Μια αναγκαία συζήτηση για το μέλλον

tsigonias

Το 21ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ συγκέντρωσε και φέτος πάρα πολύ κόσμο και αυτό είναι ένα εξαιρετικά θετικό γεγονός. Μια πόρτα ανοιχτή για ένα πιο ανοιχτό ορίζοντα και μια ιδέα για το πώς μπορείς να οργανώσεις και να ζήσεις σε έναν κόσμο χωρίς εκμετάλλευση και πόλεμο, χωρίς ρατσισμό και προκαταλήψεις. Κάτι πολύ σημαντικό, ιδιαίτερα σε μια στιγμή που τα σύννεφα του ρατσισμού, του εθνικισμού, αλλά ταυτόχρονα και των πιο βάναυσων κοινωνικών διακρίσεων, πυκνώνουν απειλητικά πάνω από την Ευρώπη.
Σε ένα τέτοιο ανοιχτό προσκλητήριο, όμως, γίνεται να υπάρχουν εξαιρέσεις; Και μάλιστα να αφορούν ανθρώπους και συλλογικότητες που επί δύο δεκαετίες, ξεκίνησαν, συνίδρυσαν, δούλεψαν και δουλεύουν για αυτήν την υπόθεση, χωρίς μάλιστα να έχουν αλλάξει απόψεις;
Ο αποκλεισμός της «Εποχής» από το φετινό φεστιβάλ –αυτή τη φορά μάλιστα και με ρητή αρνητική απάντηση-, τώρα που τα ανησυχητικά κρούσματα εξαίρεσης πυκνώνουν, την ώρα δυστυχώς που πυκνώνουν και τα μαύρα σύννεφα που είπαμε πριν, μας υποχρεώνει επειγόντως να συζητήσουμε.
Δεν απασχολεί φυσικά λιγότερο η άρνηση συμμετοχής από τους διοργανωτές για το «Κόκκινο», το «Λεφτ», την «Αυγή». Για αριστερούς, δηλαδή, διαύλους επικοινωνίας, που επίσης συνέδραμαν για χρόνια την αντιρατσιστική γιορτή και συνεχίζουν, παρ’ όλη την ακούσια απουσία τους, να τη στηρίζουν, εξαντλώντας κάθε ανθρώπινη, γιατί άνθρωποι τα αποτελούν όλα αυτά, δυνατότητα. Το πρωτοσέλιδο της… αποκλεισμένης «Εποχής», αλλά και τα ρεπορτάζ του «Κόκκινου» αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα μιας άλλης κουλτούρας.
Η «Εποχή», ειδικά, όχι μόνο παρακολούθησε ενισχύοντας θερμά από τα δύσκολα πρώτα της βήματα αυτή τη διοργάνωση, υπήρξε και πολύτιμο εργαλείο, ήταν ο εμβρυουλκός σε πολύ κρίσιμες γέννες. Μετέφερε –η μόνη τόσο έγκαιρα- το κλίμα του Σιάτλ και του Πόρτο Αλέγκρε, τύπωσε και αποτύπωσε, διακίνησε θεωρία και πράξη για το μεγάλο κίνημα που ερχόταν. Για το Ευρωπαϊκό και Παγκόσμιο Φόρουμ, για τα πλατιά, μαζικά, ενωτικά πολύχρωμα κινήματα της αντιπαγκοσμιοποίησης, του αντιρατσισμού, των δικαιωμάτων, των ελευθεριών και της αλληλεγγύης.

