Μια αναγκαία συζήτηση

tonia

Βρισκόμαστε στο 2017, 100 χρόνια μετά την οκτωβριανή επανάσταση, ένα γεγονός που συντάραξε τον κόσμο, ένα γεγονός που αποτέλεσε την ενσάρκωση των προσδοκιών των κομμουνιστών σε όλη την υφήλιο και που γι’ αυτό αγωνίζονταν από την εποχή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.
Σε μια εποχή που απέναντι στην επέλαση του Κεφαλαίου δεν φαίνεται να υπάρχει πια αντίπαλο δέος και η ήττα της κομμουνιστικής ιδέας μοιάζει συντριπτική, ο στοχασμός για τα όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα, η ανάλυση των λαθών και η εξεύρεση ενός νέου σχεδίου, που να περιέχει τη δημοκρατία, το σεβασμό της διαφορετικότητας και της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας μοιάζουν αναγκαία.
Αυτό επιχείρησε να κάνει το σεμινάριο για τον κομμουνισμό που διήρκεσε 5 μέρες, 18-22 Γενάρη, στη Ρώμη. Η Ιταλία, η χώρα του μεγαλύτερου κομμουνιστικού κόμματος της Δύσης, που γέννησε τον Γκράμσι, τον Τολιάτι, τον Ινγκράο, τον Μπερλινγκουέρ, ίσως να ήταν πράγματι ιδανική γι’ αυτόν τον στοχασμό.

Οι πέντε άξονες της συζήτησης

Το σεμινάριο συγκέντρωσε πλήθος παλιών αγωνιστών και θεωρητικών της αριστεράς, αλλά και πλήθος νέων ερευνητών, ακτιβιστών, αγωνιστών των κινημάτων, καθώς και συνδικαλιστών. Δράση και θεωρία μαζί, εμπειρία μαζί με νέες ιδέες και νέα ορμή. Η συγγραφή ενός νέου Κομμουνιστικού Μανιφέστου είναι ένας από τους φιλόδοξους στόχους αυτής της διαδικασίας.
Μια παρόμοια σύναξη δεν ήταν δυνατό να μην ασχοληθεί με το ρόλο του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που εφάρμοσε στην ουσία τη γκραμσιανή «θεωρία της πράξης», τη συνύφανση πολιτικής και πολιτισμού και αντιλήφθηκε τη μεγάλη σημασία της ταξικής συνείδησης στην άσκηση πολιτικής, ενώ οραματίστηκε ένα σοσιαλιστικό μοντέλο διαφορετικό από εκείνο της Σοβιετικής Ένωσης, ανοίγοντας το δρόμο της κριτικής σκέψης και για άλλα κομμουνιστικά κόμματα.
Το φάντασμα του ΙΚΚ δεν έπαψε να πλανιέται στην αίθουσα, σε όλη τη διάρκεια των τοποθετήσεων, αλλά δεν έλειψε και το φάντασμα του εργατισμού.
Η συζήτηση αναπτύχθηκε πάνω σε πέντε βασικά ερωτήματα, τα εξής:
-Ποιοι είναι σήμερα οι κομμουνιστές;
-Ποιος είναι ο οργανωτικός φορέας που μπορεί να ευνοήσει τη «διαμόρφωση του προλεταριάτου ως τάξης»;
-Ποια είναι η σχέση μεταξύ οικονομικών και πολιτικών αγώνων;
-Ποιες είναι οι απαιτήσεις μιας νέας οικονομικής πολιτικής που να θέτει στο κέντρο το κοινό καλό;
-Ποιες μπορεί να είναι οι διαδικασίες και οι πρακτικές πολιτικοποίησης;
Σ’ αυτά τα ερωτήματα προσπάθησαν να απαντήσουν, μεταξύ των άλλων, η Λουτσιάνα Καστελίνα, ο Μάριο Τρόντι, η Μαρία Λουίζα Μπότσια, ο Πίτερ Τόμας, ο Τόνι Νέγκρι, ο Σλαβόι Ζίζεκ, η Ζάσκια Σάσεν, ο Τέρι Ίνγκλετον, ο Ζακ Ρανσιέρ, ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, ο Σάντρο Μετζάντρα και πολλοί άλλοι ομιλητές.

