Μια δυναμική φωνή από τη Γερμανία


Τζέννυ Έρπενμπεκ «Ιστορία του γερασμένου παιδιού»
(μτφ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2020),

«Περαστικοί» (μτφ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2019)

Η Τζέννυ Έρπενμπεκ έγινε γνωστή στο ευρύτερο κοινό κυρίως με τη βραβευμένη Συντέλεια του κόσμου (στα ελληνικά, από τον ίδιο μεταφραστή και εκδοτικό οίκο), που εκδόθηκε το 2012. Στη λογοτεχνία όμως είχε εμφανιστεί το 1999 (η Έρπενμπεκ δούλευε κυρίως ως σκηνοθέτις όπερας και μουσικού θεάτρου) με το πρώτο της μυθιστόρημα, την Ιστορία του γερασμένου παιδιού, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά τον Φεβρουάριο.
Στο βιβλίο αυτό παρακολουθούμε την ιστορία μιας νεαρής κοπέλας που εμφανίζεται ξαφνικά, από το πουθενά («απ’ τον ουρανό έπεσες;»), σε κάποιον τόπο και τη στέλνουν σε ένα ίδρυμα όπου αρχίζει να πηγαίνει στο σχολείο. Μια παράξενη φιγούρα, σχεδόν φασματική, ένα παιδί μη-παιδί, ένα παιδί που δεν μπορεί να είναι παιδί, μια μορφή χωρίς παρελθόν που πασχίζει να κινηθεί μέσα σε ένα πλέγμα δύσκολων σχέσεων (εξουσίας, συνήθως), σε μια σκληρή ιεραρχία (όπου καταλαμβάνει την τελευταία θέση, την οποία και επιθυμεί άλλωστε), προσπαθώντας να σταθεί σε έναν κόσμο ρητής και βουβής, υπόκωφης βίας, σε μια ιστορία με έντονο πολιτικό και αλληγορικό πρόσημο.
Το έναυσμα γι’ αυτό το βιβλίο ήταν μια πραγματική ιστορία, μας πληροφορεί στο επίμετρό του ο μόνιμος μεταφραστής της Έρπενμπεκ Αλέξανδρος Κυπριώτης, ο οποίος επισημαίνει ότι η ιστορία αυτή «αποτελεί τον αντίποδα του αφηγήματος της επιτυχημένης ένωσης των δύο Γερμανιών».

Οι αόρατοι πρόσφυγες

Και το προηγούμενο βιβλίο της Έρπενμπεκ που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, οι Περαστικοί (πρώτη κυκλοφορία στα γερμανικά το 2015), είχε ως έναυσμα ένα πραγματικό γεγονός: την κατασκήνωση μιας ομάδας προσφύγων στην Οράνιεν Πλατς του Βερολίνου και τη συμφωνία με το γερμανικό κράτος για τη διάλυσή της («αυτή η επονομαζόμενη συμφωνία για τη διάλυση της κατασκήνωσης διαμαρτυρίας ήταν ένα βρόμικο κόλπο του τότε υπουργού Εσωτερικών του Βερολίνου για να βάλει ένα τέλος στην ορατότητα των προσφύγων», έλεγε η ίδια η συγγραφέας σε συνέντευξή της στα Νέα, στον Νίκο Κουρμουλή).
«Γινόμαστε ορατοί», γράφει το πλακάτ μπροστά στην κατασκήνωση των προσφύγων. Ωστόσο, ο (πρόσφατα) συνταξιούχος καθηγητής Ρίχαρντ αργεί πολύ να τους δει, παρόλο που περνάει διαρκώς από εκεί. Ο Ρίχαρντ, όμως, κάποια στιγμή τους «ανακαλύπτει» και αρχίζει να μπαίνει στον κόσμο τους και να γνωρίζει τους εφιάλτες που έχουν στοιχειώσει τη ζωή τους. Οι πρόσφυγες σιγά σιγά από αόρατοι γίνονται ορατοί, αποκτούν υπόσταση, από θολές σκιές μετατρέπονται σε ανθρώπους με σάρκα και οστά, με πρόσωπο, με όνομα, με ιστορία και ιστορίες, με χαρές και λύπες. Μαζί με αυτόν τον άγνωστο κόσμο, ο Ρίχαρντ γνωρίζει την υποκρισία των αρχών αλλά και το γρανάζι της γραφειοκρατικής διεκπεραίωσης που μασάει ζωές, έρχεται αντιμέτωπος με τη θεσμική εχθρότητα και ξενοφοβία, συναντά τον κοινωνικό ρατσισμό και την αστυνομική καταστολή, ακούει για τη Λαμπεντούζα, τους πνιγμένους στη Μεσόγειο και τις απελάσεις, πληροφορείται για το Δουβλίνο ΙΙ και τις επαναπροωθήσεις. Όταν οι πρόσφυγες παύουν να είναι αόρατοι για τον Ρίχαρντ, αρχικά γίνονται απλώς ένα εξωτερικό αντικείμενο έρευνας και μελέτης, προτού φτάσουν στο τέλος να γίνουν πια κομμάτι της ζωής του.
Ο Ρίχαρντ βομβαρδίζεται από ερωτήματα πρωτόγνωρα και ολισθηρά, και απαντήσεις δεν έχει, ή δεν έχει πάντα, δεν έχει πάντα τα εφόδια να τις απαντήσει («πολύ θα ήθελε να ξέρει ποιες ερωτήσεις οδηγούν στη χώρα των ωραίων απαντήσεων»…). Και, μέσα σε μια δύσκολη πορεία αυτεπίγνωσης, συνειδητοποιεί ότι «οι Αφρικανοί σίγουρα δεν ήξεραν ποιος ήταν ο Χίτλερ, αλλά παρ’ όλ’ αυτά: Μόνο αν επιβίωναν τώρα στη Γερμανία, είχε χάσει πράγματι τον πόλεμο ο Χίτλερ».

Ανοιχτές πληγές, δύσκολα ερωτήματα

Ενόψει της συγγραφής του βιβλίου, η Έρπενμπεκ μίλησε με μετανάστες και πρόσφυγες (οι οποίο δεν μένουν «ανώνυμοι», καθώς τα ονόματά τους αναφέρονται στο τέλος του βιβλίου). Οι ιστορίες τους, οι αναμνήσεις τους, οι φόβοι και οι κουτσουρεμένες τους ελπίδες, πάνω απ’ όλα οι σιωπές τους, όπως καταγράφονται από την πένα της Έρπενμπεκ, αποτυπώνουν (μακριά από τις εύκολες επικρίσεις περί διδακτισμού και ηθικολογίας που εκτοξεύονται συχνά εναντίον όποιου κειμένου τολμάει να σκαλίσει την πραγματικότητα και να ραγίσει τον καθρέφτη) την πραγματικότητα μιας Ευρώπης πολύ πιο σκοτεινής απ’ όσο θέλει πολύς κόσμος να βλέπει. Η Έρπενμπεκ, εν ολίγοις, γράφει μια λογοτεχνία που τολμάει να στρέψει τον φακό της στις ανοιχτές πληγές που μας περιβάλλουν, ρισκάροντας να θέτει δύσκολα ερωτήματα όπως αυτό που επανέρχεται και στους Περαστικούς: «πού πάει ένας άνθρωπος, όταν δεν ξέρει πού να πάει;».
Στα ελληνικά κυκλοφορούν πέντε βιβλία της Τζέννυ Έρπενμπεκ, από τις εκδόσεις Καστανιώτη και Ίνδικτος.

Κώστας Αθανασίου