Ανάγκη ενιαίου μετώπου

Κανένας δεν ζήτησε να γίνει συνδιοργανωτής, γιατί πράγματι το πολιτικό πλαίσιο της διοργάνωσης θα δυσκόλευε αρκετά κάτι τέτοιο. Η «Εποχή» ζήτησε μόνο να είναι παρούσα. Να εξηγήσει αν χρειαστεί ακόμα και τη διαφορετική της απόχρωση, όπου υπήρχε. Κυρίως, όμως, να δοθεί το βασικό μήνυμα: απέναντι στους πατριδοκάπηλους, τους εθνικιστές, τους ρατσιστές, τους φασίστες και τους νεοναζί, απέναντι στους ομοφοβικούς, οι αντιρατσιστές και οι αλληλέγγυοι, ολόκληρος ο προοδευτικός κόσμος με όλες του τις δυνάμεις –πώς να το πεις απλούστερα- πάνε μαζί.
Η απόφαση των διοργανωτών, ακόμα και αν ενδεχομένως δεν ήταν ομόφωνη –και ελπίζουμε να μην ήταν- εμπεριέχει ένα διπλό λάθος. Πρώτα δυσκολεύει τη συγκρότηση ενός κοινού μετώπου, του στερεί πολύτιμες δυνάμεις. Οι διαφορές, ακόμα και αυτές που φαίνονται μεγαλύτερες, κυρίως λόγω της αντιπαράθεσης με πολιτικές τής κυβέρνησης, δεν θολώνουν το μήνυμα, αντίθετα το ενισχύουν. Αλίμονο αν ο αντιφασισμός και ο αντιρατσισμός δεν ήταν τα πιο πλατιά ποτάμια.
Ο δεύτερος λόγος είναι εξίσου σοβαρός. Μπορεί να φανεί προκλητικό, όμως, δεν είναι. Έχει να κάνει με μια βασική αρχή της αλληλεγγύης. Σε αυτή την αρχή βρίσκεται και το βαθύτερο πολιτικό νόημά της. Η αλληλεγγύη προσφέρεται ανεπιφύλακτα σε όποιον την έχει ανάγκη. Σήμερα, και όχι τυχαία, ο κόσμος, που με τις επιφυλάξεις του συνεχίζει να συμμετέχει ή να ελπίζει στον ΣΥΡΙΖΑ, που παρέχει έστω και κριτικά τη στήριξή του στην κυβέρνηση, δέχεται αντικειμενικά την πιο σκληρή επίθεση της ακροδεξιάς ρητορείας. Δέχεται ακόμα και φυσική βία από ένα έξαλλο μαύρο μέτωπο αντιδραστικών και επικίνδυνων δυνάμεων. Σε αυτό το πραγματικό γεγονός μπορεί οι διεθνιστές, οι αντιρατσιστές και οι αντιφασίστες να προσπερνούν αδιάφοροι, τηρώντας αποστάσεις ή, στη χειρότερη, δείχνοντας με το δάχτυλο αυτούς που στοχοποιούν οι φασίστες;

Συζητήσεις που δεν έγιναν

Αναφορικά με το τελευταίο ερώτημα ας μην δώσουμε εδώ και βιαστικά την απάντηση. Άλλωστε, άλλοι οφείλουν κυρίως να απαντήσουν. Δεν γίνεται, όμως, να μην αναρωτηθούμε για μια, ίσως πιο ηχηρή, απουσία από το φετινό φεστιβάλ. Από ένα πλούσιο πρόγραμμα συζητήσεων απουσίαζε το θέμα που συζητιέται σήμερα παντού, που διχάζει οριζόντια και κάθετα την κοινωνία, που αναβιώνει παλιές διαχωριστικές γραμμές και δημιουργεί νέες, που συσπειρώνει από την αντίθετη πλευρά τις πιο σκοτεινές και μισαλλόδοξες δυνάμεις. Το Μακεδονικό, η συμφωνία και οι σχέσεις με τη γειτονική μας χώρα.
Έλειψαν, επίσης, από τη θεματολογία, και ίσως αυτό γίνεται για πρώτη φορά, τα θέματα που αφορούν την ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Ενώ η χρονιά που πέρασε ήταν πλούσια σε κινηματικές δράσεις, αλλά και αποφάσεις, που οδήγησαν σε θεσμικά αποτυπώματα, αποτέλεσμα πολύχρονων αγώνων.
Ποια δεύτερη σκέψη οδήγησε, άραγε, να μη συμπεριληφθούν τέτοιες σημαντικές εξελίξεις στις θεματικές των εκδηλώσεων; Ποιος θα πιστωνόταν τα θετικά βήματα, αν όχι και περισσότερο και πάνω από όλους τα κινήματα και οι συλλογικότητες που έδωσαν αυτές τις δύσκολες μάχες;

 Νίκος Τσιγώνιας