Ενδιαφέρουσες τοποθετήσεις

Η Λουτσιάνα Καστελίνα μίλησε για την έννοια του «ταξικού αγώνα», για τις συνθήκες που οδήγησαν στην αποδυνάμωση της ΕΣΣΔ και την «καχυποψία» έναντι όσων διαφοροποιούνταν από την κυρίαρχη άποψη, μια καχυποψία που γεννήθηκε από την εμπειρία των μπολσεβίκων, που είδαν να παρατάσσονται απέναντί τους 800.000 στρατιώτες της αντεπανάστασης. Μίλησε για τον ιταλικό κομμουνισμό, που ήταν διαφορετικός χάρις στον ρόλο του Γκράμσι και για το λάθος της έμφασης στον κοινοβουλευτισμό και στο ρόλο του κράτους που, σε τελική ανάλυση, έπνιξε τη λέξη «επανάσταση».
Ο Μάριο Τρόντι ανέφερε ότι η λέξη «κομμουνισμός» δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί πέρα από τον κόσμο των διανοουμένων, διότι οι κομμουνιστές δεν έχουν πλέον την ικανότητα να μιλήσουν απλά και κατανοητά στις λαϊκές μάζες. Παράλληλα, η έννοια της λέξης «σοσιαλισμός», σύμφωνα με τον Τρόντι, έλαβε τέλος το 1914, όταν οι γερμανοί σοσιαλιστές ψήφισαν τις πολεμικές πιστώσεις του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Όμως, ακούγοντας και διαβάζοντας τις θεωρητικές απόψεις του Μάριο Τρόντι, δεν είναι δυνατό να τις διαχωρίσουμε από τη στάση του ως γερουσιαστή του ΔΚ, όταν ψήφισε «ναι» στον αντιεργατικό νόμο Jobs Act.
Σύμφωνα με τη Μαρία Λουίζα Μπότσια ο κομμουνισμός δεν είναι δυνατό να διαχωριστεί από το φεμινισμό και τονίζει τη σημασία που είχε ο φεμινισμός στο να καλύψει κενά στην ανάλυση και στην πράξη. Ο φεμινισμός και ο κομμουνισμός έθεσαν το θέμα της επανάστασης. «Η ανάκτηση της λέξης “επανάσταση” συνεπάγεται την άρνηση του ρεφορμισμού, που είναι μια λέξη ακόμη πιο αποτυχημένη από τη λέξη επανάσταση. Αυτή η λέξη συνέβαλε στην αποτυχία της λέξης “αριστερά”, γιατί νομιμοποίησε μόνο αυτούς που είχαν την εξουσία για να κυβερνήσουν».
Ο Πίτερ Τόμας, μελετητής του Γκράμσι, ανάλυσε τις απόψεις του σχετικά με την πολιτική οργάνωση και το κόμμα, κάνοντας αναφορά στον Λούκατς, δηλαδή στην οικοδόμηση του κόμματος ως εργαστηρίου διαμόρφωσης της ταξικής συνείδησης, στον εργατισμό (στο κόμμα ως πολιτικό αγώνα) και στη θεωρία του Γκράμσι για τη μορφή του κόμματος ως μια δυναμική διαδικασία.
Για τον Τόνι Νέγκρι, ο κομμουνισμός είναι μια συνεχής ιδρυτική διαδικασία, αναγκαστικά με τη χρήση γενικών εργαλείων, σαν αυτά που κατέχει το κράτος, αφαιρώντας τους όμως σταδιακά την κατασταλτική ισχύ που εμπεριέχουν. Ο πραγματικός εχθρός είναι ο φετιχισμός του κράτους. Πίσω από τον φετιχισμό του κράτους υπάρχουν πάντα δύο ιδεολογίες: η ιδεολογία της πρωτοπορίας και η αναρχική ιδεολογία, της αμεσότητας. Είναι αναγκαίο να απαλλαγούμε, κατά τον Νέγκρι, και από αυτές τις αναφορές.
Μια άλλη ενδιαφέρουσα τοποθέτηση ήταν αυτή του Σλαβόι Ζίζεκ, μέσα από βίντεο. Σύμφωνα με τον Ζίζεκ, η πραγματική τραγωδία του κομμουνισμού του εικοστού αιώνα είναι ότι παρήγε «κυνισμό», ότι στην ΕΣΣΔ η ιδεολογία απέτυχε και, στην Κίνα, η Πολιτιστική Επανάσταση παρήγε τον Τενγκ Χσιάο Πινγκ, ούτως ώστε, σήμερα, η Κίνα, το Βιετνάμ και άλλες χώρες να έχουν μετατραπεί στους αποτελεσματικότερους μάνατζερ του πιο ωμού καπιταλισμού. Η Πολιτιστική Επανάσταση, τελικά, ήταν μια τραγωδία, γιατί δεν ήταν ενάντια στην κομματική γραφειοκρατία, αλλά ενάντια στους εργάτες.

Κριτική και ελπιδοφόρα αρχή

Με συνεντεύξεις και ομάδες εργασίας που παρήγαν ποικίλες επεξεργασίες, αναλύθηκε κυρίως το παρελθόν, αλλά μάλλον λιγότερο το μέλλον. Όμως, σε γενικές γραμμές, όλα αυτά είναι μια ελπιδοφόρα αρχή.
Το σεμινάριο δεν είχε μόνο θετική αντιμετώπιση, αλλά και αρνητική κριτική από δημοσιογράφους και παλιά στελέχη της αριστεράς, όπως ο Φράνκο Μπεράρντι Μπίφο, ο οποίος, σε άρθρο του, αναφέρει ότι ο Τόνι Νέγκρι και ο Σάντρο Μετζάντρα σε συνεντεύξεις που έδωσαν, στο πλαίσιο της διοργάνωσης, στο Manifesto ξεχνάνε να αναφερθούν στον νέο πλανητάρχη, τον «άνθρωπο της Κου Κλουξ Κλαν», ενώ τα κινήματα δεν αποτελούν πλέον το αγκάθι στα πλευρά της εξουσίας, όπως ισχυρίζονται οι δύο στοχαστές.
Όμως, παρά κάποιες αρνητικές κριτικές, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι το σεμινάριο δεν ήταν μια σημαντική στιγμή στοχασμού για την αριστερά. Η πλούσια αυτή συζήτηση των πέντε ημερών έληξε με την υπόσχεση διοργάνωσης μιας ετήσιας συνάντησης, κάθε φορά σε διαφορετική χώρα, στο πλαίσιο μιας δύσκολης αλλά αναγκαίας διαδικασίας, που θα πρέπει να έχει διεθνή χαρακτήρα. Μιας διαδικασίας που, όπως μας λέει ο Μπρεχτ, δεν θα μας οδηγήσει, σαν τον ράφτη της Ουλμ, να τσακιστούμε για άλλη μια φορά στο έδαφος, αλλά ελπίζουμε ότι θα μας οδηγήσει στο να φτιάξουμε νέα φτερά για να πετάξουμε στ’ αλήθεια.

Τόνια Τσίτσοβιτς