος της επαρχιακής κωμόπολης καλύπτεται από την αχλή της φαντασίας για να μεταλλαχτεί στην πιο πολύχρωμη ποίηση.
«Πρόκειται για μια ποιητική μετατροπή της καθημερινότητας σε μύθο», γράφει πολύ εύστοχα η μεταφράστριά του, «πρόκειται για την αυστηρή ακριβολογία του ονείρου», προσθέτει λίγο παρακάτω, για να μιλήσει για την ποιητικότητα της γραφής του Σουλτς.

«Τα χαμένα δικαιώματα της ποίησης»

Ο συγγραφέας άλλοτε θυμάται τον πατέρα του, εκείνον τον υπέροχο άνθρωπο που «προασπιζόταν τα χαμένα δικαιώματα της ποίησης» πριν ανοίξει τα μπράτσα σαν φτερά και πετάξει καταχειροκροτούμενος «μέσα στη νύχτα που έφεγγε με χιλιάδες φώτα», άλλοτε σκέφτεται τις νύχτες του Ιουλίου («κανείς δεν έχει γράψει ακόμα την τοπογραφία της νύχτας του Ιουλίου») ή εκείνη τη «μία και μοναδική άνοιξη» που «είχε το θάρρος να κρατήσει, να παραμείνει πιστή, να κρατήσει για πάντα», άλλοτε μνημονεύει την «καθαρή ποίηση των φρούτων» ή αναλογίζεται «κάτι βαριές εβδομάδες χωρίς Κυριακές κι αργίες», άλλοτε βλέπει έναν βρόμικο αλήτη να μετατρέπεται σε Πάνα, άλλοτε πάλι μιλάει για κίτρινες μέρες, για χαλύβδινες θύελλες, για πρωινά μπαγιάτικα από το κρύο, για μια άνοιξη του κοβάλτιου, για μέρες αχρησιμοποίητες ή ευρύχωρες, για τρομαγμένα απογεύματα, για λιγομίλητα σκοτάδια – πάντα όμως δημιουργεί αυτό το «φανταστικό σύμπαν», αυτή την «ιδιωτική μυθολογία» για την οποία μιλάει ο γνωστός Ισραηλινός συγγραφέας Νταβίντ Γκρόσμαν σε ένα άρθρο του στο New Yorker αφιερωμένο στον «μύθο του Μπρούνο Σουλτς», αυτού του συγγραφέα που παρόλο που «σπάνια απομακρύνθηκε από τη γενέτειρά του, δημιούργησε για μας έναν ολόκληρο κόσμο, μια εναλλακτική διάσταση της πραγματικότητας».
Ο Σουλτς φτιάχνει το σύμπαν του με τις λέξεις του, όμως έτσι κι αλλιώς «τα λόγια έχουν μια πολύ οριστική και τελεσίδικη σημασία, ώστε να μπορούν να περιγράψουν το ημιτελές και ρηξικέλευθο αυτής της πραγματικότητας», μιας πραγματικότητας που μόνο το φίλτρο της φαντασίας του συγγραφέα μπορεί να επεξεργαστεί ή να δημιουργήσει.

«Η ιδιοφυΐα της πολωνικής γλώσσας»

Όταν η φετινή βραβευμένη με το Νόμπελ Όλγκα Τοκάρτσουκ ρωτήθηκε από την Guardian ποιος συγγραφέας επηρέασε τη γραφή της, απάντησε: «Νομίζω ότι πολλοί συγγραφείς στην Πολωνία θα έδιναν την ίδια απάντηση. Ο Μπρούνο Σουλτς, του οποίου οι τόσο όμορφες, ευαίσθητες, γεμάτες νόημα ιστορίες ανύψωσαν την πολωνική γλώσσα σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο. Τον αγαπώ αλλά και τον μισώ ταυτόχρονα, γιατί δεν υπάρχει τρόπος να τον συναγωνιστεί κανείς. Είναι η απόλυτη ιδιοφυΐα της πολωνικής γλώσσας».
Σε αυτή την ημιφωτισμένη ζώνη μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, όμως, υπάρχουν και οι ολοσκότεινες γωνιές. Υπάρχει η θλίψη, ο φόβος, η απειλή. Υπάρχει το θνητό και το εφήμερο. Με την ποίησή του, ο Σουλτς φτιάχνει τον δικό του φασματικό κόσμο, πασχίζοντας ίσως, ματαίως, να προστατευτεί μέσα σ’ αυτόν. «Πού αλλού θα αναζητήσουν καταφύγιο οι καταραμένοι, πού θα βρουν άσυλο αν όχι εκεί όπου κανείς δεν θα τους ψάξει»…

Κώστας Αθανασίου