Μια ανατομία του μίσους

Γουίλιαμ Μπόυλ «Gravesend»
(μτφ. Άλκηστις Τριμπέρη, εκδ. Πόλις, 2018)

gravesend1

Το Γκρέιβσεντ βρίσκεται στο Μπρούκλιν. Είναι μια γειτονιά φτωχή, με «κινέζικους και ρώσικους φούρνους», με «εστιατόρια με βιετναμέζικες σούπες», με ορατά τα σημάδια της μοναξιάς και της θλίψης, της ήττας και του αδιέξοδου, όπου δεν είναι παράξενο κάποιος κάτοικός της να εύχεται «να είχε γεννηθεί κάπου αλλού». Μια γειτονιά όπου κάποιοι προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή την ιταλική ή τη ρωσική παράδοση και κάποιοι άλλοι πασχίζουν να ξεφύγουν απ’ αυτή, μια γειτονιά με στενούς ορίζοντες και περιορισμένες προοπτικές.
Το Γκρέιβσεντ είναι και η γειτονιά του νεαρού Ρέι Μπόι, ο οποίος επιστρέφει εκεί μετά από δεκαέξι χρόνια στη φυλακή: είχε καταδικαστεί για τον φόνο του Ντάνκαν, ενός έφηβου ομοφυλόφιλου τον οποίο καταδίωκε και βασάνιζε επί πολύ καιρό «επειδή ήταν κουνιστός από το δημοτικό».

«Πολλά πράγματα ξεχνιούνται μέσα σε δεκαέξι χρόνια», όχι όμως και ο φόνος του Ντάνκαν: ο αδελφός του, Κόνγουεϊ («πάντα ένας αποτυχημένος πρώτης γραμμής», που τον χαρακτήριζε ο «σάπιος συνδυασμός» «ανυπαρξίας ελπίδας και θάρρους»), περιμένει τον Ρέι Μπόι με έναν και μόνο στόχο, με μία και μόνη εμμονή: να εκδικηθεί για τον άδικο χαμό του αδελφού του.
Όμως η εικόνα που αντικρίζει ο Κόνγουεϊ όταν έρχεται αντιμέτωπος με τον Ρέι Μπόι δεν είναι ακριβώς εκείνη που περίμενε, και το γεγονός αυτό μετατρέπει την τόσο αναμενόμενη εκδίκηση σε πράξη χωρίς κανένα περιεχόμενο και χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Ωστόσο, ο δρόμος της βίας έχει ανοίξει και τίποτα, καμία ορθολογική σκέψη ή συναισθηματική ανατροπή, δεν μπορεί να τον ξανακλείσει. Τα φαντάσματα που κυνηγούν τους πρωταγωνιστές του βιβλίου τελικά θα τους νικήσουν.

Συμπρωταγωνιστές του Ρέι Μπόι

Δίπλα σε αυτούς τους δύο πρωταγωνιστές κινούνται και άλλοι σημαντικοί χαρακτήρες του μυθιστορήματος, όπως η Αλεσάντρα, η περιορισμένης εμβέλειας ηθοποιός που η επιστροφή της στο Γκρέιβσεντ μετατρέπεται σε κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο εκτυλίσσονται οι εξελίξεις, και ο, κορυφαίος ίσως, χαρακτήρας του Γιουτζίν, του έφηβου ανιψιού του Ρέι Μπόι, που –βλέποντας τον θείο του, το είδωλό του, να καταρρέει– αποφασίζει ότι θα είναι αυτός που θα τον βοηθήσει να ξαναγίνει όπως ήταν παλιά, ο σκληρός αρχηγός της συμμορίας δηλαδή, ενώ ταυτόχρονα γύρω από αυτή τη σχέση θαυμασμού και απογοήτευσης από τον θείο του διαμορφώνει όλη την οπτική του για τα πράγματα – για παράδειγμα, μιλώντας ο Γιουτζίν στον Κόνγουεϊ για τον νεκρό πια Ντάνκαν, για το θύμα της επίθεσης δηλαδή, λέει χαρακτηριστικά «η πουστάρα ο αδελφός σου γάμησε τη ζωή του θείου μου», ενώ λίγο μετά θα χαρακτηρίσει τον θείο του «ήδη πεθαμένο» και «γαμημένη κότα».
Βασικός πρωταγωνιστής στο βιβλίο, όμως, ίσως είναι η ίδια η γειτονιά, αυτός ο φοβικός και φοβισμένος, ο κλειστός σχεδόν κόσμος με τον οποίο οι κάτοικοί του αναπτύσσουν μια σχέση αγάπης και μίσους, καθώς η γειτονιά είναι συνήθως εκείνη που διαμορφώνει ανθρώπους και συνθήκες («η γειτονιά έφτιαξε τον Ρέι Μπόι, η γειτονιά σκότωσε τον Ντάνκαν», έλεγε σε μια συνέντευξή του στο Los Angeles Review of Books ο Γουίλιαμ Μπόυλ). Ανάμεσα στις εικόνες αποσύνθεσης και τις ρωγμές, ανάμεσα στις λακούβες και τα χαντάκια, ξεφυτρώνει μίσος και βία, συνήθως κατά των πιο αδύναμων και ανυπεράσπιστων, ξεφυτρώνει ρατσισμός και ομοφοβία – «πετούσαν μπουκάλια σε Εβραίους χασιδίμ, έσκυβαν έξω από το παράθυρο και φώναζαν “Ζήτω ο Χίτλερ!” […] είχε χώσει μπουνιά στον Γουατζαχάτ Χουσεΐν μόνο και μόνο επειδή ήταν αναθεματισμένος Πακιστανός […] έτρεχε στη γειτονιά ανεμίζοντας μια αμερικανική σημαία, όταν άρχισε ο Πόλεμος του Κόλπου, και πετούσε αυγά σε ένα σουπερμάρκετ που το είχαν Άραβες […] πλάκωσε στο ξύλο έναν Μεξικανό»…

Καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα

Πρώτο μυθιστόρημα τού –καταγόμενου από το Μπρούκλιν– Μπόυλ, το Γκρέιβσεντ είναι ένα πολύ καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα που δεν είναι ακριβώς αστυνομικό μυθιστόρημα, καθώς παίζει διαρκώς με τα όρια του είδους και δίνει έμφαση στις, δύσβατες ενίοτε, ψυχολογικές διαδρομές των πρωταγωνιστών («ήθελα να δείξω όλους αυτούς τους χαρακτήρες σε μια στιγμή κρίσης», λέει σε μια άλλη συνέντευξή του ο Μπόυλ, μιλώντας ταυτόχρονα για την αγάπη του για τον κινηματογράφο της δεκαετίας του 1970, όπου οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα είδη θρυμματίζονται, και για τις ταινίες που έμοιαζαν να αναπτύσσονται γύρω από τον άξονα ενός εγκλήματος αλλά «στην πραγματικότητα ήταν μελέτες χαρακτήρων») – ένα μυθιστόρημα με συνεχείς απρόσμενες στροφές στην πλοκή και με ζωντανούς και πρωτότυπους χαρακτήρες, το οποίο αποτυπώνει όλη την κοινωνική συνθήκη μέσα στην οποία διαμορφώνονται, κινούνται και δρουν οι πρωταγωνιστές. Μια κοινωνική συνθήκη όπου το καλύτερο (το μόνο;) που έχει να κάνει ο καθένας είναι να συνεχίζει τη ζωή του «σαν να μην είχε δει και να μην είχε ακούσει τίποτα».

Κώστας Αθανασίου